Το παραδοσιακό κανό, το Μοκόρο, γλιστρά αθόρυβα πάνω στα νερά. Ακολουθεί τους υδάτινους δρόμους ανάμεσα στους παπύρους και τα νούφαρα. Υγρά μονοπάτια που έχουν λαξευτεί, όχι από ανθρώπινα χέρια, αλλά από το πέρασμα των ιπποπόταμων μέσα στην πυκνή βλάστηση. Ο οδηγός μας, όρθιος στο πίσω μέρος, κατευθύνει το σκαρί με ένα ξύλινο μακρύ κοντάρι που ακουμπά στον πυθμένα. Οι κινήσεις του είναι αρμονικές και ισορροπημένες. Τα νερά είναι τόσο κρυστάλλινα και διαυγή που τα νούφαρα μοιάζουν να επιπλέουν ανάμεσα στα σύννεφα.

52

Η άγρια ζωή αναπνέει δίπλα μας. Αφουγκραζόμαστε τους ρυθμικούς ήχους της. Δεν φοβόμαστε. Τους απολαμβάνουμε. Αφηνόμαστε στο υγρό στοιχείο, στο απαλό φως, στην αύρα της αφρικανικής φύσης. Στη μαγεία που αποπνέει το απέραντο βασίλειο του Οκαβάνγκο, ενός από τους σπάνιους μεγάλους ποταμούς που δεν φτάνουν στη θάλασσα. Ένα θαύμα της φύσης που δεν γνωρίζει σύνορα, όταν όμως συναντά την έρημο, παραδίδεται και χάνεται μέσα στην αγκαλιά της.

Το Δέλτα του Οκαβάνγκο είναι μια αχανής βαλτώδης έκταση, μία από τις πιο εντυπωσιακές εσωτερικές υγροτοπικές εκτάσεις του πλανήτη, ένα μωσαϊκό βιοποικιλότητας που πάλλεται μέρα και νύχτα, προσελκύοντας τα πιο εμβληματικά άγρια ζώα της Αφρικής.

Φανταστείτε μια έκταση που μεταβάλλεται εντυπωσιακά ανάλογα με την εποχή και τις πλημμύρες, γεμάτη κανάλια, παραποτάμους, έλη, ρυάκια, λιμνοθάλασσες, σαβάνες, νησίδες και βάλτους, αλατώδη πεδία, αλλά και πεδία πλημμυρισμένα με χρυσαφένια αγριόχορτα, τερμιτοφωλιές και δασώδεις καταπράσινες εκτάσεις. Μια όαση ζωής στην καρδιά της Καλαχάρι. Η Καλαχάρι, γνωστή και ως «τόπος της μεγάλης δίψας», είναι μία από τις μεγαλύτερες ημιάνυδρες εκτάσεις της νότιας Αφρικής.

Καλύπτει μεγάλο μέρος της Μποτσουάνα και εκτείνεται στη Ναμίμπια και τη Νότια Αφρική. Μια απέραντη ημιάνυδρη περιοχή με αλατούχα πεδία και αμμώδεις σαβάνες με θάμνους και ακακίες.

Η διαδρομή

«Καλώς ήρθατε στη Μποτσουάνα», γράφει η πινακίδα που κρέμεται κάτω από τη σκιά της ανθισμένης τζακαράντας.

Λίγα λεπτά νωρίτερα περάσαμε πεζοί τα σύνορα από τη Ζιμπάμπουε προς την Μποτσουάνα, με προορισμό το Δέλτα του Οκαβάνγκο. Ένα μικρό αεροπλάνο μας μετέφερε από το αεροδρόμιο του Κασάνε στο εσωτερικό του Δέλτα κι από εκεί επιβιβαστήκαμε σε 4Χ4 για να φθάσουμε στη σκηνή μας. Μια σκηνή στρατιωτικού τύπου, σε κατασκήνωση δίπλα στο ποτάμι, πάνω σε μία από τις μεγάλες νησίδες που σχηματίζει η βεντάλια του Οκαβάνγκο. Λιτή, χωρίς ανέσεις, μια ευκαιρία να αποσυνδεθούμε από τα συνήθη, να ζήσουμε μια αυθεντική εμπειρία, παρέα με τα άγρια ζώα στην καρδιά της αφρικανικής φύσης.

