Μία ώρα και πενήντα λεπτά χρειάζονται για να βρεθούμε από το Ελ. Βενιζέλος στο αεροδρόμιο Falcone e Borsellino, λίγο έξω από το Παλέρμο, την πρωτεύουσα της Σικελίας στις βορειοδυτικές ακτές του νησιού. Προσγείωση βραδινή. Είσοδος στο λευκό ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο, άφιξη στο ξενοδοχείο που στεγάζεται στο Palazzo de Gregorio πλάι στο λιμάνι. Το συγκρότημα ανήκε κάποτε στην οικογένεια του συγγραφέα Giuseppe Tomasi di Lampedusa. Σήμερα; Έχει μετατραπεί σε προσιτά και καλόγουστα air-bnb για τους σύγχρονους ταξιδιώτες που θέλουν να γνωρίσουν από κοντά την ιδιαίτερη πατρίδα του «Γατόπαρδου»*.
Η ζέστη είναι έντονη, το ίδιο και η υγρασία. Στην πραγματικότητα, ένα ταξίδι στο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου με τις υψηλές θερμοκρασίες και τη βαριά ατμόσφαιρα πρέπει να σχεδιαστεί γύρω από τις καιρικές συνθήκες: αστικές περιηγήσεις το πρωί και το βράδυ, επισκέψεις σε κλειστούς ή σκιερούς χώρους το μεσημέρι.
Το Παλέρμο είναι μια πόλη μπαρόκ, γοτθική και αρ νουβό. Μια πόλη καφετιά με υποβλητική αρχιτεκτονική που συχνά σου επιβάλλεται. Περπατώντας, για παράδειγμα, στην κεντρική οδό Vittorio Emanuele, στη συμβολή με τη Via Maqueda, βρίσκεσαι στο Quattro Canti, μια πλατεία που σχηματίζεται από τις προσόψεις τεσσάρων μπαρόκ κτιρίων, με αγάλματα που απεικονίζουν άγιες-προστάτιδες του Παλέρμο και Ισπανούς ηγεμόνες. Τα κτίρια οριοθετούν τέσσερις ιστορικές συνοικίες του Παλέρμο, ενώ συμβολίζουν και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Μια πλατεία βγαλμένη, λες, από κοντσέρτο του Αντόνιο Βιβάλντι! Κι όμως, το Παλέρμο είναι μια σύγχρονη πόλη που ζει στο εδώ και στο τώρα και ξέρει πώς να συγκεράζει το χθες με το σήμερα, γι΄αυτό γύρω από αυτή την αιωνόβια πλατεία υπάρχει μια τεράστια τουριστική πιάτσα με καφέ, εστιατόρια, μαγαζιά με σουβενίρ, αμαξάδες, τουριστικά tuk tuk κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους.
Από τα ωραιότερα αξιοθέατα του Παλέρμο είναι ο Βοτανικός Κήπος, επί της οδού Lincoln. Άνοιξε τις πύλες του το μακρινό 1779, δηλαδή σε μια εντελώς διαφορετική Σικελία που ήταν ανεξάρτητο βασίλειο υπό τον ισπανικό οίκο των Βουρβόνων. Περπατάμε σε αυτή την όαση των 121 στρεμμάτων ανάμεσα σε μεσογειακά, αφρικανικά, τροπικά και υποτροπικά φυτά και αντικρίζουμε με δέος το εντυπωσιακό αυστραλιανό μπανιάν, τους υδρόβιους παπύρους και τα θερμοκήπια με τις μπανανιές και τις παπάγιες.
