Το Λονδίνο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις ως ταξιδιωτικός προορισμός. Είναι μία πόλη σύγχρονη και ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένη με το παρελθόν της, πολυπολιτισμική όμως με γειτονιές που διατηρούν έντονα τη δική τους ταυτότητα, πολύπλοκη στα πρώτα βήματα και όλο και πιο οικεία όσο την ανακαλύπτεις. Είναι μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις και αυτή η συνεχής εναλλαγή είναι, για εμένα, ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία που την κάνουν τόσο ενδιαφέρουσα.
Μέσα σε μία μέρα, από το πρωί έως το βράδυ, το Λονδίνο μου επιτρέπει να βρεθώ μπροστά σε έργα που διατρέχουν αιώνες τέχνης και ιστορίας σε ένα από τα μεγάλα μουσεία του, να ανακαλύψω μια νέα έκθεση σε μια μικρή gallery, να περπατήσω ανάμεσα στα γεωργιανά κτίρια του Bloomsbury και λίγες ώρες αργότερα να χαθώ στους γεμάτους δρόμους του Soho. Με τον ίδιο τρόπο απολαμβάνω να ανακαλύπτω τις γαστρονομικές επιλογές μιας πόλης. Ως μέρος της ίδιας της διαδρομής, καθώς η πόλη ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Ένα εστιατόριο μπορεί να γίνει η αφορμή να γνωρίσω μια γειτονιά στην οποία, διαφορετικά, ίσως να μην βρισκόμουν, ένα μικρό deli μια στάση στη μέση μιας μεγάλης βόλτας και ένα food market μια ευκαιρία να δοκιμάσω διαφορετικές γεύσεις στο ίδιο μέρος.
Στο Λονδίνο, το φαγητό έχει, έτσι κι αλλιώς, πρωταγωνιστικό ρόλο. Η γαστρονομική σκηνή είναι εξίσου πολυσυλλεκτική με την ίδια την πόλη. Από εστιατόρια που βρίσκονται φωλιασμένα στην ίδια διεύθυνση εδώ και δεκαετίες μέχρι νέες αφίξεις που επαναπροσδιορίζουν τη σύγχρονη βρετανική κουζίνα, οι επιλογές δύσκολα περιορίζονται σε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση. Στην ίδια πόλη συνυπάρχουν γεύσεις, παραδόσεις και τρόποι μαγειρικής που προέρχονται από διαφορετικά μέρη του κόσμου, παράλληλα με την βρετανική κουζίνα που εξελίσσεται και αποκτά συνεχώς νέες εκφράσεις. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη είναι που κάνει το φαγητό έναν ακόμη τρόπο να γνωρίσει κανείς το Λονδίνο: μέσα από τις γειτονιές του, τους ανθρώπους του και τις διαφορετικές ιστορίες που έχουν βρει τη θέση τους στην πόλη.
Βρίσκομαι στο Λονδίνο για μερικές ημέρες και στη λίστα μου, ανάμεσα σε μουσεία, εκθέσεις και γειτονιές που θέλω να περπατήσω, υπάρχουν πάντα και μερικές διευθύνσεις για φαγητό. Κάποιες τις έχω σημειώσει (έχοντας κάνει την έρευνά μου) πριν ακόμη φτάσω, ενώ άλλες προκύπτουν στην πορεία. Αφήνω το φαγητό να γίνεται μέρος της διαδρομής.
Υπάρχει βέβαια κάτι που πάντοτε προτιμώ να έχω οργανώσει πριν από κάθε ταξίδι: τον τρόπο με τον οποίο θα κάνω τις καθημερινές μου συναλλαγές, ιδιαίτερα όταν ταξιδεύω σε μία χώρα με διαφορετικό νόμισμα. Εδώ, όπου οι καθημερινές συναλλαγές πραγματοποιούνται σε βρετανικές λίρες, είναι σημαντικό να γνωρίζω από πριν τα επιπρόσθετα κόστη κάθε αγοράς. Όμως με κάθε κάρτα της οικογένειας Aegean της Alpha Bank μπορώ να πληρώνω σε λίρες χωρίς προμήθεια μετατροπής νομίσματος και χωρίς μικρά γράμματα περιορισμών για όρια συναλλαγών ή συγκεκριμένες μέρες ισχύς της
προσφοράς. Επομένως, από τον πρώτο πρωινό καφέ της ημέρας, έως το βραδινό μου γεύμα, δεν χρειάζεται να συνυπολογίζω αυτή την επιπρόσθετη χρέωση κάθε φορά που χρησιμοποιώ την κάρτα μου. Με τα πρακτικά ζητήματα οργανωμένα, μένει μοναχά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι: οι ίδιες οι διαδρομές της πόλης. Και κάπως έτσι ξεκινά το ταξίδι και τα 3 εστιατόρια που αποτελούν must στάσεις.