Αφήσαμε τους σάκους μας και φύγαμε γρήγορα για το πρώτο σαφάρι. Η νησίδα παρέχει τη δυνατότητα να δούμε από κοντά, μέσα από τα ανοιχτά οχήματα, τα μεγάλα θηλαστικά και τους θηρευτές, να κάνουμε στάσεις δίπλα στα κανάλια και στους νερόλακκους, να ακούσουμε το τρίξιμο του χόρτου καθώς πλησιάζουν, να τα παρατηρήσουμε τη στιγμή που δροσίζονται. Τη χρυσή ώρα, βλάστηση και ελεύθερα ζώα αστραποβολούν στο λυκόφως. Κι είδαμε τόσα πολλά μέσα σε λίγο χρόνο. Ύαινες να ξεκουράζονται, ελέφαντες να διασχίζουν βάλτους, καμηλοπαρδάλεις να μας κοιτούν «αφ’ υψηλού», ζέβρες να τρέχουν παρέα με αντιλόπες.

Το ποτάμι δίπλα στη σκηνή, λίγη ώρα αργότερα, είχε γεμίσει ιπποπόταμους. Ο μεγαλύτερος μας παρατηρούσε επίμονα με τα αδηφάγα μάτια του, που μόλις εξείχαν από τη στάθμη του νερού.

Η Πρώτη Νύχτα

Καθώς έπεφτε η έναστρη αφρικανική νύχτα, ξέραμε ότι μας παρακολουθούσαν περισσότερα από ένα ζευγάρια μάτια. Το θρόισμα από τα κλαδιά, οι βαριές πατημασιές, οι ήχοι που έφθαναν στη σκηνή από τον ποταμό πρόδιδαν την παρουσία τους. Η ζωή δίπλα στο νερό τη νύχτα έχει τον δικό της ιδιαίτερο ρυθμό. Οι ιπποπόταμοι αποδείχθηκαν οι πιο θορυβώδεις γείτονες. Έκλεισα το φερμουάρ της σκηνής για να κρατήσω τα ζώα και τα έντομα μακριά. Το λιγοστό φως της λάμπας χαμήλωσε κι ύστερα έσβησε εντελώς. Η νύχτα ανήκει στους θηρευτές, οι «φιλοξενούμενοι» δεν επιτρέπεται να κυκλοφορούν, τα ζώα είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι του Δέλτα.

Με το πρώτο φως της ημέρας συνεχίσαμε την εξερεύνηση. Διασχίσαμε περιοχές με κυματιστά λιβάδια σαβάνας και διάσπαρτες τερμιτοφωλιές, βάλτους και γαλαζοπράσινα ρυάκια. Μπήκαμε σε δασώδεις περιοχές με δέντρα μοπάνι, που αποτελούν βασική πηγή τροφής για τους ελέφαντες. Περπατήσαμε ανάμεσα στις συστάδες με τις αγκαθωτές αλμπιζίες και τα κατάλευκα φωτεινά τους ανθάκια. Αγγίξαμε φτερωτές ακακίες, οι φιγούρες τους ακτινοβολούσαν το πρωινό φως, καθώς χαράσσονταν στο πεδίο. Ένα παρθένο τοπίο, που συχνά πρόβαλλε τα αγκάθια του για να αποτρέψει τους «εισβολείς». Σαγηνευτικό παρόλα αυτά μέσα στην αύρα και την απεραντοσύνη του, ώστε να δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα αιχμηρά γρατζουνίσματα.

Περάσαμε πάνω από ξύλινες γέφυρες, φθάσαμε ως το Καταφύγιο Θηραμάτων Μορέμι, εκεί όπου συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός ελεφάντων. Ανταλλάσσαμε βλέμματα με τα ζώα κι είναι απίστευτο, αλλά δεν φαίνονταν να ενοχλούνται από την παρουσία μας.