Στο άλλο άκρο της παλιάς πόλης, κοντά στο λυρικό θέατρο Massimo Vittorio Emanuele, βρίσκεται το Περιφερειακό Αρχαιολογικό Μουσείο Αντόνιο Σαλίνας, που στεγάζεται σε παλιό μοναστηριακό συγκρότημα και παρουσιάζει μια συλλογή με αγάλματα, κοσμήματα, αγγεία και αποσπασμένα μέλη από ναούς του Σελινούντα. Εδώ υπάρχει ένα έκθεμα εξαιρετικό και ιδιαίτερο, που όμοιό του δεν έχουμε ξαναδεί και το οποίο πιθανώς ανήκει σε μια εποχή όπου στη Σικελία λατρεύονταν παράλληλα οι θεοί του Ολύμπου και οι τοπικές χθόνιες θεότητες: ένα αγαλματίδιο του 3ου-2ου αι. π.Χ. που απεικονίζει τη θεά Αθηνά με ζωόμορφη όψη. Η περίφημη περικεφαλαία της δεν είναι τοποθετημένη σε ανθρώπινο, αλλά σε κεφάλι χοίρου.
Έξω από το μουσείο η πόλη ξεδιπλώνει την μπαρόκ ομορφιά της. Παλάτια με περίτεχνες προσόψεις και συντριβάνια με ημίγυμνα αγάλματα διαδέχονται τις πλατείες με τους λεπτούς φοίνικες και τις εκκλησίες με τους ψηλούς τρούλους. Η μεγαλειώδης αστική φυσιογνωμία διακόπτεται, κατά τόπους, από ένα πιο φτωχικό, αλλά εξίσου ζωντανό Παλέρμο, με φθαρμένα οικιστικά συγκροτήματα, μπαλκόνια με απλωμένες μπουγάδες και υπαίθρια παλαιοπωλεία με μεταχειρισμένα βιβλία και καρτ ποστάλ του ‘50 και του ‘60 που, ποιος ξέρει πώς, βρέθηκαν στα χέρια του ιδιοκτήτη. Αγοράζουμε μία τέτοια καρτ ποστάλ του 1960 που κάποιος Παλερμιτάνος έστειλε στους συγγενείς του από το Παρίσι. Κόστος; «Όσο θέλετε», μας λέει ο ιδιοκτήτης του παλαιοπωλείου, ο οποίος επιμένει να φωτογραφηθούμε μαζί του, όπως κάνει με όλους τους πελάτες, διατηρώντας την προσωπική του συλλογή με τους φευγαλέους επισκέπτες της πόλης του.
Το πρόγραμμα έχει δύο ακόμη αξιοθέατα, εμβληματικά και επιβλητικά, που βρίσκονται στα δυτικά του ιστορικού κέντρου. Το παλάτι των Νορμανδών ήταν η βασιλική έδρα κατά τη νορμανδική κυριαρχία της Σικελίας (11ος και 12ος αι.), ένα πέτρινο συγκρότημα κοντά σε αρχαίες φοινικικές εγκαταστάσεις. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι μέρος του κτιρίου λειτουργεί ως εκθεσιακός-μουσειακός χώρος, ενώ ένα άλλο μέρος στεγάζει το περιφερειακό κοινοβούλιο της Σικελίας, με ορατή στο κοινό την αίθουσα όπου συνεδριάζουν οι Σικελοί βουλευτές. Αναμφίβολα το ωραιότερο σημείο του παλατιού είναι το Παλατινό Παρεκκλήσι, γνωστό για τα ψηφιδωτά του με ελληνικές και λατινικές επιγραφές. Εδώ η βυζαντινή εικονογραφία συναντά την ομορφιά της φύσης και οι άγιοι της χριστιανοσύνης συνυπάρχουν με λουλούδια, πουλιά και αγρίμια.
Σε απόσταση μικρότερη του μισού χιλιομέτρου βρίσκεται και ο Καθεδρικός ναός του Παλέρμο, που ναι μεν είναι ανοιχτός για τους τουρίστες, πρωτίστως όμως λειτουργεί για τους πιστούς. Μπαίνοντας μέσα μας τράβηξαν το ενδιαφέρον τα αγάλματα και οι τοιχογραφίες, αλλά τελικά πιο καθηλωτικές ήταν οι εικόνες με τον -αφρικανικής καταγωγής- λευκοντυμένο ιερέα που έκανε κήρυγμα σε ένα ολιγομελές ποίμνιο γυναικών, οι οποίες έψελναν ύμνους κάνοντας μανιωδώς αέρα με τις βεντάλιες τους. Μετά το πέρας της ακολουθίας βρισκόμαστε απέναντι, στη συμβολή των οδών Vittorio Emanuele και Vicolo dello Zingaro, στο βιβλιοπωλείο Libreria Paoline που πουλάει λογιών λογιών εκδόσεις, από οδηγούς σικελικής κουζίνας μέχρι τις «Περιπέτειες του Πινόκιο» στο πρωτότυπο κείμενο.
