Υπάρχουν στιγμές, αμέσως μετά από μια ξαφνική βροχή, που οι στέγες από γκρίζο σχιστόλιθο στο Αργυρόκαστρο γυαλίζουν τόσο έντονα κάτω από τον ήλιο, που ολόκληρη η πόλη μοιάζει να έχει βγει από τον βυθό μιας ασημένιας θάλασσας. Είναι μια εικόνα που σε καθηλώνει. Εδώ, η πέτρα είναι η ίδια η ψυχή του τόπου, σκληρή, αγέρωχη και απρόσμενα λαμπερή.
Όμως, για να φτάσεις σε αυτή την πόλη μνημείο της UNESCO, η διαδρομή είναι πλέον πιο απλή από ποτέ. Περίπου τεσσερισήμισι ώρες από την Αθήνα και φτάνεις στα Ιωάννινα. Η Ιόνια Οδός έχει εκμηδενίσει τις αποστάσεις και μαζί τις δικαιολογίες για το ότι δεν το έχεις κάνει νωρίτερα. Από εκεί, άλλη μία ώρα βορειοδυτικά και φτάνεις στην Κακαβιά. Συνολικά, ένα ταξίδι περίπου έξι ωρών από την Αθήνα, ανάλογα με τις στάσεις και την κίνηση στα σύνορα, σε χωρίζει από έναν κόσμο που μοιάζει να έχει σταματήσει τον χρόνο.
Στα χωριά της Δρόπολης
Η μικρή καθυστέρηση στα σύνορα ήταν αναμενόμενη. Μισή ώρα, ένας τυπικός έλεγχος, και μετά ο δρόμος κατεβαίνει στην κοιλάδα του Δρίνου. Τα βουνά στριμώχνουν τον ορίζοντα από παντού. Εδώ αρχίζει η Δρόπολη. Δεν πρόκειται να την προσπεράσεις χωρίς να την προσέξεις. Τα χωριά της κοιλάδας ανήκουν στην ελληνική εθνική μειονότητα της Αλβανίας, επίσημα αναγνωρισμένη από το αλβανικό κράτος, με παρουσία αιώνων στον τόπο. Στα μαγαζάκια ακούς ελληνικά. Στις εκκλησίες, τα εικονίσματα έχουν την ίδια αισθητική με αυτά που γνωρίζεις από την Ήπειρο. Στους Βουλιαράτες, μόλις 6 χλμ. από τον συνοριακό σταθμό, υπάρχει ελληνικό στρατιωτικό νεκροταφείο με πεσόντες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-41.
Η Δερβιτσάνη, 23 χλμ. από την Κακαβιά, είναι το κεφαλοχώρι. Το σχολείο λειτουργεί εδώ από το 1858. Στο χωριό λειτουργούν δύο δημοτικές ορχήστρες. Το πολυφωνικό τραγούδι εδώ δεν είναι θέαμα για τους επισκέπτες. Είναι κομμάτι της καθημερινής μνήμης του τόπου, ένας ήχος που περνά από γενιά σε γενιά. Η UNESCO έχει εντάξει την αλβανική ισοπολυφωνία στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, αλλά αυτό ακούγεται σαν γραφειοκρατία μπροστά στην πραγματικότητα μιας ομάδας που τραγουδά a cappella σε ένα χωριό με λίγες εκατοντάδες ψυχές.
Και ξαφνικά, το Αργυρόκαστρο
Η πρώτη εικόνα από μακριά είναι το κάστρο πάνω από την πόλη, σαν να την επιτηρεί. Από κοντά, η ίδια η πόλη είναι το κάστρο. Κάθε σπίτι χτισμένο σαν οχύρωση, κάθε στέγη από σχιστόλιθο λάμπει μετά τη βροχή σαν ασήμι. Από εκεί φαίνεται να βγαίνει και το όνομα, λένε, αν και η ιστορία είναι πιο σύνθετη. Υπάρχει και ο θρύλος της Πριγκίπισσας Αργυρώς, που λέγεται ότι πήδηξε από τα τείχη για να μην πέσει στα χέρια των Οθωμανών. Ο Ισμαήλ Κανταρέ, γεννημένος εδώ το 1936, έχτισε ολόκληρη λογοτεχνία πάνω σε αυτή την πόλη. Το «Χρονικό της Πέτρινης Πόλης» διαβάζεται διαφορετικά όταν περπατάς στα καλντερίμια της.