Μόνο μια λεοπάρδαλη μόλις μας αντιλήφθηκε χάθηκε τρέχοντας ανάμεσα στα ξανθά αγριόχορτα. Οι λέαινες μας έδειχναν τα δόντια τους. Τα λιοντάρια ξεκουράζονταν κάτω από τους ίσκιους, οι καμηλοπαρδάλεις ύψωναν με χάρη τους λαιμούς και οι ραβδωτές μαγκούστες έτρεχαν ανεμίζοντας τις μακριές ουρές. Εγώ έψαχνα μάταια μια σουρικάτα, καθώς έβλεπα μπαμπουίνους κι άλλα πιθηκοειδή να πηδούν από το έδαφος πάνω στα δέντρα. Την ίδια στιγμή αμέτρητα πετούμενα έσχιζαν τον ουρανό. Κάποια προσέγγιζαν αθόρυβα τους νερόλακκους για να δροσιστούν.

Το απόγευμα η πλωτή περιήγηση με την πιρόγα Μοκόρο να γλιστρά αθόρυβα ανάμεσα στους παπύρους και τα νούφαρα, ξεκινά με μια «διαλογιστική» εμπειρία. Ακούγονται μόνο το κελάρυσμα του νερού, οι ήχοι από τις καλαμιές και κάποια μακρινά τιτιβίσματα. Οι πατησιές του ελέφαντα στις όχθες θα μας επαναφέρουν λίγο αργότερα στην πραγματικότητα.

Με το σούρουπο αφηνόμαστε στη γοητεία της αφρικανικής φύσης. Καθώς ο ήλιος δύει, ο ουρανός βάφεται με πορτοκαλί και κόκκινα χρώματα που καθρεφτίζονται στα ήρεμα νερά των καναλιών. Ο πρόχειρος «μπουφές» που στήθηκε στις όχθες, μας έδωσε την ευκαιρία να απολαύσουμε τις τοπικές γεύσεις, καθισμένοι γύρω από τη φωτιά. Παλίτσι, πουρές από καλαμπόκι, στάμπα, πουρές με κόκκινα φασόλια, και σεσουά, θρυμματισμένο κρέας από μοσχάρι σιγομαγειρεμένο για ώρες μέχρι να λιώσει.

Η βραδιά έκλεισε με ένα ακόμη νυχτερινό σαφάρι. Κάτω από τον καθάριο αφρικανικό ουρανό, ήρθαμε σε απόσταση αναπνοής από τα πλάσματα της νύχτας, ακούσαμε τα πατήματα των θηρευτών, είδαμε νυχτόβια και μικρά θηλαστικά να κρύβονται κάτω από τις φυλλωσιές και νιώσαμε μια βαθιά μυστηριώδη σύνδεση με την αρχέγονη άγρια φύση. Το πρωί, μια τελευταία εξερεύνηση στην απέραντη σαβάνα κι ύστερα, διασχίζοντας τη νότια πύλη του καταφυγίου Μορέμι, αποχαιρετήσαμε το Δέλτα. Το είδαμε ξανά από ψηλά, όταν, φθάνοντας στη Μαούν, επιβιβαστήκαμε στο μικρό Cessna για μια μαγευτική εναέρια ξενάγηση.

Το ταξίδι του Οκαβάνγκο

Σε μια γη όπου ο ουρανός σπάνια γεμίζει σύννεφα, οι άνθρωποι περιμένουν τη βροχή ως ευλογία και ζωή. Στην Μποτσουάνα, έναν τόπο ξηρό και ερημικό στο μεγαλύτερο τμήμα του, έδωσαν στο εθνικό τους νόμισμα το όνομα της βροχής. «Πούλα» στην τοπική γλώσσα Σετσουάνα σημαίνει βροχή κι είναι ό,τι πιο πολύτιμο γι’ αυτούς. Πέρα από την αξία του χρήματος, το «πούλα» σηματοδοτεί τη ζωογόνο δύναμη της βροχής, τη συνετή διαχείριση του νερού, εκφράζει όμως και τη λαχτάρα, την ευχή να ανοίξουν επιτέλους οι ουρανοί, να ποτίσει η βροχή μια γη που διψάει.