Η περιήγηση στην πρωτεύουσα φτάνει στο τέλος της, για να πάρουν σιγά σιγά σειρά οι πόλεις του νότου και της ανατολής. Από γαστρονομική άποψη το Παλέρμο δεν μας εντυπωσίασε, ίσως γιατί δεν αφιερώσαμε αρκετό χρόνο στο να ψάξουμε τα καλά εστιατόρια και τα ιδιαίτερα στέκια του. Με μια πρώτη ανάγνωση η πρωτεύουσα της Σικελίας μοιάζει να επενδύει στα σίγουρα: πίτσα, πάστα, άπερολ. Στις βόλτες μας στο κέντρο και τα περίχωρα περάσαμε από αμέτρητα μαγαζιά που είχαν σχεδόν πανομοιότυπο μενού. Το πιο ενδιαφέρον ήταν το Bar dell’Ancora, μία πιτσαρία κοντά στο λιμάνι, για πίτσα και καρμπονάρα με μπόλικο γκουαντσιάλε, την οποία επιλέγουν στο σχόλασμα εργαζόμενοι της γειτονιάς για να απολαύσουν τις μπίρες τους.
Στον δρόμο για το Αγκριτζέντο
Μπαίνουμε στο λευκό αμάξι και φεύγουμε για τον νότο. Εκατόν τριάντα χιλιόμετρα (2 ώρες) χωρίζουν το Παλέρμο από το Αγκριτζέντο. Η διαδρομή είναι όμορφη, το τοπίο απαλό, με χαμηλούς λόφους, χωράφια, μπάλες σανού, πού και πού και κανένα κοπάδι άλογα. Οι δρόμοι είναι ασφαλείς και άνετοι, οι οδηγοί αντιθέτως βιαστικοί και ανυπόμονοι. Στάση για ανεφοδιασμό στο 56ο χλμ. Παλέρμο-Αγκριτζέντο, σε ένα βενζινάδικο με καφετέρια όπου δοκιμάζουμε έναν από τους γευστικότερους κρύους καφέδες (έναν αυτοσχέδιο freddo cappuccino με γάλα) μαζί με κανόλο, το τοπικό παραδοσιακό γλυκό με τηγανητή ζύμη και ρικότα. Οι μαυρομάλλες Σιτσιλιάνες μαμάδες που κρατούν αγκαλιά τα μωρά τους και οι παρέες ξανθών τουριστών που προσπαθούν να συνεννοηθούν με τους πωλητές για το αν θέλουν «acqua frizzante» ή «acqua naturale» (νερό με ή χωρίς ανθρακικό) δίνουν έξτρα ενδιαφέρον στη στάση.
Φτάνουμε στο Αγκριτζέντο, αλλά προσπερνάμε την πόλη ώσπου να προσεγγίσουμε το δωμάτιο, που βρίσκεται λίγο έξω από τον αστικό ιστό. Ένα απλό air bnb είναι, σε ισόγειο σπιτιού, όμως έχει ένα δωμάτιο παστρικό, μπάνιο ανακαινισμένο, εξοπλισμένη κοινόχρηστη κουζίνα, ένα μικρό πάρκινγκ στην αυλή όπου οι θέσεις τους χωράνε τσίμα τσίμα όλους και έναν λιγομίλητο αλλά ευγενικό οικοδεσπότη που μας εξηγεί τα απαραίτητα και μοιάζει με έμπειρο επαγγελματία της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Στο Αγκριτζέντο καθόμαστε λιγότερο από ένα 24ωρο. Είναι μια σύντομη στάση, όμως αποδεικνύεται από τις πιο περιεκτικές, γιατί μας αποκαλύπτει ατόφιες πτυχές των σικελικών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας. Ο αρχαίος Ακράγαντας ιδρύθηκε τον 580 π.Χ. και σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο αρχαιολογικό πάρκο της Ευρώπης, τη λεγόμενη Κοιλάδα των Ναών (Valle dei Templi) με έκταση 3.212 στρεμμάτων. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι ενταγμένος στην UNESCO και βρίσκεται λίγο έξω από τη σύγχρονη πόλη.