Fallow: Η σύγχρονη πλευρά της βρετανικής κουζίνας
Πρώτη στάση: Haymarket
Βρίσκομαι στην καρδιά του Λονδίνου, λίγα μόλις βήματα από την Piccadilly Circus. Εδώ, από το 2021, βρίσκεται το Fallow, το εστιατόριο των chefs Jack Croft και Will Murray, σε συνεργασία με τον επιχειρηματία James Robson. Η φιλοσοφία του βασίζεται σε αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν conscious gastronomy (συνειδητή γαστρονομία). Η βρετανική πρώτη ύλη, η εποχικότητα, η δημιουργική αξιοποίηση των προϊόντων και η προσπάθεια περιορισμού της σπατάλης βρίσκονται στο επίκεντρο.
Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους που ήθελα να γνωρίσω το Fallow από κοντά. Όταν η βιωσιμότητα δεν αποτελεί απλώς μέρος της φιλοσοφίας, αλλά φτάνει στο πιάτο που σερβίρεται στο τραπέζι, τότε η εμπειρία περνά σε διαφορετικό επίπεδο. Οι chefs αναζητούν συνεχώς τρόπους να αξιοποιήσουν υλικά και μέρη ενός προϊόντος που συχνά μένουν στο περιθώριο και τα ενσωματώνουν σε μία σύγχρονη, αρκετά δημιουργική εκδοχή της βρετανικής κουζίνας. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το καπνιστό κεφάλι μπακαλιάρου με το δικό τους sriracha butter, ενώ στο μενού συναντά κανείς βρετανικό μοσχάρι, χοιρινό, στρείδια και εποχικά λαχανικά σε συνδυασμούς που ξεφεύγουν από την κλασική εικόνα της βρετανικής κουζίνας.
Και γύρω από το τραπέζι, που γεμίζει σταδιακά με διαφορετικές γεύσεις, το ίδιο το εστιατόριο είναι σύγχρονο και ζωντανό, όπως άλλωστε και το σημείο της πόλης στο οποίο βρίσκεται. Η ανοιχτή κουζίνα δημιουργεί έναν ποιητικό διάλογο με τους επισκέπτες του χώρου, καθώς οι σχεδόν χορευτικές κινήσεις της ομάδας πίσω από τον πάγκο τραβούν το βλέμμα και κάνουν την προετοιμασία μέρος της ίδιας της εμπειρίας.
Café Deco: Η εποχικότητα στο επίκεντρο
Επόμενη στάση: Store Street, Bloomsbury
Το Bloomsbury είναι από εκείνες τις γειτονιές του Λονδίνου που απολαμβάνω να περπατώ και να εξερευνώ. Ανάμεσα στις γεωργιανές προσόψεις, τις μικρές πλατείες και τα βιβλιοπωλεία, στη Store Street, βρίσκεται το Café Deco, δημιουργία της chef Anna Tobias και της ομάδας του 40 Maltby Street, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως εστιατόριο, bar και wine shop (κάβα).
Μπαίνοντας, επικεντρώνω το ενδιαφέρον μου στην απλότητα του χώρου. Η λιτή αισθητική και ο σχεδόν ταπεινός χαρακτήρας του μαγαζιού δημιουργούν αμέσως μία αίσθηση οικειότητας, η οποία επιτρέπει στον επισκέπτη να μετατοπίσει όλη του την προσοχή στο γαστρονομικό ταξίδι που επρόκειτο να βιώσει.
Για μένα, ο βασικός λόγος επίσκεψης στο Café Deco είναι το μενού και αυτό γιατί αφενός αλλάζει ολόκληρο κάθε εβδομάδα και αφετέρου διότι ακόμη και καθημερινά μπορεί να υπάρξουν διαφοροποιήσεις, ανάλογα με την εποχή και τα προϊόντα που είναι διαθέσιμα. Η τελετουργία είναι απλή: κάθομαι και διαβάζω τον κατάλογο. Διαλέγω πιάτα και ένα ενδιαφέρον μπουκάλι κρασί από τη διαθέσιμη λίστα. Οι επιλογές κρασιών προέρχονται από ανεξάρτητους παραγωγούς χαμηλής παρέμβασης, με νέες ετικέτες να προστίθενται κάθε εβδομάδα. Ακόμη και τα κρασιά που προσφέρονται σε ποτήρι αλλάζουν καθημερινά.
Το Café Deco έχει καταφέρει να προσφέρει μοναδική εμπειρία σε κάθε επίσκεψη, αρκεί η επιστροφή να είναι γεμάτη ενθουσιασμό και μπόλικη περιέργεια. Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πιάτο που έχω έρθει αποφασισμένη να δοκιμάσω. Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο να δω τι υπάρχει στο μενού τη συγκεκριμένη ημέρα και αυτή η μικρή δόση απρόβλεπτου ταιριάζει όμορφα σε κάθε ταξίδι.
Andrew Edmunds: Η διαχρονική πλευρά του Soho
Τρίτη στάση: Lexington Street, Soho
Στη Lexington Street, πίσω από τους πολυσύχναστους δρόμους του Soho, το Andrew Edmunds βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση από το 1985. Στεγάζεται σε ένα διατηρητέο γεωργιανό κτίριο του 18ου αιώνα και συστήνεται ως ένα από τα τελευταία σημεία όπου μπορεί κανείς να αναζητήσει κάτι από το παλιό Soho.
