Αφήσαμε πίσω μας το γαλάζιο της Μεσογείου και τη Μάρσα Ματρούχ, το παραθαλάσσιο θέρετρο της Αιγύπτου, στρίψαμε αριστερά κι ακολουθήσαμε τον δρόμο προς τον νότο. Προορισμός μας η όαση της Σίβα στην καρδιά της Δυτικής Ερήμου. Και καθώς η Μάρσα Ματρούχ χάνεται στον καθρέφτη, χανόμαστε κι εμείς μέσα στην απεραντοσύνη και το απόλυτο τίποτα. Η έρημος που ανοίγεται μπροστά μας, μας τυλίγει σε μια αγκαλιά που είναι ταυτόχρονα μεγαλειώδης και τρομακτική.
Μια ευθεία 300 χιλιομέτρων, όπου η γεωμετρία της ασφάλτου προσπαθεί να δαμάσει το απόλυτο κενό της ερήμου. Δαμάζεται ωστόσο η ίδια λίγη ώρα αργότερα από τον Χαμσίν τον άνεμο της ερήμου που ξεσπά ασυγκράτητος παρασύροντας την άμμο στο πέρασμά του. Μια ωχρή ομίχλη καταπίνει τον δρόμο. Μοιάζει με βροχή, αλλά είναι οι άπειροι κόκκοι άμμου που χορεύουν στην έρημο, πάνω απ΄ την άσφαλτο.
Τα πάντα γύρω μας βάφονται στο χρώμα της σέπιας κι οι αποστάσεις χάνονται. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στο αδυσώπητο μεγαλείο της φύσης.
Παλαιότερα το ταξίδι από την Μάρσα Ματρούχ έως τη Σίβα διαρκούσε ημέρες. Πολλοί δεν τόλμησαν να το επιχειρήσουν κι άλλοι που τόλμησαν δεν κατάφεραν να το ολοκληρώσουν. Ανάμεσα σε αυτούς και η στρατιά του Πέρση Βασιλιά Καμβύση που ξεκίνησε από τις Θήβες να κατακτήσει την όαση, αλλά χάθηκε μέσα στην έρημο. Το κατάφερε όμως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μακεδόνας βασιλιάς, όταν επισκέφθηκε το Μαντείο του Άμμωνα, ένα από τα διάσημα Μαντεία της αρχαιότητας. Λέγεται πως δύο αετοί οδηγούσαν τον δρόμο του κι ο Αλέξανδρος έφθασε στη Σίβα μετά από 8 ημέρες.
Εμείς με αφετηρία την Αλεξάνδρεια θα φθάσουμε μετά από 8-9 ώρες. Βουτηγμένοι στην σκόνη της άμμου με οδηγό την νοητή ατέλειωτη ευθεία σε μεγάλο τμήμα της διαδρομής. Και μόλις νιώσαμε λίγο -πολύ να συνηθίζουμε στην σκόνη του Χαμσίν, το σύννεφο αρχίζει να υποχωρεί, διακρίνονται κάποια ανεμοδαρμένα μεθοριακά φυλάκια κι ύστερα μια βαθυπράσινη γραμμή εμφανίζεται στον ορίζοντα. Είναι οι πρώτες κορυφές των φοινίκων. Μπροστά μας ανοίγεταιη όαση της Σίβα ένα μοναδικό οικοσύστημα το οποίο η έρημος δεν κατάφερε να υποτάξει. Εδώ οι φοίνικες στέκονται αιώνιοι φρουροί, προσφέροντας σκιά και δροσιά σε μια γη που τους θερινούς μήνες φλέγεται. Στις κρυστάλλινες λίμνες της καθρεφτίζεται ο ουρανός και οι γλυκές πηγές της δίνουν ανάσα ζωής στο τοπίο.
Μια όαση που αναδύεται σαν οπτασία στην καρδιά της Δυτικής Ερήμου, σε ένα βύθισμα που φθάνει τα -19 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το τεκτονικό αυτό κοίλωμα ευνοεί την φυσική συγκέντρωση των υπόγειων υδάτων και την ανάβλυσή τους μέσα από θερμές και ψυχρές πηγές. Τα νερά πλούσια σε άλατα και ανόργανα στοιχεία τροφοδοτούν τις φυσικές λίμνες της καθώς και τα συστήματα άρδευσης που λειτουργούν από την αρχαιότητα.
