Η Τιφλίδα είναι από εκείνες τις πόλεις που σε κάνουν να αλλάζεις συνεχώς διάθεση χωρίς να το καταλάβεις. Μέσα σε λίγες ώρες, βρίσκεσαι να πίνεις specialty coffee απέναντι από μια όπερα με μαυριτανικούς τρούλους, να χάνεσαι σε αυλές με ξύλινα μπαλκόνια, να πίνεις natural wine σε πρώην σοβιετικά εργοστάσια και να καταλήγεις σε θειούχα λουτρά που λειτουργούν εδώ και αιώνες. Η πρώτη μου φορά εδώ δεν είχε τίποτα από αυτό που περίμενα και μάλλον εκεί βρίσκεται όλη η γοητεία της πόλης. Είναι χαοτική, δημιουργική, ανεπιτήδευτη και γεμάτη αντιθέσεις που τελικά βγάζουν απόλυτο νόημα.
Η Γεωργία βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας, ανάμεσα στον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα, και αυτό φαίνεται παντού: στην κουζίνα, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική, ακόμη και στον τρόπο που οι άνθρωποι κάθονται γύρω από ένα τραπέζι. Εδώ γεννήθηκε μία από τις αρχαιότερες οινικές παραδόσεις στον κόσμο, με κρασί που παράγεται εδώ και 8.000 χρόνια σε qvevri, τα τεράστια πήλινα δοχεία θαμμένα κάτω από τη γη. Και η Τιφλίδα λειτουργεί σαν το σύγχρονο πρόσωπο αυτής της παράδοσης: λίγο Ανατολή, ολίγο Σόβιετ Βερολίνο, λίγο παλιά αυτοκρατορία, λίγο μέλλον.
Κάπως έτσι πέρασαν οι πιο γεμάτες 72 ώρες μου στην πόλη.
Ημέρα 1: Η παλιά πόλη, τα λουτρά και η πρώτη γνωριμία με τη γεωργιανή κουζίνα
Το πρωί ξεκινά ιδανικά στη κεντρική λεωφόρο Rustaveli, απέναντι από το επιβλητικό Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου Τιφλίδας. Το κτίριο μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικό, με ανατολίτικες καμάρες και μαυριτανικές λεπτομέρειες που θυμίζουν περισσότερο παλάτι παρά όπερα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το Kvarts Coffee, ένα μικρό specialty coffee spot που έχει εξελιχθεί σε σημείο συνάντησης της νέας δημιουργικής σκηνής της πόλης.
Ο χώρος είναι μικρός, industrial αλλά ζεστός, γεμάτος νεαρούς locals που δουλεύουν στα laptops τους ή περιμένουν take away flat whites. Εδώ ο καφές γίνεται μικρή performance: όσο περιμένεις, ο barista μπορεί να σχεδιάσει το πορτρέτο σου πάνω στο ποτήρι. Ακούγεται τουριστικό gimmick, αλλά λειτουργεί απόλυτα μέσα στη χαλαρή αισθητική της Τιφλίδας. Δοκιμάστε flat white και churchkhela, το κολασμένο παραδοσιακό γεωργιανό γλυκό με καρύδια και συμπυκνωμένο σταφυλόχυμο που μοιάζει με κερί.
Από εκεί ξεκινά η βόλτα προς την Dzveli Tbilisi, την παλιά πόλη. Ξύλινα μπαλκόνια που γέρνουν σχεδόν πάνω από τα στενά, αυλές γεμάτες αμπέλια, φθαρμένες προσόψεις σε παστέλ χρώματα και καλώδια που μπλέκονται πάνω από το κεφάλι σου. Η πόλη έχει μια ακατέργαστη ομορφιά που δεν προσπαθεί να γίνει “instagrammable”, αλλά σε γοητεύει σε κάθε βήμα.
Στον Καθεδρικό Ναό Σιόνι (Sioni) στην Παλιά Πόλη της Τιφλίδας, θα συναντήσετε έναν ιστορικό, ενεργό Γεωργιανός Ορθόδοξος ναό, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Χτισμένος αρχικά τον 6ο-7ο αιώνα, φυλάσσεται ο σταυρός της Αγίας Νίνο, που έφερε τον Χριστιανισμό στη Γεωργία τον 4ο αιώνα. Λίγο πιο πέρα, η Εκκλησία Μετέχι στέκεται πάνω από τον ποταμό Mtkvari με θέα που κάνει όλη την πόλη να μοιάζει κινηματογραφική.
