Στα τριάντα του έτη έκανε τον Δρομέα, ένα έργο τοπόσημο για την Αθήνα το οποίο σαράντα χρόνια μετά συγκινεί ακόμη και τον ίδιο τον καλλιτέχνη του για την συγκλονιστική σχέση που έχει με το πλατύ κοινό.
«Το γεγονός ότι το κοινό αντιδρά κάθε φορά που νιώθει ότι ο Δρομέας δεν έχει φροντιστεί αρκετά, μου προκαλεί συγκίνηση καλύπτοντας την απόσταση χρόνου με το έργο μου αφού πλέον το παρατηρώ κι εγώ ως θεατής μετά από τόσα χρόνια»: ο Κώστας Βαρώτσος έζησε και ζει μία νομαδική ζωή -όπως ο ίδιος περιγράφει- και σε όποιο μέρος του κόσμου βρίσκεται για να δημιουργήσει, σκέφτεται δύο πράγματα. Ένα, να αφουγκραστεί τον πολιτισμό και την κοινωνία του τόπου που θα αφορά το έργο του και δεύτερον, την Αίγινα το σταθερό σημείο του, την «Πηνελόπη» στην οποία επιστρέφει πάντα σαν άλλος Οδυσσέας μετά από μία νέα «κυκλική» κίνηση στα ταξίδια του.
«Έζησα και ζω μία νομαδική ζωή»
O Κώστας Βαρώτσος επιλέγει συνειδητά να αποδρά για μεγάλο χρονικό διάστημα και να ταξιδεύει από πόλη σε πόλη. Τι σημαίνει όμως το ταξίδι για εκείνον; «Είναι γεγονός ότι η έννοια του ταξιδιού έχει διάφορες περιπτώσεις. Υπάρχει η έννοια του ταξιδιού, που κάποιος φεύγει και έχει στην τσέπη του το εισιτήριο της επιστροφής και το κοιτάει συνέχεια για να μη χάσει τις ημερομηνίες να γυρίσει πίσω. Υπάρχει η έννοια του ανθρώπου που είναι εργαζόμενος κάπου σε μία ξένη χώρα ως μετανάστης και υπάρχει και η έννοια του νομά. Ο νομάς δεν κοιτάει το εισιτήριο της επιστροφής και δεν έχει το χαρακτηριστικό να ανήκει κάπου. Εγώ λοιπόν πέρασα ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου και συνεχίζω να το περνάω, ζώντας μία νομαδική ζωή. Είμαι συνεχώς σ’ ένα διαφορετικό μέρος, ζώντας στους χώρους και τα μέρη που πάω και δουλεύοντας εκεί. Μάλιστα στο παρελθόν, έζησα 15-20 χρόνια γυρίζοντας την Ευρώπη με το αυτοκίνητό μου, με μία βαλίτσα και πλένοντας τα ρούχα μου στα ξενοδοχεία. Για να κάνεις όμως μία τέτοιου είδους νομαδική ζωή, πρέπει να έχεις ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό, να είσαι διαθέσιμος. Διαθέσιμος απέναντι στους ανθρώπους που θέλουν τη δουλειά σου αλλά και διαθέσιμος στην περιπέτεια, στην επιθυμία να γνωρίσεις πράγματα, στην ίδια τη ζωή. Η δική ζωή μου ήταν κάπως έτσι, διαθέσιμη!».
Έργα του συναντάμε σε 12 χώρες παγκοσμίως, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Αίγυπτο, ΗΑΕ, Βραζιλία και ΗΠΑ.