Η παλιά πόλη απαιτεί πόδια. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Τα καλντερίμια είναι απότομα, γυαλιστερά, αμείλικτα για κάθε παπούτσι. Ανεβαίνεις, κατεβαίνεις, ξαναγυρνάς σε στενά που νόμιζες ότι έχεις ήδη διασχίσει. Η πόλη σε μπερδεύει σκόπιμα, σαν να θέλει λίγο περισσότερο χρόνο μαζί σου. Το Παζάρι, το Qafa e Pazarit, είναι η καρδιά. Πλακόστρωτο, πέτρινα κτίρια με ξύλινες προσόψεις, μαγαζιά που πουλάνε χειροποίητα με αξιοπρέπεια. Εκεί δοκίμασα τα qifqi, τους ρυζοκεφτέδες με αυγό και δυόσμο, που τηγανίζονται σε ειδικό σκεύος από χυτοσίδηρο. Τα συναντάς παντού στην πόλη και κάθε φορά είναι ελαφρώς διαφορετικά. Ο δυόσμος κάνει τη δουλειά του. Καλή δουλειά.
Τα σπίτια πύργοι, οι κούλες, είναι αυτό για το οποίο έχεις ακούσει. Η οικία Ζεκάτε, χτισμένη το 1811 με 1812, δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της συνοικίας Παλόρτο, με τους δίδυμους πύργους της να κοιτούν προς την κοιλάδα σαν δύο μάτια. Μπαίνεις μέσα και καταλαβαίνεις αμέσως ότι αυτοί που έχτισαν αυτό το σπίτι δεν σκέφτονταν μόνο την άμυνα, αλλά και την εντύπωση. Η μεγάλη αίθουσα υποδοχής, με τις ξυλόγλυπτες οροφές και το περίτεχνο τζάκι, είναι επίδειξη ισχύος χτισμένη σε πέτρα και ξύλο. Η οικία Σκεντούλη, λίγο πιο κάτω, χρονολογείται στον 18ο αιώνα, ενώ σύμφωνα με αρκετές πηγές η σημερινή μορφή της συνδέεται με το 1823. Έχει 64 παράθυρα και 9 τζάκια. Τότε ο αριθμός των τζακιών καθόριζε το κύρος της οικογένειας, όπως περίπου καθορίζει σήμερα η ακίνητη περιουσία την κοινωνική θέση. Το σπίτι διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την αυθεντική του μορφή, κάτι που αρχικά σου φαίνεται έλλειψη συντήρησης και μετά καταλαβαίνεις ότι είναι το αντίθετο: αυθεντικότητα που δεν έχει ανακαινιστεί ώστε να μοιάζει με τουριστικό θέαμα.
Το κάστρο δεσπόζει πάνω από όλα. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα κάστρα στα Βαλκάνια, με τη σημερινή του μορφή να οφείλει πολλά στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Μέσα, ένα αμερικανικό αεροπλάνο Lockheed T 33, που προσγειώθηκε αναγκαστικά στο αεροδρόμιο Ρίνας, κοντά στα Τίρανα, το 1957, εκτίθεται ως κατάλοιπο της ψυχροπολεμικής εποχής. Δίπλα, οι φυλακές του κάστρου, όπου κρατήθηκαν πολιτικοί κρατούμενοι κατά την περίοδο της κομμουνιστικής δικτατορίας. Η ιστορία εδώ δεν είναι παρελθόν που το προσπερνάς εύκολα. Φεύγεις από το Αργυρόκαστρο με τα πόδια κουρασμένα και το μυαλό γεμάτο. Η πόλη δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, ούτε την άνεση ενός εξευγενισμένου ευρωπαϊκού προορισμού. Προσφέρει κάτι που στον τουρισμό σπανίζει όλο και περισσότερο: την αίσθηση ότι κάτι εδώ υπήρχε πολύ πριν από σένα και θα συνεχίσει να υπάρχει πολύ αργότερα. Η πέτρα το εγγυάται.
Info: Για την είσοδο στην Αλβανία, οι Έλληνες πολίτες μπορούν να ταξιδέψουν με αστυνομική ταυτότητα νέου τύπου ή διαβατήριο, αρκεί το ταξιδιωτικό έγγραφο να βρίσκεται σε ισχύ. Αν ταξιδεύετε με αυτοκίνητο, ελέγξτε πριν από την αναχώρηση με την ασφαλιστική σας ότι διαθέτετε Πράσινη Κάρτα ή ισχύουσα ασφαλιστική κάλυψη για την Αλβανία. Για διαμονή, προτιμήστε τους παραδοσιακούς ξενώνες στην παλιά πόλη. Για περπάτημα στα καλντερίμια: αντιολισθητική σόλα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Υπάρχουν χώροι στάθμευσης κοντά στην είσοδο της παλιάς πόλης, όμως η διαθεσιμότητα μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την εποχή και την ώρα.
Διαβάστε ακόμα:
Ταξιδεύοντας στην Αλβανική Ριβιέρα: Ένας παράδεισος κρυμμένος στην Αδριατική
Περάσαμε 48 ώρες στο Leskovik -Αυθεντική ύπαιθρος, κρασί και παράδοση
Λίμνη Πρέσπα: Ένα φωτογραφικό σαφάρι στην αλβανική πλευρά της