Καθημερινότητα και παραδόσεις
Περιτριγυρισμένη από αμμόλοφους και ασβεστολιθικά βουνά, η όαση της Σίβα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη για εκατοντάδες χρόνια έως ότου διανοιχτεί το 1986 ο αυτοκινητόδρομος που την συνέδεσε με την Μάρσα Ματρούχ και την Μεσόγειο. Ωστόσο η απομόνωση και η απόσταση που την χωρίζει από άλλους προορισμούς στην Αίγυπτο (800 χλμ από το Κάϊρο και 600 από την Αλεξάνδρεια) συνέβαλε στην διατήρηση του σπάνιου οικοσυστήματος της. Η περιοχή ακόμη και σήμερα παραμένει ένα κρυμμένο διαμάντι, όπου οι ντόπιοι, Βέρβεροι ως επί το πλείστον φροντίζουν να διατηρούν την πολιτιστική τους ταυτότητα, τις παραδόσεις, την φυσική ομορφιά και την πλούσια ιστορία του τόπου. Η ζωή εδώ έχει τους δικούς της νωχελικούς ρυθμούς. Στους σκονισμένους δρόμους της κυκλοφορούν ελάχιστα αυτοκίνητα. Το κύριο μέσο μεταφοράς είναι τα τρίκυκλα κάτι αντίστοιχο με τα tuck tuck, ενώ πολλά από αυτά έχουν στη θέση του οδηγού μικρά παιδιά. Με μια απίστευτη σιγουριά και δεξιοτεχνία που γεννιέται από την ανάγκη, ελίσσονται ανάμεσα στους περαστικούς και τα γαϊδουράκια με τα κάρα που μεταφέρουν ανθρώπους και προϊόντα. Εντύπωση προκαλεί η απουσία γυναικών στους δρόμους. Εδώ οι δρόμοι ανήκουν στους άνδρες. Άνδρες είναι και οι έμποροι σχεδόν σε όλα τα καταστήματα. Στο κέντρο της πόλης βλέπεις γέροντες με λευκές κελεμπίες να κάθονται σε ξύλινα παγκάκια ή να πίνουν το τσάι τους σε μικρά καφέ και νεαρούς να συζητούν έντονα στην διάλεκτο Σίβι, την τοπική διάλεκτο των Βερβέρων. Οι γυναίκες παραμένουν αόρατες, φύλακες του σπιτιού και αν κάποια εμφανιστεί διασχίζει γρήγορα το δρόμο καλυμμένη από την κορυφή έως τα νύχια με το χιτζάμπ, ή όπως λέγεται εδώ tahruyt. Τα συντηρητικά ήθη της περιοχής επιβάλλουν στις παντρεμένες γυναίκες να μην βλέπουν το φως της ημέρας παρά μόνο μέσα από την σχισμή της σκούρας μπούρκας τους.
Στην Σίβα ή Σίουα και στους τέσσερις οικισμούς που εκτείνονται στην γύρω περιοχή κατοικούν περίπου 35.000 άνθρωποι. Το 80% είναι Βέρβεροι (Αμαζίγ) προερχόμενοι από την περιοχή του Μαγκρέμπ στη Βόρειο Αφρική, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εδώ πριν από τους Άραβες, τον 12ο αιώνα, καθώς η περιοχή διέθετε τους απαραίτητους πόρους για την επιβίωσή τους. Πενήντα χιλιόμετρα δυτικότερα από την όαση είναι τα σύνορα με την Λιβύη. Η Αίγυπτος προσάρτησε την όαση το 1820 στην διάρκεια της διακυβέρνησης του Μωχάμεντ Άλι.