Για μεσημέρι, κατέβηκα στο Salobie Bia στο Sololaki. Κατεβαίνοντας την οδό Machabeli, σχεδόν το προσπερνάς. Ένα μικρό, υπόγειο μαγαζί με μια ταμπέλα Gault & Millau που σε κάνει να σταματήσεις δεύτερη φορά. Έτσι κατέβηκα κι εγώ κάπως διστακτικά στο υπόγειο χώρο του εστιατορίου.
Το Salobie Bia είναι ένα άκρως εντυπωσιακό μέρος γεμάτο με γκραβούρες, αναμνηστικά από την σοβιετική εποχή, καθρέπτες και άπειρα αντικείμενα στους τοίχους. Εδώ, τα όσπρια γίνονται σχεδόν υψηλή γαστρονομία. Το lobio είναι το signature πιάτο, αλλά τίποτα δεν είναι πραγματικά «απλό»: ντομάτες, jonjoli, φασόλια σε διαφορετικές υφές, όλα δουλεμένα με ακρίβεια. Η σάλα θυμίζει παλιό γεωργιανό σπίτι, διακοσμημένη με ξύλινα τραπέζια και κεραμικά και μια αίσθηση φιλοξενίας που δύσκολα βρίσκεις σε πιο polished εστιατόρια. Και μετά έρχεται το dessert: sorbet δαμάσκηνο με λευκή σοκολάτα. Απρόσμενο και ίσως από τα καλύτερα πράγματα που έφαγα στην πόλη.
Το απόγευμα κατεβαίνω προς τη συνοικία Abanotubani, όπου βρίσκονται τα διάσημα θειούχα λουτρά που ουσιαστικά «γέννησαν», κατά τον θρύλο, την Τιφλίδα. Η λέξη “tbili” σημαίνει ζεστός στα γεωργιανά, και οι θερμές πηγές ήταν ο λόγος που ιδρύθηκε η πόλη. Στο Orbeliani Baths, με τη χαρακτηριστική περσική πρόσοψη από μπλε μωσαϊκά, κλείνω ένα ιδιωτικό δωμάτιο και για μία ώρα χάνω κάθε αίσθηση χρόνου. Θερμές πισίνες, μασάζ, περιποίηση προσώπου όλα σε τιμή άκρως ικανοποιητική.
Το βράδυ ανεβαίνω με το τελεφερίκ στο Narikala Fortress. Χτισμένο στρατηγικά πάνω από την πόλη, στους πρόποδες της κορυφογραμμής Sololaki, το φρούριο δημιουργήθηκε ως οχυρωμένος πυρήνας που επέβλεπε τις πεδιάδες και προστάτευε τη γύρω περιοχή χάρη στα φυσικά φαράγγια και τις απότομες πλαγιές που το περιέβαλλαν. Από τον πρώιμο Μεσαίωνα, η ακρόπολη δεν λειτουργούσε μόνο ως αμυντικό έργο αλλά και ως πολιτικό και κοινωνικό σύμβολο: μέσα στα τείχη ζούσαν οι άρχοντες και οι εύποροι έμποροι, ενώ έξω από αυτά αναπτυσσόταν η πιο ζωντανή πλευρά της πόλης, γεμάτη τεχνίτες, εμπόρους και αγορές. Τον 5ο αιώνα, ο βασιλιάς Vakhtang Gorgasali μετέφερε εδώ το κέντρο εξουσίας του Βασιλείου της Ιβηρίας, καθιερώνοντας την Τιφλίδα ως νέα πρωτεύουσα. Τα αρχαιότερα τμήματα του φρουρίου, όπως ο βορειοανατολικός πύργος της εισόδου, ήταν χτισμένα από κομμένη πέτρα, με εντυπωσιακή ακρίβεια για την εποχή, αν και σήμερα μεγάλο μέρος των τειχών αποτελείται από πιο ακατέργαστη πέτρα και τούβλο, αποτέλεσμα αλλεπάλληλων επιδιορθώσεων, πολιορκιών και ανακατασκευών μέσα στους αιώνες.