«Εγώ στο εξωτερικό δεν ήμουν ένας άνθρωπος που έψαχνε την τύχη του όπως κάνουν άλλοι στη Νέα Υόρκη ή στο Βερολίνο, αφού με καλούσαν σε διάφορα μέρη για να κάνω έργα. Ένιωθα λοιπόν πάντα την επιθυμία των άλλων να έχουν ένα έργο μου. Είναι γεγονός βέβαια ότι και στην Ιταλία και στην Ελβετία -όπου είναι πολύ δύσκολοι οι Ελβετοί- ένιωσα έντονα την αγάπη του κόσμου. Δηλαδή δύο από τα πέντε έργα που έχω κάνει στην Ελβετία, βραβεύθηκαν ως τα καλύτερα έργα δημόσιου χώρου. Επίσης στην Ιταλία αυτή τη στιγμή πολλά έργα μου έχουν γίνει τοπόσημα και αγαπιούνται πάρα πολύ από τον κόσμο. Μάλιστα το συγκινητικό είναι ότι οργανώνουν εκδηλώσεις γύρω από αυτά και θεσμούς, όπως συμβαίνει με τον Πέτρινο ποιητή που έχω κάνει στο Molise και κάθε χρόνο γίνεται γύρω του το Φεστιβάλ ποίησης. Πριν δύο μήνες με κάλεσαν να γιορτάσουμε τα τριάντα χρόνια του έργου μου στα Πέννινα Όρη κι ένιωσα μεγάλη συγκίνηση όταν ανακάλυψα ότι το έργο που είχα κάνει πριν 30 χρόνια είχε ριζώσει και ταυτιστεί με τον κόσμο. Στην Αμερική πάλι άλλο έργο είχε βραβευθεί ως το καλύτερο έργο εκείνη τη χρονιά με το International Award. Έχω ζήσει μία θετική στην πλειοψηφία, αντιμετώπιση και βέβαια με τον χρόνο ανακαλύπτω ότι σε έργα που έχω ξεχάσει με την πάροδο του χρόνου, έχουν φτιάξει έναν θεσμό γύρω τους. Μερικά έργα είναι πολύ τυχερά».
«Η δημόσια τέχνη είναι πολιτική τέχνη, αφού πρέπει να καταλάβεις την πολιτισμική στιγμή και να την εκφράσεις»
Ο Κώστας Βαρώτσος είναι ένας καλλιτέχνης, που δημιουργεί έργα-τοπόσημα. Από τα πρώτα έργα του και τον Δρομέα μέχρι την Κιβωτό Εθνικής Μνήμης και το έργο Άρκτος Εθνικής Μνήμης στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, οι σύγχρονες κοινωνικές αλλά και πολιτικές προκλήσεις επηρεάζουν την τέχνη του.
«Η δημόσια τέχνη είναι πολιτική τέχνη. Έχει μία πολιτική υπόσταση, ό,τι απευθύνεται προς το πλατύ κοινό και ξέρετε η λειτουργία της τέχνης είναι η αντίληψη του πραγματικού χρόνου. Δηλαδή τι σημαίνει αυτό; Πρέπει να καταλάβεις την πολιτισμική στιγμή, που σου ζητήθηκε να εκφράσεις. Για να μπορέσει να γίνει διαχρονικό ένα έργο, πρέπει να αντιληφθείς του τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή και να εκφράσεις τη σύνθεση αυτών των στοιχείων που προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό είναι βαθιά πολιτικό, οπότε ναι, αισθάνομαι βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο και δεν είμαι αδιάφορος για την πραγματικότητα. Ίσα ίσα όταν ένα έργο μου επηρεάζει τη αισθητική, τη συμπεριφορά ή την κουλτούρα ενός τόπου πιστεύω ότι αποτελεί μία πολιτική δράση» σημειώνει χαρακτηριστικά στο Travel.gr.
«Μέχρι και πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση, οι κοινωνίες έβαζαν συνήθως τα σύμβολα τα οποία ήταν σημεία αναφοράς και τις όριζαν», τονίζει για τη σύνδεση της ελληνικής κοινωνίας με τη γλυπτική. «Αυτά τα σύμβολα μπορεί να ήταν ιστορικά, προσωπικότητες και ανδριάντες, σημαντικά πρόσωπα που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο και έγιναν τοπόσημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, μορφή που ξέρουμε τι συμβολίζει για την ιστορία της Ελλάδας» ανέφερε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε: «Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η σύγχρονη τέχνη άρχισε να μιλάει για τον εαυτό της, άρα προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί και τοποθετηθεί στον δημόσιο χώρο, αδιαφορώντας πολλές φορές για τον διάλογο με το πλατύ κοινό. Έτσι υπήρξαν και μεγάλες κρίσεις στις σχέσεις της σύγχρονης τέχνης με το πλατύ κοινό. Προσωπικά λειτούργησα διαφορετικά, αφού λάμβανα πολύ υπόψη μου την κοινωνική και ιστορική διαστρωμάτωση του τόπου, όπου δρούσα. Για παράδειγμα όταν ήμουν στο Σιάτλ της Αμερικής προσπαθούσα να βρω ένα σημείο να επικοινωνήσω με τον τόπο και να γίνω το μέσο έκφρασης του τόπου».