Άνθρωποι της ερήμου, νομάδες, ανεξάρτητοι και απομονωμένοι οι Βέρβεροι, ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης και μετέφεραν προϊόντα από περιοχή σε περιοχή. Κύρια γλώσσα επικοινωνίας τους είναι τα Σίβι, μια βερβερική διάλεκτος των Αμαζίγ που μεταφέρεται προφορικά από γενιά σε γενιά. Οι περισσότεροι είναι δίγλωσσοι, ομιλούν και τα Αραβικά. Η κοινωνία τους οργανώνεται σε 11-12 φυλές, οι οποίες διοικούνται από συμβούλιο πρεσβυτέρων με επικεφαλής Σεϊχη. Έμφαση δίνεται στην αλληλεγγύη, την συλλογικότητα και την διαχείριση των κοινών πόρων, ιδίως του νερού και της γης. Οι γεωργικές πρακτικές που ακολουθούνται στην καλλιέργεια χουρμαδιάς, ελιάς και δημητριακών έχουν προσαρμοστεί απόλυτα στις συνθήκες της ερήμου και ρυθμίζονται από άγραφους κανόνες που εξασφαλίζουν την ισορροπία της κοινότητας. Στην όαση καλλιεργούνται 300.000 χουρμαδιές και 70.000 ελαιόδεντρα.
Στο Ιερό Μαντείο του Άμμωνα
Η γνωριμία μας με τα τοπόσημα της πόλης ξεκινά από το Μαντείο του Άμμωνος Διός (7ος αιώνας π.Χ.). Φημισμένο στα πέρατα του κόσμου κατά την αρχαιότητα το ιερό υψώνεται στην κορυφή του λόφου Αγκούρμι στα βορειανατολικά της πόλης. Εδώ έφθασε ο Μέγας Αλέξανδρος το 331 π.Χ. για να πάρει τον χρησμό του Μαντείου. Μια πράξη συμβολική και πολιτική που επικυρώθηκε με την θεϊκή επιβεβαίωση της καταγωγής και της αποστολής του. Από εκείνη την στιγμή ο Αλέξανδρος δεν ήταν κατακτητής, αλλά υιός Θεού και νόμιμος Φαραώ της Αιγύπτου. Η επίσκεψη προσέδωσε στο Μαντείο οικουμενική ακτινοβολία και η λατρεία του Άμμωνα Ρα ενσωματώθηκε στον ελληνιστικό κόσμο. Αν και σήμερα έχει χαθεί το μυστήριο που το περιέβαλε ανηφορίζοντας στον λόφο έχεις την αίσθηση πως πατάς σε ιερά βήματα. Τα ερείπια κι η σιωπή μεταφέρουν ψιθύρους αιώνων.
Ο ναός έχει χτιστεί από μεγάλες πλάκες τοπικού ασβεστόλιθου. Στις προσθήκες του, όπως και στον οικισμό που περιβάλλει το ναό στο λόφο Αγκούρμι έχει χρησιμοποιηθεί και το παραδοσιακό υλικό «Kershef», ένα μείγμα αλατιού και λάσπης από την όαση. Στα ερείπια του ναού που βλέπουμε σήμερα διατηρούνται τμήματα από την πρόσοψη, την είσοδο και τους εξωτερικούς τοίχους. Οι εσωτερικοί θάλαμοι και το Άδυτο, όπου οι ιερείς έδιναν τους χρησμούς είναι ακόμη προσβάσιμα. Στους εσωτερικούς τοίχους σώζονται σπαράγματα από αρχαίες ανάγλυφες παραστάσεις και μεταγενέστερες ελληνιστικές και ρωμαϊκές επιγραφές.
Λέγεται πως στο Άδυτο του ναού κατά την εαρινή και φθινοπωρινή ισημερία ο ήλιος ευθυγραμμίζονταν με τα παράθυρα και το ηλιακό φως εισέρχονταν στο ιερό, ένα φαινόμενο που αναδεικνύει την αστρονομική ακρίβεια της κατασκευής και παραπέμπει στο αντίστοιχο Άδυτο του ναού του Ραμσή Β’ στο Άμπου Σίμπελ.