Ωστόσο οι ευχές «δεν πιάνουν πάντα τόπο», ούτε κι όταν αναγράφονται στα νομίσματα. Ο μεγαλύτερος όγκος του νερού που φθάνει ως εδώ δεν έρχεται από τον ουρανό της Μποτσουάνα, αλλά από μια απόσταση περίπου 1.600 χιλιομέτρων, από τα υψίπεδα της Αγκόλας. Από εκεί, όπου οι βροχοπτώσεις είναι πιο συχνές, ξεκινά το ταξίδι του ο ποταμός Οκαβάνγκο, γνωστός και ως Καβάνγκο. Διασχίζει ένα μέρος της βορειοανατολικής Ναμίμπιας, εισέρχεται στη βόρεια Μποτσουάνα και, όταν συναντά την έρημο Καλαχάρι, παγιδεύεται σε μια εσωτερική λεκάνη, η οποία αποτελεί δημιούργημα σειράς ρηγμάτων και καθιζήσεων.

Η άμμος της ερήμου απορροφά και φιλτράρει τα νερά, ενώ η έντονη εξάτμιση εμποδίζει την περαιτέρω ροή τους, σχηματίζοντας ένα από τα εκτενέστερα εσωτερικά δέλτα και έναν από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Αφρικής. Η πλημμυρισμένη έκταση του Δέλτα μεταβάλλεται εποχικά, ενώ η ζώνη που έχει εγγραφεί στην UNESCO καλύπτει περίπου 20.236 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό από κανάλια, λιμνοθάλασσες, έλη και νησίδες, όπου η παρουσία του νερού δημιουργεί μία όαση ζωής στην καρδιά της Καλαχάρι.

Το Δέλτα του Οκαβάνγκο φιλοξενεί 1.061 είδη φυτών, 89 είδη ψαριών, 64 είδη ερπετών, 482 είδη πτηνών και 130 είδη θηλαστικών, μια απίστευτη ποικιλία ζωής. Ανάμεσά τους ιπποπόταμοι, κροκόδειλοι, ελέφαντες, λιοντάρια, βουβάλια, καμηλοπαρδάλεις, λεοπαρδάλεις, ύαινες, τσιτάχ και μεγάλες αγέλες με ζέβρες και αντιλόπες. Κατά την περίοδο των πλημμυρών, χιλιάδες πτηνά συγκεντρώνονται εδώ, καθιστώντας το Δέλτα μια σημαντική περιοχή για την ορνιθοπανίδα. Ζέβρες και αντιλόπες μετακινούνται κατά την υγρή περίοδο, από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο, νοτιότερα στο πάρκο Makgadikgadi και επιστρέφουν μόλις τα νερά υποχωρούν και η γύρω περιοχή ξηραίνεται. Το Makgadikgadi, μια αχανής αλατώδης έκταση με πολυάριθμες λεκάνες στην έρημο Καλαχάρι, είναι απομεινάρι της αρχαίας λίμνης Makgadikgadi, που εξατμίστηκε πριν από πολλές χιλιετίες.

Οι ιπποπόταμοι και οι ελέφαντες είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για τη ροή πολλών καναλιών του Δέλτα, καθώς τα διατηρούν ανοιχτά με το πέρασμά τους, δημιουργούν νέα κανάλια καθώς τρέφονται και κατευθύνουν το νερό προς βαθύτερα σημεία με τις δραστηριότητες και τις μετακινήσεις τους. Εξίσου σημαντικός είναι και ο ρόλος των τερμιτών στο οικοσύστημα. Οι τερμιτοφωλιές, οι τύμβοι που χτίζουν οι ακούραστοι μικροσκοπικοί αρχιτέκτονες, θέτουν τα θεμέλια για να αναδυθούν στην επιφάνεια τα αμέτρητα νησιά του Δέλτα, με το πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά έδαφος.