«Τα μεγάλα έργα σαν κι αυτά που κάνω εγώ, τα αποφασίζει ο τόπος που σημαίνει ο τόπος τα θέλει. Ο στόχος μου είναι η ταύτιση με τον πολιτισμό κάθε περιοχής και να γίνω φορέας έκφρασης του τόπου ο τόπος εκφράζεται. Υπάρχει μεγάλη διαφορά από τη δημόσια τέχνη με την τέχνη που βλέπουμε στις γκαλερί ή τα μουσεία. Γιατί όλη η υπόλοιπη τέχνη είναι συνδεδεμένη με την οικονομία, ενώ η δημόσια τέχνη όχι. Εδώ δεν υπάρχει το στοιχείο της μεταπώλησης και η σχέση της δημόσιας τέχνης με την οικονομία και τη διαδικασία που τη χαρακτηρίζει, είναι μηδενική με αποτέλεσμα να είναι πιο καθαρή και να μην πέφτει θύμα της οικονομικής διαφθοράς».
Το έργο του «Η αλήθεια είναι πάντα κάποια άλλη» το ξεχωρίζει εξηγώντας ότι η αλήθεια είναι η διαδικασία κι όχι η εύρεση της αλήθειας. Η διαδικασία της συνεχούς δημιουργίας μάς φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια, τονίζει.
«Η τέχνη έχει ένα χαρακτηριστικό, επειδή ταυτίζεται με τον πραγματικό χρόνο εκ των πραγμάτων βρίσκεται σε μία εξελικτική πορεία άρα μία αλήθεια που ισχύει τώρα μετά από ένα δευτερόλεπτο, δεν ισχύει. Έτσι η διαδικασία της ίδιας της ζωής είναι συνδεδεμένη με το ρητό “Η αλήθεια πάντα είναι κάποια άλλη“, αφού η αξία δεν είναι η ίδια η αλήθεια. Εξάλλου ας μην ξεχνάμε ότι η αλήθεια μπορεί να είναι επικίνδυνη και καταστροφική, αφού υπάρχουν πολλών ειδών αλήθειες, όπως είναι η αλήθεια του Γκέμπελ, του Χίτλερ, του Μουσολίνι ή του Στάλιν… άρα η εξελικτικότητα είναι το βασικό και πιο δύσκολο να ταυτιστεί ένας καλλιτέχνης, για να μπορέσει να εκφράσει μία ιστορική στιγμή. Ο ενδιάμεσος χρόνος μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος. Πρέπει ο καλλιτέχνης να ζει σε αυτό τον ενδιάμεσο χρόνο και να τον αντιληφθεί. Αυτό όμως είναι πάρα πολύ δύσκολο κι ονομάζεται κριτικός λόγος, κριτική ματιά».
Το εμβληματικό έργο στο ΓΕΣ για την ειρήνη και ο πόλεμος σήμερα
Με αφορμή όσα συμβαίνουν ανά τον κόσμο, αλλά και το πρόσφατο έργο του στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης το οποίο ο ίδιος ο καλλιτέχνης αφιέρωσε στην ειρήνη, τον ρωτήσαμε για το πώς παρατηρεί και αξιολογεί την πολιτική σήμερα.
«Μία σειρά ανθρώπων, η μνήμη της Ελλάδας αποφάσισαν να αυτοπροσδιοριστούν με αυτό το έργο. Γι’ αυτό η σύγχρονη τέχνη στον δημόσιο χώρο πρέπει να είναι η έκφραση των ίδιων των ανθρώπων, της πολιτισμικής στιγμής που ζούμε. Αυτό ο καλλιτέχνης πρέπει πρώτα να το προσδιορίσει και μετά να το εκφράσει» αναφέρει ο κ. Βαρώτσος. «Το έργο στο Γενικό Επιτελείο Στρατού το έκανα να συμβολίζει την ειρήνη, έτσι ώστε όταν κάποιος περπατήσει στο έργο αυτό και βγει, να έχει καταλάβει τη σημασία που έχει η ειρήνη. Είναι αφιερωμένο στην ειρήνη κι είπα ότι αυτό το έργο το κάνει ο στρατός, οι αξιωματικοί, γιατί ο μόνος που πρέπει και μπορεί να μιλήσει και ξέρει να μιλάει για τη σημασία της ειρήνης είναι ο στρατός αφού αυτός γνωρίζει τι σημαίνει πόλεμος».