Το βράδυ αξίζει να το κρατήσεις για το Restaurant Littera, κρυμμένο πίσω από το ιστορικό Writers’ House of Georgia στην παλιά πόλη. Η αυλή του, κάτω από ένα τεράστιο πεύκο και ανάμεσα σε κισσούς και πέτρινους τοίχους, μοιάζει περισσότερο με μυστικό κήπο παρά με εστιατόριο στο κέντρο της πόλης. Εδώ η σεφ Tekuna Gachechiladze, μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης γεωργιανής γαστρονομίας, επαναπροσδιορίζει τις παραδοσιακές γεύσεις της χώρας με τρόπο σύγχρονο αλλά απόλυτα γειωμένο στην τοπική κουζίνα. Το κλασικό elarji μετατρέπεται σε τραγανές κροκέτες από sulguni cheese με σάλτσα αμυγδάλου, ενώ το beef tartare αποκτά ένταση από adjika και τουρσί μπουμπούκια bladderwort. Η wine list κινείται γύρω από low-intervention και βιοδυναμικά γεωργιανά κρασιά μικρών παραγωγών, ενώ τα τοπικά brandies συμπληρώνουν ιδανικά μια από τις πιο refined αλλά ανεπιτήδευτες γαστρονομικές εμπειρίες της Τιφλίδας.
Και μετά cocktails στο Apotheka, κρυμμένο σε ένα παλιό κτίριο της πόλης, το cocktail bar της διάσημης Γεωργιανής chef Tekuna Gachechiladze μοιάζει σαν κινηματογραφικό σκηνικό μιας άλλης εποχής. Οι bartenders φορούν λευκές ιατρικές ποδιές, τα cocktails έχουν ονόματα εμπνευσμένα από φάρμακα και θεραπείες, όπως το “Penicillin” ή το “Vitamin C” και σερβίρονται μέσα σε vintage ποτήρια και γυάλινα μπουκαλάκια που θυμίζουν εργαστήριο χημείας. Παρ’ όλο το θεατρικό στοιχείο, τίποτα εδώ δεν μοιάζει τουριστικό ή επιτηδευμένο. Η μουσική είναι χαμηλή, ο φωτισμός σχεδόν κινηματογραφικός και ο κόσμος ένα μείγμα από ντόπιους και ταξιδιώτες που απολαμβάνουν την νυχτερινή ζωή.
Ημέρα 2: Η νέα Τιφλίδα είναι δημιουργική, ακατέργαστη και πολύ ενδιαφέρουσα
Το πρωί ξεκινά στο Dry Bridge Market, το πιο χαοτικά γοητευτικό flea market της πόλης. Σοβιετικές κάμερες, βινύλια, χαλιά, στρατιωτικά μετάλλια, παλιά ασημικά, ελαιογραφίες και αντικείμενα που μοιάζουν να κουβαλούν τη μισή ιστορία του Καυκάσου.
Μετά κατευθύνομαι στο Fabrika Tbilisi, ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πώς άλλαξε η ίδια η Τιφλίδα μέσα σε λίγα χρόνια. Η περιοχή γύρω του, κάποτε μια ξεχασμένη γειτονιά χωρίς ιδιαίτερη ζωή, περιστρεφόταν γύρω από ένα παλιό σοβιετικό εργοστάσιο ραπτικής που είχε μείνει εγκαταλελειμμένο για δεκαετίες. Σήμερα, το ίδιο αυτό κτίριο έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο ζωντανούς χώρους της πόλης, χωρίς να σβήσει το παρελθόν του. Οι φθαρμένοι τοίχοι, τα παλιά χρώματα, οι βιομηχανικές λεπτομέρειες και η ακατέργαστη αισθητική διατηρήθηκαν σχεδόν ανέπαφα, δίνοντας στο Fabrika έναν χαρακτήρα που μοιάζει αυθεντικός. Μέσα στην τεράστια αυλή του λειτουργούν cafés, bars, artist studios, concept stores, co-working spaces και hostel, ενώ καθημερινά συγκεντρώνει designers, μουσικούς, φωτογράφους, digital nomads και τη νέα δημιουργική σκηνή της πόλης. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι το Fabrika δεν άλλαξε μόνο ένα κτίριο· άλλαξε ολόκληρη τη γειτονιά γύρω του, μετατρέποντάς τη σε μία από τις πιο καλλιτεχνικές και νεανικές περιοχές της Τιφλίδας.
Το βράδυ κλείνει στο DADI wine bar. Το DADI είναι ένας από τους λόγους που η Τιφλίδα θεωρείται πλέον από τις πιο ενδιαφέρουσες wine destinations της Ευρώπης. Άνοιξε το 2017 από τον Alexandr Novikov και τη Dina Ramazanova, που ήρθαν στη Γεωργία για business και τελικά έμειναν γιατί ερωτεύτηκαν τη χώρα. Εδώ δοκιμάζεις natural και βιοδυναμικά κρασιά μικρών παραγωγών, πολλά από αυτά φτιαγμένα σε qvevri, με ελάχιστη παρέμβαση και μέγιστο χαρακτήρα. Το προσωπικό εξηγεί τα πάντα χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας, ενώ το seasonal menu λειτουργεί ιδανικά δίπλα στα κρασιά. Και ναι, εδώ το να πιεις κρασί από το πρωί μοιάζει απολύτως λογικό.