Το Δέλτα του Οκαβάνγκο, ένας ύμνος στην ομορφιά της άγριας ζωής, από το 2014 έχει περιληφθεί στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Σήμερα αποτελεί τον πυρήνα του δικτύου Kavango Zambezi Transfrontier Conservation Area, KAZA TFCA, μίας από τις μεγαλύτερες διασυνοριακές περιοχές προστασίας στον κόσμο, που εκτείνεται σε πέντε χώρες (Αγκόλα, Μποτσουάνα, Ναμίμπια, Ζάμπια και Ζιμπάμπουε).

Μαούν, η πύλη του Δέλτα

Το αεροπλανάκι τύπου Cessna απογειώνεται κι ένας φωτεινός λαβύρινθος ξετυλίγεται κάτω από τα μάτια μας. Πλημμυρισμένες πεδιάδες, γαλαζοπράσινα κανάλια, ρυάκια και παραπόταμοι, λευκές αλατούχες νησίδες, σαβάνες με χρυσαφένια αγριόχορτα, λιλιπούτειες οάσεις με φοινικόδεντρα, ζώα που κινούνται σε αναζήτηση τροφής, σκιές που αλλάζουν ανάλογα με το φως. Η πτήση κρατά περίπου μία ώρα, είναι χαμηλή κι έχεις την ευκαιρία να δεις από ψηλά ένα μεγάλο μέρος της πλημμυρισμένης έκτασης και των καναλιών που καλύπτει ο ποταμός Οκαβάνγκο. Κομμάτια γης που ανάλογα με τις εποχές και τις καιρικές συνθήκες χάνονται και επιστρέφουν.

Η Μαούν είναι η «πύλη» για το Δέλτα. Μια από τις σημαντικότερες πόλεις της βορειοδυτικής Μποτσουάνα, στην επαρχία Νγκάμι, η οποία γεωγραφικά καταλαμβάνει στρατηγική θέση στην έρημο Καλαχάρι. Μια βόλτα στους δρόμους και στην αγορά μάς έφερε σε επαφή με τους κατοίκους, αλλά και τις τοπικές αρχές, καθώς παρακολουθήσαμε την ειδική εκδήλωση που είχαν οργανώσει για να τιμήσουν την επέτειο της ανεξαρτησίας της χώρας.

Το «Αφρικάνικο θαύμα» της Μποτσουάνα

Η Μποτσουάνα, πρώην Βρετανικό Προτεκτοράτο της Μπετσουαναλάνδης απέκτησε την ανεξαρτησία της στις 30/9/1966. Είναι μια περίκλειστη χώρα, χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα που συνορεύει με την Νότια Αφρική στα νότια και νοτιοανατολικά, με τη Ναμίμπια δυτικά και βορειοδυτικά, τη Ζιμπάμπουε στα βορειοανατολικά, ενώ στο βόρειο άκρο συναντά για λίγα χιλιόμετρα και την Ζάμπια. Η έκτασή της που υπερβαίνει τα 580.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα την κατατάσσει ανάμεσα στις μεγαλύτερες χώρες της Αφρικής, αν και με χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα. Ο πληθυσμός της εκτιμάται περίπου στα 2.600.000 κατοίκους. Από αυτούς περίπου 232.000 κατοικούν στην πρωτεύουσα Γκαμπορόνε στο νότο της χώρας. Η οικονομία της Μποτσουάνα που αναφέρεται ως «αφρικανικό θαύμα» για την πρόοδο και την σταθερότητα που ακολούθησε τα μετέπειτα χρόνια από την ανεξαρτησία, στηρίζεται οικονομικά στην εξόρυξη των διαμαντιών, στον τουρισμό και την κτηνοτροφία. Τα διαμάντια παραμένουν κομβικά για την οικονομία της χώρας, αντιπροσωπεύοντας μεγάλο μέρος των εξαγωγών, σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ και μεγάλο μέρος των δημόσιων εσόδων. Αν και το κατά κεφαλήν εισόδημα εμφανίζεται υψηλό, δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, καθώς η Μποτσουάνα είναι μια χώρα μεσαίου εισοδήματος, αλλά η πλειοψηφία του λαού της είναι φτωχή.