«Τη δεδομένη στιγμή ζούμε μεγάλες αλλαγές παγκοσμίως, τώρα καταρρέουν πολλά στερεότυπα κι υπάρχει μία πολιτισμική κατάρρευση της Ευρώπης και γενικότερα του δυτικού πολιτισμού. Ο τελευταίος βρίσκεται σε μία διαδικασία συρρίκνωσης διότι έχει μπροστά του τον υπόλοιπο κόσμο, που πλέον έχει μάθει να αυτοπροσδιορίζεται κι εξελίσσεται χωρίς τη βοήθεια ή την επιρροή του δυτικού πολιτισμού. Η έννοια και το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης, που προώθησαν οι Αμερικανοί, κατέρρευσε και στην τέχνη. Όλοι έλεγαν εγώ είμαι στην Ελλάδα και ζωγραφίζω σαν τον Jeff Koons, άρα είμαι κι εγώ σαν τον Jeff Koons. Δεν υπήρχε πιο καταστροφική σκέψη για τους νεότερους καλλιτέχνες, και μάλιστα καταστράφηκε μεγάλο κομμάτι καλλιτεχνών και τέχνης λόγω της παγκοσμιοποίησης. Για να γίνει κάτι διεθνές, πρέπει να είναι τοπικό. Να αντιπροσωπεύεις ένα συγκεκριμένο πολιτισμό, εγώ είμαι Έλληνας καλλιτέχνης και οι Αμερικανοί με θέλουν γιατί είμαι διαφορετικός. Πρέπει να έχεις βαθιές πολιτισμικές ρίζες, οι οποίες να ακολουθούν και να αντιπαρατίθενται με τα κινήματα τα διεθνή. Ο μοναδικός δρόμος είναι η αλήθεια που κρύβουμε μέσα μας στο DNA μας, κι αν δεν το συνειδητοποιήσουμε, δεν πρόκειται ποτέ να πλησιάσουμε αυτό που λέγεται δημιουργία».
Ο Κώστας Βαρώτσος είναι υποστηρικτής της παιδείας και των νέων κι ως καθηγητής στο ΑΠΘ για 22 χρόνια, εντοπίζει τη σύνδεση ανάμεσα στην παιδεία και την έξαρση της βίας που βλέπουμε στα παιδιά σήμερα. «Από τη στιγμή που έχουν γίνει μεγάλα λάθη, απέναντι στη σχέση της παιδείας με τον πολιτισμό -για παράδειγμα άκουσα ότι καταργήθηκε η τέχνη σε μερικές τάξεις στα σχολεία, άρα καταργείται η δημιουργικότητα- απορώ γιατί μετά μένουμε έκπληκτοι που τα παιδιά είναι τόσο βίαια. Τα παιδιά δε βρίσκουν διέξοδο να εκφράσουν τον εσωτερικό τους κόσμο, με αποτέλεσμα να βρίσκονται συνεχώς σε αδιέξοδο. Το σχολείο είναι φτιαγμένο για να φτιάξει δούλους κι εργάτες διαφόρων ειδών, πολυτελείας ή μη. Οι άνθρωποι αυτοί όμως δεν είναι μόνο εργάτες αλλά και πυρήνες παραγωγής ενέργειας και πολιτισμού κι αν αυτό δεν καλλιεργηθεί, βρίσκουν αδιέξοδα».
«Η τέχνη βοηθάει πάρα πολύ στην εξάσκηση του αντιληπτικού συστήματος των νέων, γιατί ο καλλιτέχνης βλέπει την πραγματικότητα μέσα από ένα πρίσμα, ένας άλλος μέσα από ένα άλλο πρίσμα και κάπως έτσι αυτή η πολυπλοκότητα εξασκεί την αντιληπτικότητα των ανθρώπων για να μπορούν να αντιληφθούν μέσα από την πραγματικότητα και μέσα από διάφορες γλώσσες. Μέσα από τη συγκεκριμένη διαδικασία ό,τι κάνουν στο μέλλον, θα έχουν την ικανότητα να το δουν πολυπρισματικά και να κατανοήσουν τι συμβαίνει γύρω τους. Η τέχνη υπονομεύεται και υποτιμάται συστηματικά από τους διάφορους θεσμούς, για αυτό και είναι κορυφαίο αυτό που έκανε ο Δένδιας και ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου ο κ. Οικονόμου, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία να δώσουν το ΓΕΣ για έργο. Ουσιαστικά το ΓΕΣ πρότεινε πολιτισμό και δικαίως υπάρχουν παγκοσμίως πολλά άρθρα για τη συγκεκριμένη πολιτισμική πρόταση».