Περνώντας την πόρτα του, η ατμόσφαιρα αλλάζει αμέσως. Ο φωτισμός είναι χαμηλός και τα τραπέζια βρίσκονται τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ κεριά μέσα σε παλιά μπουκάλια κρασιού φωτίζουν διακριτικά τον χώρο. Το εστιατόριο μοιάζει όντως να έχει παραμείνει σχεδόν ανέγγιχτο από τον χρόνο.
Παίρνουμε τις θέσεις μας στο τραπέζι και μπροστά μας καταφθάνει ένα χειρόγραφο μενού. Το μενού αλλάζει καθημερινά, ακολουθώντας την εποχικότητα, με πιάτα ευρωπαϊκής κουζίνας και κυρίως γαλλικές και ιταλικές επιρροές. Εξίσου σημαντικό μέρος της εμπειρίας είναι και το κρασί, με μία λίστα που στο Andrew Edmunds αποτελεί εδώ και χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του. Οι επιλογές προέρχονται από διαφορετικές περιοχές, ενώ υπάρχουν και παλαιότερες ετικέτες που δεν συναντά κάποιος εύκολα σε εστιατόρια του κεντρικού Λονδίνου. Κάπου ανάμεσα στο χειρόγραφο μενού, ένα μπουκάλι κρασί και το φως των κεριών, καταλαβαίνω καλύτερα γιατί αυτή η μικρή διεύθυνση της Lexington Street παραμένει εδώ για περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Δύο επιπλέον προτάσεις για το λονδρέζικο γαστρονομικό ταξίδι
Τα παραπάνω τρία εστιατόρια αποτελούν σίγουρα τον βασικό κορμό της λίστας μου, υπάρχουν, όμως, δύο επιπλέον διευθύνσεις που θα σημείωνα πριν από ένα ταξίδι στο Λονδίνο.
Στο Mayfair, το Mercato Mayfair αξίζει μια επίσκεψη τόσο για το φαγητό όσο και για τον ίδιο τον χώρο του. Ένα food market που στεγάζεται στην πρώην εκκλησία St. Mark’s, με τα βιτρό και την αρχιτεκτονική του ναού να συνυπάρχουν με τις διαφορετικές κουζίνες και γεύσεις κάτω από την ίδια στέγη.
Και για απλή αλλά καθόλα ενδιαφέρουσα στάση, στην Marylebone Lane βρίσκεται το Paul Rothe & Son, ένα μικρό delicatessen και sandwich shop. Με ιστορία που ξεκινά το 1900 και παραμένει μέχρι σήμερα στα χέρια της ίδιας οικογένειας, σερβίρει sandwiches που ετοιμάζονται κατά παραγγελία και σπιτικές ζεστές σούπες, ανάμεσα σε ράφια γεμάτα μαρμελάδες, chutneys και κάθε λογής προϊόντα delicatessen.
Ανακαλύπτοντας το Λονδίνο μέσα από τις γεύσεις του, αντιλαμβάνομαι για ακόμη μία φορά πόσο στενά συνδέεται το φαγητό με την εμπειρία ενός ταξιδιού. Συνήθως επιστρέφω από ένα ταξίδι με περισσότερα σημειωμένα σημεία στον χάρτη από όταν ξεκίνησα. Διευθύνσεις στις οποίες θα ήθελα να επιστρέψω, μέρη που δεν πρόλαβα να δω και μικρές ανακαλύψεις που περνούν αυτόματα στη λίστα για την επόμενη φορά. Το Λονδίνο είναι μία πόλη που αφήνει περισσότερα σημεία εξερεύνησης και ανακάλυψης για κάθε επόμενη επίσκεψη.
Μέχρι τότε, ακόμη και οι συναλλαγές που κάνω όσο ταξιδεύω μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελος του επόμενου ταξιδιού, στον ίδιο ή σε άλλο προορισμό. Γιατί χρησιμοποιώντας, μια κάρτα της οικογένειας Aegean από την Alpha Bank συγκεντρώνω Bonus πόντους από τις αγορές μου, τους οποίους μπορώ να μετατρέψω σε Miles+Bonus μίλια εξαργύρωσης στο επόμενό μου ταξίδι. Και αν μάλιστα η κάρτα που έχω επιλέξει είναι η Aegean Bonus Visa Premium, έχω πάντα στο νου μου, το δωρεάν αεροπορικό εισιτήριο συνοδού και τα εκπτωτικά vouchers για πτήσεις, μαζί με όλα τα άλλα προνόμια, όπως για παράδειγμα τη δωρεάν επιλογή Up Front θέσης και την πρόσβαση σε υπηρεσίες προτεραιότητας Fast Track. Και κάπως έτσι, κάθε επιστροφή από ένα ταξίδι φέρνει σχεδόν πάντα μαζί της και τις πρώτες σκέψεις για το επόμενο.