Ημέρα 3: Η Τιφλίδα από ψηλά
Το επόμενο πρωί αξίζει να ξεκινήσει με ανάβαση στο Mtatsminda Park, το σημείο από όπου καταλαβαίνεις πραγματικά τη γεωγραφία και την ενέργεια της Τιφλίδας. Το όνομα σημαίνει «Ιερό Βουνό» και η κορυφή του, περίπου 300 μέτρα πάνω από την πόλη, φιλοξενεί δύο από τα πιο αναγνωρίσιμα landmarks της πρωτεύουσας: τον φωτισμένο τηλεοπτικό πύργο και τη γιγαντιαία ρόδα του λούνα παρκ που φαίνεται σχεδόν από κάθε γειτονιά. Η πιο ωραία διαδρομή είναι με το ιστορικό funicular του 1905, που ανεβαίνει αργά μέσα από το πράσινο και αποκαλύπτει σταδιακά την πόλη κάτω από τα πόδια σου. Στην κορυφή, το Mtatsminda Park έχει μια ελαφρώς νοσταλγική ατμόσφαιρα σοβιετικού amusement park: μικρές καντίνες, λουνα παρκ, οικογένειες, teenagers και μια θέα που απλώνεται μέχρι τα βουνά του Καυκάσου όταν ο καιρός είναι καθαρός. Εκεί βρίσκεται και το Πάνθεον των συγγραφέων και καλλιτεχνών της Γεωργίας, όπου είναι θαμμένες σημαντικές προσωπικότητες της χώρας. Αν έχεις διάθεση για περπάτημα, υπάρχει και hiking route προς τον τηλεοπτικό πύργο, ενώ τα τελευταία χρόνια η νέα σύνδεση με cable car έκανε την περιοχή ακόμη πιο προσβάσιμη. Το καλύτερο όμως είναι απλώς να καθίσεις για λίγο κοιτώντας την Τιφλίδα από ψηλά: τις εκκλησίες, τις σοβιετικές πολυκατοικίες, τις γυάλινες γέφυρες και τα στενά της παλιάς πόλης να συνυπάρχουν όλα στο ίδιο κάδρο.
Κατεβαίνοντας, περνάω από το Κοινοβούλιο της Γεωργίας, μπροστά από το οποίο έχουν γραφτεί οι σημαντικότερες πολιτικές στιγμές της σύγχρονης χώρας. Λίγο πιο πέρα, στην Εθνική Πινακοθήκη Γεωργίας, βλέπω τα έργα του Niko Pirosmani, του ζωγράφου που αποτύπωσε τη γεωργιανή ζωή με μια σχεδόν παιδική απλότητα.
Λίγα βήματα πιο πέρα βρίσκεται το Stamba Hotel, ίσως το πιο εντυπωσιακό ξενοδοχείο της χώρας. Το κτίριο ήταν κάποτε σοβιετικό τυπογραφείο και οι τεράστιες εκτυπωτικές μηχανές έχουν παραμείνει εκεί σαν installations. Δέντρα ξεφυτρώνουν μέσα από τα πατώματα, τροπικά φυτά ανεβαίνουν στους τοίχους, ενώ το lobby μοιάζει περισσότερο με conceptual gallery παρά με ξενοδοχείο. Τα δωμάτια είναι τεράστια, με brass bathtubs, record players, βιβλία, LP library και super king-size κρεβάτια. Υπάρχει ακόμη chocolate roastery και specialty coffee corner. Είναι από αυτά τα ξενοδοχεία που σε κάνουν να θες να ακυρώσεις ό,τι είχες κανονίσει και να μείνεις μέσα όλη μέρα.
Και κάπως έτσι τελειώνει η πρώτη μου φορά Τιφλίδα με εκείνη τη γλυκιά αίσθηση ότι δεν πρόλαβα να τη δω ολόκληρη. Που μάλλον είναι και ο λόγος που ήδη θέλω να επιστρέψω.
Διαβάστε ακόμα:
City Break στην Τιφλίδα: Εκεί που η Ευρώπη συναντιέται με την Ασία
Aθήνα-Τιφλίδα-Καππαδοκία-Μαρόκο: Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στη λαϊκή, το χρωματιστό σταυροδρόμι των Ανθρώπων