Από την κορυφή του λόφου, έχουμε μια πανοραμική θέα της όασης. Το Μαντείο ήταν στενά συνδεδεμένο με έναν ακόμη ναό του Άμμωνα, τον Umm Ubayda που προϋπήρχε σε κοντινή απόσταση. Ο ναός χρονολογείται από την 30η Δυναστεία της Αρχαίας Αιγύπτου στη διάρκεια της βασιλείας του Φαραώ Νεκτανεβώ Β΄ (περίπου 360-342 π. Χ). Ο Umm Ubayda αν και επέζησε για αιώνες, υπέστη σοβαρές ζημιές το 1811 από σεισμό και το 1897 από έκρηξη δυναμίτιδας όταν ο τότε διοικητής ανατίναξε το μεγαλύτερο μέρος του προκειμένου να χρησιμοποιήσει τις πέτρες για την κατασκευή αστυνομικού τμήματος. Ανάμεσα στα ελάχιστα ερείπια που βλέπουμε σήμερα είναι ένας τοίχος, ο οποίος φέρει ιερογλυφικές παραστάσεις.
Κατηφορίζοντας ακόμη νοτιότερα φθάνουμε στην πιο επισκέψιμη πηγή της Σίβα, το Λουτρό της Κλεοπάτρας. Αν και φέρει το όνομα της βασίλισσας, λέγεται πως η Κλεοπάτρα δεν το επισκέφθηκε ποτέ. Η πηγή, μια από τις περίπου 300 πηγές που διαθέτει η όαση, είναι μια στρογγυλή πισίνα που περιβάλλεται από πέτρινο τοίχο με βαθυγάλαζα νερά, όπου κολυμπούν οι ντόπιοι, αλλά και κάποιοι τολμηροί τουρίστες. Από τα δημοφιλή αξιοθέατα της Σίβα το Λουτρό της Κλεοπάτρας πλαισιώνεται από ένα μικρό καφέ με κήπο και μερικούς υπαίθριους πάγκους με χειροτεχνήματα και σουβενίρ.
Το Όρος των νεκρών
Σε μικρή απόσταση στα βόρεια της πόλης υψώνεται το «Όρος των Νεκρών» ή Γκέμπελ ελ Μαούτα. Ένας ασβεστολιθικός λόφος γεμάτος λαξευτούς τάφους που χρονολογούνται από την 26η Δυναστεία έως και την Πτολεμαϊκή Περίοδο. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι κάτοικοι βρήκαν καταφύγιο στους τάφους για να προστατευθούν από τους βομβαρδισμούς με συνέπεια οι περισσότεροι να έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές. Ανάμεσα στους λιγοστούς που έχουν διατηρηθεί τα χρώματα είναι οι τάφοι: Ci- Amun, Meso -Isis, Pat-Hot και Grocodile. Ο πιο καλοδιατηρημένος ο Ci- Amun, είναι του 3ου αιώνα π. Χ. και ανήκει σε άνδρα ελληνικής καταγωγής, ο οποίος εικονίζεται στις τοιχογραφίες με την οικογένειά του και τους αιγυπτιακούς Θεούς. Στην οροφή του τάφου υπάρχει μία τοιχογραφία της Θεάς Μουτ, η οποία καταπίνει τον ήλιο και τον βγάζει από το κάτω μέρος του σώματος, συμβολίζοντας τον κύκλο της ζωής. Η εικόνα παραπέμπει στην αντίστοιχη τοιχογραφία της Θεάς στην οροφή του ναού της Άθωρ στα Δένδερα.
Ο τάφος του Pat-Hot είναι ο μεγαλύτερος από τους τέσσερις και φέρει τοιχογραφίες μόνο στον τελευταίο θάλαμο σε κόκκινο χρώμα. Στον τάφο Meso- Isis βλέπουμε τοιχογραφίες με απεικονίσεις του Όσιρι και της Ίσιδας, ενώ πάνω από την είσοδο απεικονίζονται 20 κόμπρες με τους ηλιακούς δίσκους του Ρα- Χωρακτή, μια άλλη μορφή του Ρα που παίρνει την μορφή του Ώρου. Ο ιδιοκτήτης του τάφου Grocodile του 2ου αιώνα μ. Χ παραμένει άγνωστος.