Φανταστείτε ένα απέραντο κατάφυτο τοπίο με αμυγδαλιές και κυπαρίσσια, ανάμεσα στα οποία ξεπροβάλλουν αρχαίοι ναοί, με τον πλέον καλοδιατηρημένο να είναι ο δωρικός ναός της Ομόνοιας που σώθηκε από την καταστροφή επειδή μετατράπηκε σε χριστιανική βασιλική.
Ο αρχαιολογικός χώρος μένει ανοιχτός έως τις 11 μ.μ., επομένως έχουμε την ευκαιρία να δούμε τη δύση του ήλιου και να βαδίσουμε ανάμεσα στα υπολείμματα των ναών της Ήρας και του Ηρακλή με οδηγό το φεγγαρόφωτο. Αξίζει μια επίσκεψη και στο Αρχαιολογικό μουσείο, όπου εκτίθεται ένας από τους 38 Τελαμώνες (Άτλαντες), ύψους 7,5-8 μέτρων, από τον -κατεστραμμένο πια- ναό του Δία του Ακράγαντα.
Κατάνια, Συρακούσες και Αίτνα
Μετά το Αγκριτζέντο, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην ανατολική Σικελία. Έχουμε αποφασίσει να μείνουμε στην Κατάνια κι από εκεί να κάνουμε ημερήσιες εκδρομές προς τις γειτονικές πόλεις και τα αξιοθέατα. Μετά από 157 χλμ. (1 ώρα και 40 λεπτά) οδηγήσης φτάνουμε στην ωραιότερη πόλη, με το χειρότερο, όμως, air bnb του ταξιδιού. Το διαμέρισμα με το δωμάτιό μας βρίσκεται σε μια μη οικιστική ζώνη με συγκροτήματα γραφείων, έξω από το κέντρο της Κατάνιας. Άνθρωπος πουθενά, η επικοινωνία με τον ιδιοκτήτη είναι ψηφιακή και γίνεται αυστηρά μέσω μηνυμάτων. Όλα εδώ μέσα είναι ημιτελή: υπάρχει καφετέρια για εσπρέσο αλλά δεν υπάρχουν κάψουλες, υπάρχει μονάδα A/C αλλά δεν υπάρχει τηλεχειριστήριο.
Απογοητευτικό το κατάλυμα, όμως ευτυχώς η Κατάνια είναι μια ονειρεμένη πόλη κάτω από το ηφαίστειο της Αίτνας, που μας αποζημιώνει με το παραπάνω. Μέρος του αστικού ιστού έχει κατασκευαστεί με σκουρόχρωμη ηφαιστειακή πέτρα, που κάνει αντίθεση με τα λευκά μπαρόκ κτίρια από ασβεστόλιθο. Πολύχρωμες γειτονιές, διώροφα σπίτια με μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια, πλακόστρωτες πλατείες με λάιβ μουσική και βραδινά στέκια για Aperol και Limoncello Spritz, αθέατες τζελατερίες για παγωτό με γεύση πανακότα. Αυτή είναι η Κατάνια. Στις βόλτες μας στο παραλιακό μέτωπο τυχαία πέφτουμε πάνω στο L’Acciughetta, μία gastro-pescheria με φρέσκα ψάρια και θαλασσινά από την τοπική αγορά. Ο κατάλογος είναι γραμμένος μόνο στα ιταλικά, γι’ αυτό, εμπρός καλό μου ΑΙ, βοήθησε να τον μεταφράσουμε για να επιλέξουμε τελικά insalata di polpo (σαλάτα με χταπόδι), arancini με ξιφία και μελιτζάνα, λαχταριστά στρείδια και άλλες νοστιμιές με γεύση θάλασσας.