Στη χώρα καταγράφεται κατοίκηση εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, με αρχαιότερους κατοίκους τους Σαν, κυνηγούς- τροφοσυλλέκτες της Καλαχάρι που άφησαν πίσω τους μια πλούσια πολιτιστική κληρονομιά με βραχογραφίες και προφορικές παραδόσεις. Σήμερα η πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει στη φυλή Τσουάνα. Οι Σαν, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τα πατρογονικά εδάφη λόγω της δημιουργίας των ορυχείων και των εθνικών πάρκων προστασίας της άγριας ζωής, αντιστοιχούν μόνο στο 3% του πληθυσμού.

Με τους Σαν στην έρημο Καλαχάρι

Αφήνοντας πίσω την Μαούν κατευθυνθήκαμε νοτιοδυτικά στην περιοχή Γκάντζι. Η πόλη με πληθυσμό περίπου 10.000 κατοίκους είναι το διοικητικό κέντρο και η «πύλη» της δυτικής Καλαχάρι.

Ο δρόμος μια σκονισμένη στενή λωρίδα γης μας περνά ανάμεσα από σκουρόχρωμες ακακίες πασπαλισμένες με αλατόσκονη. Ένα σουρεαλιστικό τοπίο που μεταμορφώνεται σταδιακά καθώς προσεγγίζουμε τις κοινότητες των Σαν των αυτοχθόνων της Καλαχάρι.

Η Καλαχάρι είχε από παλιά μια μυθική διάσταση μέσα μου. Εδώ η γη βάφεται στο χρώμα της σκουριάς σαν να έχει αποτυπώσει πάνω της το πέρασμα των αιώνων. Στα αλατώδη πεδία της καθρεπτίζεται ο ουρανός και στην απέραντη σαβάνα της το ξανθό χορτάρι φλέγεται στο φως του δειλινού. Δεν είναι απλώς μια ακόμη έρημος, η Καλαχάρι είναι μια αρχέγονη δύναμη, απροσδόκητα ζωντανή, με πολλά πρόσωπα και ψυχή που αρνείται να υποταχθεί. Όπως οι Σαν, που καταφέρνουν να συμβιώνουν με το ξηρό τοπίο της περισσότερα από 30.000 χρόνια. Γνωστοί κι ως Bushmen «άνθρωποι των θάμνων», είναι ένας λαός που διακρίνεται για την δύναμη, την ευφυΐα και την βαθιά γνώση του περιβάλλοντος.

Διασχίζοντας το τελευταίο τμήμα της διαδρομής μέσα από ένα κακοτράχαλο μονοπάτι φθάνουμε στο κατάλυμά μας. Ένα lodge στο καταφύγιο θηραμάτων της μικρής κοινότητας D’ kar στα ανατολικά του Γκάντζι. Το lodge απέχει 24 χιλιόμετρα από το Γκάντζι, ανήκει και διοικείται εξ ολοκλήρου από την τοπική κοινότητα των Σαν. Μια λιτή διαμονή που μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τη ζωή, τις παραδόσεις και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων.

Και να’ μαστε τώρα απέναντι στους Σαν. Άνθρωποι αυθεντικοί, ταπεινοί, με καθάρια μάτια μας υποδέχονται με ζεστασιά, αγκαλιές και χαμόγελα. Μια ομάδα από αυτούς, δύο άντρες και τρεις γυναίκες, αναλαμβάνουν την ξενάγησή μας. Το δέρμα τους σκαλισμένο από τον ήλιο και τον άνεμο μοιάζει με την άμμο της Καλαχάρι. Καθώς συναντώ το βλέμμα τους νιώθω πως με «διαβάζουν», όπως διαβάζουν τα ίχνη της άγριας ζωής στην άμμο.