Σάλι: Η Λιωμένη Πόλη
Η καθημερινότητα στη Σίβα κυλά κάτω από την σκιά του φρουρίου της παλιάς πόλης. Το Σάλι, μια χωμάτινη μικρή καστρόπολη μοιάζει να αναδύεται από τα σπλάχνα της γης. Κουβαλώντας στις ράχες του κτήρια-φαντάσματα, λιωμένα από την βροχή, τον καιρό και τον χρόνο. Στέκεται εκεί σαν σιωπηλός φρουρός της αιωνιότητας που η καρδιά του έπαψε να χτυπά, αλλά ακόμη ορίζει τον τόπο.
Το φρούριο χτίστηκε το 1203 για να προστατέψει τους 40 επιζώντες μιας βίαιης επίθεσης των Βεδουίνων της ερήμου. Η οικοδόμηση του οικισμού βασίστηκε στην παραδοσιακή τεχνική Καρσίφ (karshef), τοπικό οικοδομικό υλικό από λάσπη, αλάτι και πηλό προερχόμενο από τις αλατούχες λίμνες της όασης και κορμούς από τις χουρμαδιές. Το υλικό προσέφερε εξαιρετική θερμομόνωση, αλλά ήταν ευάλωτο στην βροχή και την υγρασία. Αρχικά ο οικισμός είχε μία πύλη που άνοιγε το πρωί και έκλεινε με την Δύση του ηλίου. Κυκλικά υπήρχαν πηγάδια με νερό κι ένα ελαιοτριβείο. Αργότερα όταν αυξήθηκε ο πληθυσμός άνοιξε μία ακόμη πύλη. Κι όσο οι κάτοικοι πληθύνονταν πάνω από τα παλιά σπίτια προστίθεντο νέα, αυξάνοντας έτσι το ύψος του οικισμού, το οποίο έφθασε να έχει έως και έξι επίπεδα κατοικιών. Όλα αυτά έως το 1926, όταν μια τριήμερη καταρρακτώδης βροχή ανέτρεψε τα πάντα. Το Σάλι άρχισε να λιώνει κυριολεκτικά αφήνοντας άστεγους τους κατοίκους του. Έτσι οι Σιουάνοι αναγκάστηκαν να μεταφερθούν έξω από τα τείχη χτίζοντας νέες σύγχρονες κατοικίες υπό την σκιά του Σάλι. Το φρούριο με τα παλιά σπίτια παραμένει έως σήμερα ένα ιδιαίτερο μνημείο, σμιλεμένο από αλάτι και μνήμη. Το μοναδικό κτήριο που στέκεται όρθιο στην λιωμένη περιοχή είναι το παλιό τζαμί το οποίο συντηρείται σχολαστικά συμβολίζοντας την πίστη που αντέχει στο χρόνο. Το τζαμί με τον ιδιαίτερο κωνικό μιναρέ είναι αφιερωμένο στον Σίντι Σουλεϊμάν, τον προστάτη άγιο και ιστορικό ιμάμη της πόλης, έναν πνευματικό στύλο της Σίβα, το όνομα του οποίου είναι συνδεδεμένο με την επιβίωση και την ενότητα των κατοίκων.
Ανηφορίζοντας στα δρομάκια του Σάλι έχεις την αίσθηση πως κάθε γωνιά αφηγείται τη δική της μοναδική ιστορία, πως ένα αόρατο χέρι ξύνει τους τοίχους, σκορπώντας τους κόκκους του παρελθόντος. Ιστορίες μυστηρίου, επιβίωσης, αγώνα, ελπίδας και προσμονής. Φθάνοντας στην κορυφή ανταμείβεσαι με το εκπληκτικό πανόραμα της όασης. Χιλιάδες φοινικιές απλώνονται ως εκεί που φθάνει το μάτι. Η σύγχρονη πόλη τυλιγμένη στην πράσινη αγκαλιά των φοινικόδεντρων σφύζει από ζωή επιβεβαιώνοντας την δύναμη της ανθρώπινης θέλησης απέναντι στην απεραντοσύνη της ερήμου.