Τελικά ο πολιτισμός όσο και να τον πολεμάνε, βρίσκει πάντα μία τρυπούλα να αναδειχθεί
«Οπουδήποτε βρίσκομαι, σκέφτομαι πότε θα γυρίσω στην Αίγινα»
Σήμερα, ζει στο νησί της Αίγινας -στην «κρυψώνα» του- με μία καθημερινότητα ευτυχισμένη, γεμάτη φίλους και ωραίες στιγμές.
«Στην Αίγινα έχω τα πάντα, είμαι ευτυχισμένος εδώ. Η έννοια του χώρου εξαρτάται από τη σχέση με το πεδίο κι όχι με τον τόπο που μένεις. Ο τόπος που μένεις, είναι μέσα σου και τον φέρνεις παντού κοντά σου. Αλλά πολύ βασικό στοιχείο είναι ο τρόπος που δρας. Εγώ δηλαδή όταν είμαι στη Νέα Υόρκη πρέπει να αφουγκραστώ τους Νεοϋορκέζους, όταν είμαι στην Ιταλία τους Ιταλούς. Η Αίγινα για εμένα είναι ένα μαγικό μέρος, που συνδέεται με την επιστροφή. Οπουδήποτε βρίσκομαι, σκέφτομαι πότε θα γυρίσω στην Αίγινα». «Επέλεξα αυτό τον χώρο, για να έχω το σπίτι και το ατελιέ μου. Η κίνησή μου είναι πάντα κυκλική, φεύγω, κάνω έναν κύκλο και γυρίζω ξανά στο σταθερό σημείο που ήμουν. Δεν είναι ευθεία η κίνησή μου, αλλά κυκλική, ας πούμε κάπως σαν του Οδυσσέα…». Σε ερώτησή μου για το πώς είναι ο καλλιτέχνης Κώστας Βαρώτσος ως άνθρωπος, εκείνος απαντά: «Άνθρωπος καταρχήν, με όλα τα καλά και τα κακά. Αυτό για να το καταφέρεις, θέλει δουλειά γιατί ο χώρος μας και οι ιδιότητες που σου βάζει η ίδια η τέχνη, ενέχουν τον κίνδυνο να ξεκοπείς από τον πραγματικό χρόνο και να νομίζεις ότι είσαι κάτι άλλο π.χ. ο Ναπολέων (γέλια). Η προσπάθειά μου λοιπόν είναι πάντα να είμαι ο Κώστας και όχι ο Βαρώτσος».
Και θα κλείσω αυτό το άρθρο με μία παλαιότερη δήλωσή του: «Η πείρα μού έχει δείξει ότι τα μεγάλα και σημαντικά γίνονται από συγκυρίες ανθρώπων που συναντιώνται».
Ποιους ανθρώπους υμνεί μέχρι σήμερα ο Κώστας Βαρώτσος για τα δικά του μεγάλα και σημαντικά;
«Όλα τα μεγάλα μου έργα έγιναν έτσι, ήταν συγκυρίες συνάντησης ανθρώπων. Η συνάντησή μου π.χ. με μία ομάδα ανθρώπων στο ΓΕΣ, το αναφέρω επειδή είναι το πιο πρόσφατο, ήταν συγκλονιστική κι αναπάντεχη διότι συνάντησα τον Νίκο Δένδια, υπαξιωματικούς κι αξιωματικούς του ΓΕΣ που με αγκάλιασαν και αποφασίσαμε όλοι μαζί να κάνουμε αυτό το πράγμα. Αν δεν ήταν αυτή η μεγάλη αγκαλιά από όλους αυτούς τους ανθρώπους, δε θα μπορούσε να βγει το έργο. Για να βγάλω ένα έργο, πρέπει να νιώσω αγάπη, σεβασμό και τρυφερότητα από τον κόσμο, να νιώσω ότι θέλουν να έχουν το έργο μου. Το ίδιο συνέβη κι όταν έκανα τον Δρομέα και το έργο στο βουνό της Ιταλίας, που 17 Δήμαρχοι αποφάσισαν με τον Νομάρχη να κάνουμε αυτό το έργο και είχαν μία απίστευτη αγκαλιά για εμένα φέρνοντάς μου φαγητά στο βουνό και ζώντας μαζί μου μία γιορτή. Το ίδιο έγινε και στο ΓΕΣ, ήταν μία γιορτή!».
*Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Κώστα Βαρώτσου
Διαβάστε ακόμα:
Περιήγηση στην Αίγινα – Τα νεοκλασικά κτήρια, τα φιστίκια και οι αρχαιολογικοί χώροι