Η επικοινωνία γίνεται με μια λιτή κίνηση του χεριού, ένα άγγιγμα, έναν ψίθυρο, ένα απαλό κλικ, σαν το σπάσιμο του ξερού κλαδιού που ενώνεται με το θρόισμα του αέρα. Παρατηρώντας τους καθώς κινούνται στην έρημο, μαθαίνεις να πατάς στην άμμο χωρίς να ακούγεσαι. Παρατηρείς πώς κινούν το σώμα τους κάτω από τη σκιά των θάμνων, νιώθεις την απόλυτη σύνδεσή τους με τη γη. Οι Σαν δεν κυριαρχούν ούτε επιβάλλονται στην άγρια φύση. Ο τρόπος ζωής τους δίνει έμφαση στη βιωσιμότητα. Ακούν, ακολουθούν, ανταποκρίνονται, γι’ αυτό και αυτοαποκαλούνται ως οι άνθρωποι που «ακολουθούν την αστραπή».

Δεν ήταν μεγάλη η βόλτα, ήταν όμως πολύ ενδιαφέρουσα. Μάθαμε για τη φαρμακευτική αξία διαφόρων φυτών και βοτάνων, επισκεφθήκαμε τις καλύβες και τους λάκκους όπου κρύβονταν για να προστατευθούν, τους είδαμε να ανάβουν τη φωτιά τρίβοντας δύο ξύλα ανάμεσα στα χέρια τους, μας μύησαν στις παραδοσιακές τεχνικές του κυνηγιού και στις πρακτικές που εφαρμόζουν για την αναζήτηση τροφής και νερού. Επιδέξιοι ιχνηλάτες και πρωτοπόροι στο κυνήγι, οι Σαν χρησιμοποιούν δηλητηριασμένα βέλη και τόξα για να πιάσουν το θήραμά τους. Το δηλητήριο που χρησιμοποιούν προέρχεται από τις προνύμφες ενός μικρού σκαθαριού και από τοξικά φυτά, όπως η Euphorbia damarama. Αν και το κυνήγι είναι γι’αυτούς ιερό, το 70% της διατροφής τους αποτελείται από λαχανικά, ρίζες, φασόλια, μούρα και ξηρούς καρπούς.

Κάποιες από τις τοπικές γεύσεις θα απολαύσουμε κι εμείς επιστρέφοντας στο lodge στον υπαίθριο ανοιχτό χώρο με την παραδοσιακή ψάθινη στέγη. Ανάμεσα σε αυτές και το Seswaa, το εθνικό πιάτο της Μποτσουάνα.

Στην έρημο Καλαχάρι, όπου το νερό είναι «αόρατο» στην επιφάνεια οι Σαν το εντοπίζουν κάτω από την άμμο και αφού το αντλήσουν με μια δική τους τεχνική, το αποθηκεύουν μέσα σε άδεια τσόφλια από αυγά στρουθοκαμήλου. Τα τσόφλια σφραγίζονται με κερί μέλισσας ή μαλακό ξύλο και θάβονται στο έδαφος για ώρα ανάγκης. Πολλά φυτά λειτουργούν επίσης ως «δεξαμενές νερού», όπως και οι βολβοί, οι ρίζες και τα άγρια πεπόνια (tsamma), τα οποία τρώνε ωμά ή τα βράζουν.

Το αυγό στρουθοκαμήλου προσφέρει πλούσιο γεύμα που αντιστοιχεί με 24 αυγά κότας, παρέχοντας μια μεγάλη ποσότητα πρωτεΐνης σε μια οικογένεια. Με τα κομμάτια από το τσόφλι του φτιάχνουν κοσμήματα, ενώ ολόκληρο το χρησιμοποιούν ως παγούρι για την αποθήκευση του νερού. Τα ρούχα τους είναι λιτά και προέρχονται από δέρμα αντιλόπης.

Γλώσσα και τελετουργίες

Σήμερα στην Μποτσουάνα ζουν περίπου 68.000 αυτόχθονες Σαν. Λαός ημινομαδικός, με πανάρχαιες ρίζες και γλώσσα, οι Σαν χρησιμοποιούν τους περίφημους ήχους «κλικ» για να επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι ήχοι κλικ θεωρούνται από τα πιο ιδιαίτερα και αρχαϊκά χαρακτηριστικά ορισμένων γλωσσών της νότιας Αφρικής και παράγονται με τη γλώσσα και τα χείλη, δημιουργώντας σύντομα, κοφτά σύμφωνα. Ήχους «κλικ» ενσωματώνουν και στα τραγούδια τους.