Η Σίβα διαθέτει αρκετά εστιατόρια και μικρά καταστήματα με σουβενίρ, είδη χειροτεχνίας και καλαθοπλεκτικής. Φημίζεται για τα χειροποίητα καλάθια από φοίνικα, τα κεντήματα, τα βερβέρικα κοσμήματα και κιλίμια, τα διάφορα είδη χουρμάδων αλλά και το νόστιμο ζεστό ψωμί aish, μια λεπτή αφράτη ζύμη που ψήνεται στους ξυλόφουρνους.
Στο κέντρο της, στο παραδοσιακό «Σπίτι-μουσείο της Σίβα» εκτίθενται χαρακτηριστικά παλιά σκεύη, ενδυμασίες, κοσμήματα και χειροτεχνήματα.
Αφήνοντας πίσω μας το φρούριο, κατευθυνόμαστε στην Μπιρκέτ Σίουα, μια μεγάλη αλμυρή λίμνη, σε μικρή απόσταση από το κέντρο της πόλης. Στα γκριζογάλανα νερά της επιπλέει το νησί Φατνάς. Δηλαδή δεν είναι ακριβώς νησί, αλλά μια χερσόνησος με φοίνικες που εισχωρεί στην λίμνη μέσω μιας στενής λωρίδας γης. Το Φατνάς είναι διάσημο για το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα που θα απολαύσουμε κι εμείς, την θέα στα ήρεμα νερά της λίμνης και τις αλυκές. Η όαση διαθέτει πέντε μεγάλες λίμνες, η μεγαλύτερη λίμνη η Ζεϊτούν βρίσκεται εκτός όασης.
Οι Λίμνες του Αλατιού
Η ανατολή μας βρίσκει και πάλι να περιπλανιόμαστε στις όχθες των λιμνών. Με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου το τοπίο γύρω μας μεταμορφώνεται. Πιο πέρα οι Λίμνες του Αλατιού δημιουργούν ένα παιχνίδι ψευδαισθήσεων με τα κρυστάλλινα τιρκουάζ νερά.
Η μεγαλύτερη έκπληξη όμως έρχεται από τον χορό του αφράλατου. Ένας αέρινος, βουβός χορός που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια μας καθώς βαδίζουμε προς τις Λίμνες-Αλυκές. Αμέτρητες απαλές λευκές νιφάδες από το αφράλατο που συσσωρεύεται στις όχθες παρασύρονται από το άγγιγμα του ανέμου και στροβιλίζονται μαζί του σε μια σφιχτή αγκαλιά πάνω από το σκούρο οδόστρωμα. Άλλες κρυσταλλώνονται στις όχθες με το αλάτι σαν παγωμένες λευκές δαντέλες κάτω από το πρωινό φως.
Εικόνες απόκοσμες, μαγευτικές που θυμίζουν πως η Σίβα είναι ένας άλλος πλανήτης κρυμμένος στην έρημο.
Οι αλατούχες λίμνες αποτελούν μοναδικό θησαυρό για την όαση, καθώς προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες που αναζητούν χαλάρωση και αναζωογόνηση. Τα νερά τους είναι γνωστά για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες στο δέρμα και την ανακούφιση από παθήσεις, όπως οι ρευματισμοί και οι αρθρίτιδες. Ωστόσο στις λίμνες αυτές δεν μπορείς να κολυμπήσεις, απλώς επιπλέεις. Η περιεκτικότητα σε αλάτι ειδικά στις λίμνες των Αλυκών, υπερβαίνει το 95% και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή καθώς αν εισχωρήσει το νερό στα μάτια θα προκαλέσει έντονη ενόχληση και η εμπειρία θα είναι δυσάρεστη. Οι λίμνες των Ορυχείων Αλατιού δημιουργήθηκαν από την εξόρυξη και στις όχθες τους το αλάτι σχηματίζει λαμπερά κρύσταλλα δίνοντας την εντύπωση ενός παγωμένου τοπίου.
Οι λίμνες της Σίβα βρίσκονται στα ανατολικά και δυτικά της όασης. Η Ζεϊτούν το καλοκαίρι σχεδόν στεγνώνει, μένει με το αλάτι της. Το ύψος του νερού στις πιο αβαθείς δεν ξεπερνά τους 20 πόντους.