Από την Κατάνια η Αίτνα είναι μια δρασκελιά. Ανεβαίνοντας προς το ηφαίστειο το δάσος πυκνώνει, το μικροκλίμα αλλάζει, η θερμοκρασία πέφτει. Η πιο ανακουφιστική απάντηση στη ζέστη της Σικελίας είναι μια εκδρομή στην Αίτνα. Στη διαδρομή βλέπουμε αρκετές κωμοπόλεις και χωριά στους πρόποδες του βουνού. Οι Σικελοί δεν απομακρύνονται από το ενεργό ηφαίστειο, αντιθέτως έχουν μάθει να ζουν μαζί του. Αντιμετωπίζουν την εύφορη -λόγω ηφαιστειογενούς εδάφους- Αίτνα, τη γεμάτη ελαιόδεντρα, φρουτόδεντρα, μελίσσια και αμπέλια, ως τροφό γι’ αυτό και την αποκαλούν «Μάμα Αίτνα». Η περιοχή φημίζεται για τα κρασιά της, δυστυχώς εμείς δεν καταφέρνουμε να επισκεφθούμε κάποιο από τα οινοποιεία της, για να δοκιμάσουμε ερυθρά Etna Rosso από ποικιλία Nerello Mascalese ή λευκά Etna Bianco από ποικιλία Carricante. Αξίζει όμως να βάλετε μια τέτοια επίσκεψη στο πρόγραμμα, μαζί με κάποια από τις φυσιολατρικές δραστηριότητες που προσφέρονται στην περιοχή, από πεζοπορίες στους κρατήρες μέχρι εξερεύνηση ηφαιστειακών σπηλαίων. Εμείς κάνουμε μία σύντομη εξόρμηση στο βουνό, ακολουθώντας τη διαδρομή προς το Nicolοsi και καταλήγουμε σε ένα πλάτωμα για να θαυμάσουμε ένα τοπίο σε τόνους πράσινου-μαύρου, όπου το δάσος διακόπτεται από εκτάσεις στερεοποιημένης λάβας.
Το ταξίδι στη Σικελία πλησιάζει στο τέλος του. Για τον αποχαιρετισμό κατευθυνόμαστε προς τις Συρακούσες, μια πόλη που βρέχεται από τα νερά του Ιονίου και χωρίζεται στα δύο, στην κυρίως πόλη και στο νησάκι της Ορτυγίας. Βλέπουμε το αρχαίο λατομείο ύψους 23 μέτρων (το λεγόμενο «Αυτί του Διονυσίου»), περνάμε από την Κρήνη της Αρετούσας και καταλήγουμε στην Piazza Duomo. Εδώ, σε αυτη τη μεγάλη πλατεία αντικρίζουμε μια Σικελία όπου η αρχιτεκτονική δεν επιβάλλεται στους ανθρώπους, αντιθέτως τους αγκαλιάζει. Τα μέγαρα, όσο εκθαμβωτικά κι αν είναι, με τις λατινικές επιγραφές, τα εκκλησιαστικά σύμβολα και τα οικόσημα, δεν κλέβουν την παράσταση από τις οικογένειες που αφήνουν ελεύθερα τα παιδιά να τριγυρίσουν ανάμεσά τους, τα νεαρά κορίτσια που περπατάνε δυό δυό και τις φιλενάδες ετών 80 που παρατηρούν τον κόσμο πίνοντας το απεριτίφ τους.
Εις το επανιδείν, Σικελία… Ήσουν μια έκπληξη.
* «Ο Γατόπαρδος» είναι βιβλίο του Giuseppe Tomasi di Lampedusa, με κεντρικό ήρωα έναν Σικελό ευγενή του 19ου αι. Το 1963 το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη απο τον Λουκίνο Βισκόντι και το 2025 παρουσιάστηκε στην ομώνυμη μίνι σειρά του Netflix.
Διαβάστε ακόμα:
Cefalù: Η πανέμορφη πόλη της Σικελίας που μοιάζει με ελληνικό νησί
Εξερευνώντας 4 πόλεις της λεγόμενης «Magna Grecia»
Πώς είναι να κολυμπάς σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο τόνου στη Σικελία