Η Μεγάλη Θάλασσα Άμμου
Και μετά από τις λίμνες ήρθε η ώρα να βουτήξουμε στην Μεγάλη Θάλασσα Άμμου. Ο Ασμάν ξεφούσκωσε ελαφρά τα λάστιχα του 4Χ4 και πήραμε το δρόμο για την Δυτική Έρημο.
Η Δυτική Έρημος είναι μια απέραντη κυματιστή θάλασσα από άμμο. Ένας ωκεανός από κεχριμπαρένιο φως και σιωπή. Με πυραμοειδείς κοφτερούς αμμόλοφους που αλλάζουν σχήματα και μεταμορφώνονται ανάλογα με τις διαθέσεις και το φύσημα του ανέμου.
Κάποτε την μεγάλη αυτή θάλασσα άμμου διέσχιζαν καραβάνια με τις καμήλες, τα «πλοία της ερήμου» φορτωμένα λιβάνι, μετάξι και μπαχαρικά. Οι καμηλιέρηδες με πρόσωπα σκαμμένα από την άμμο και την αλμύρα ακολουθούσαν τα αστέρια αναζητώντας την δροσιά του ίσκιου και του νερού στην πράσινη όαση.
Το 4Χ4 γλιστρά στις απότομες πλαγιές των αμμόλοφων σαν πλοιάριο κόντρα στα κύματα και τον άνεμο. Μια μαγευτική περιπλάνηση που μας αποκαλύπτει τα κρυμμένα μυστικά και τα μικρά πράσινα θαύματα της Δυτικής Ερήμου. Δροσερές λίμνες και θερμές πηγές, που καλύπτονται πίσω από πράσινες φυλλωσιές, φοινικόδεντρα και καλαμιές. Φυσικές πισίνες, όπως η Bir Wahed που προσφέρει μια σουρεαλιστική εμπειρία κολύμβησης σε λευκόχρυσο, μεταξένιο φόντο.
Τα προϊστορικά μυστικά του τοπίου αποκαλύπτονται από τα διάσπαρτα ασβεστολιθικά πετρώματα. Παράξενοι σχηματισμοί κι απολιθώματα που απεικονίζουν κοχύλια και διάφορα όστρακα, μας υπενθυμίζουν ό τι εδώ που πατάμε εκατομμύρια χρόνια πριν απλωνόταν ο προϊστορικός ωκεανός της Τηθύος.
Η Μεγάλη Θάλασσα Άμμου καλύπτει μια τεράστια έκταση 72.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων ανάμεσα στην Δυτική Αίγυπτο και την Ανατολική Λιβύη στην Βόρεια Αφρική. Το μεγαλύτερο τμήμα της ερήμου καλύπτεται από αμμόλοφους με έναν από τους μεγαλύτερους καταγεγραμμένους να έχει μήκος 140 χιλιομέτρων. Οι αμμόλοφοι καλύπτουν το 10% της συνολικής έκτασης της Δυτικής Ερήμου της Αιγύπτου. Η Σίβα είναι η ανατολική πύλη για την είσοδο στην Μεγάλη Θάλασσα Άμμου.
Και καθώς πέφτει η νύχτα στην έρημο οι Σιουάνοι οδηγοί στρώνουν βερβέρικα κιλίμια και μας καλούν να συγκεντρωθούμε γύρω από την φωτιά. Ετοιμάζουν το παραδοσιακό τσάι της ερήμου, που μοσχοβολά λεμονόχορτο. Μια απόλυτη σιωπή απλώνεται γύρω από την φωτιά. Την διακόπτει μόνο ο άνεμος που μετακινεί κόκκο προς κόκκο τους αμμόλοφους, θυμίζοντάς μας πως στην έρημο τίποτα δεν μένει ίδιο, εκτός από την ανάγκη του ανθρώπου να βρίσκει καταφύγιο στην ομορφιά.
Διαβάστε ακόμα:
Ο Αμαζόνιος μέσα από τον φακό: Εκεί όπου το ποτάμι γίνεται η αρχή μιας ολόκληρης ζωής
Ταξίδι ζωής στη Ναμίμπια: Εκεί όπου η έρημος σμίγει με τον ωκεανό