Το βράδυ θα τους ακούσουμε να τραγουδούν και θα παρακολουθήσουμε την ιεροτελεστία των χορών της φυλής γύρω από τη φωτιά. Στα πόδια τους οι χορευτές φορούν περικνημίδες από κουκούλια και λοβούς σπόρων. Σε κάθε βήμα τους οι αστράγαλοι παράγουν ρυθμικούς ήχους. Οι χοροί συνοδεύονται από μικρά παραδοσιακά όργανα και από τους ήχους που προκαλούν γυναίκες και παιδιά που χτυπούν ρυθμικά τα χέρια τους, έχοντας πάρει θέση γύρω από τη φωτιά.

Για τους Σαν, ο χορός αποτελεί τελετουργία κι όχι απλή διασκέδαση. Χαρακτηρίζεται από μια βαθιά πνευματικότητα, έκσταση και πολυρυθμία. Είναι σαν μια θεραπευτική επικοινωνία, μια προσευχή που απευθύνεται στους θεούς και τα πνεύματα των προγόνων. Τα πνεύματα κατοικούν στα ζώα, στα φυτά, στη φύση, στον ήλιο και στη σελήνη. Η φύση και η άγρια ζωή είναι ο πνευματικός κόσμος τους, που αναδεικνύεται και από τις βραχογραφίες τους. Στους λόφους Tsodilo, στη βορειοδυτική Μποτσουάνα, έχουν καταγραφεί περισσότερες από 4.500 βραχογραφίες. Ορισμένες χρονολογούνται σε πολύ παλαιές περιόδους, με αναφορές που φτάνουν έως περίπου 24.000 χρόνια πριν, και απεικονίζουν σκηνές με ζώα ή σαμανικά σύμβολα, χωρίς σκηνές πολέμου ή βίας. Η περιοχή έχει περιληφθεί στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Η δικαίωση

Οι Σαν είναι ένας λαός ανυπότακτος που αρνείται να αποκοπεί από τις ρίζες του. Με όπλο την ακλόνητη πίστη τους δεν λύγισαν όλα αυτά τα χρόνια μπροστά στις πολιτικές που περιόρισαν την παρουσία τους στα πατρογονικά τους εδάφη και άλλαξαν βίαια τον τρόπο ζωής τους, με πρόσχημα την προστασία των άγριων ζώων, ενώ την ίδια στιγμή η ευρύτερη περιοχή συνδέθηκε και με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, από τις εξορύξεις διαμαντιών έως την αξιοποίηση φυσικών πόρων. Η προσφυγή τους στα δικαστήρια ήταν μια νίκη του Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ, όμως η εφαρμογή της απόφασης και η ουσιαστική επιστροφή τους παρέμειναν για χρόνια δύσκολες και αμφισβητούμενες. Μετά την πολιτική αλλαγή του 2024, η κυβέρνηση του Ντούμα Μπόκο αναγνώρισε εκ νέου τη σημασία της ιστορικής σύνδεσής τους με τη γη και, σύμφωνα με οργανώσεις που παρακολουθούν την υπόθεση, το 2026 υπήρξαν κινήσεις προς την αναγνώριση του δικαιώματος παραμονής και επιστροφής τους σε περιοχές με τις οποίες διατηρούν πατρογονικό δεσμό στο Καταφύγιο Θηραμάτων της Καλαχάρι. Η επιστροφή, ωστόσο, για όσους το αποφασίσουν δεν θα είναι καθόλου εύκολη, καθώς οι υποδομές, η πρόσβαση στο νερό και οι συνθήκες διαβίωσης παραμένουν κρίσιμα ζητήματα.

Πάντως είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι αυτόχθονες αναγνωρίζονται ως μέρος του οικοσυστήματος κι όχι εχθροί του. Το επόμενο πρωινό μας αποχαιρέτησαν με αγκαλιές. Εμείς συνεχίσαμε το ταξίδι μας νοτιοδυτικά και αργά το απόγευμα περάσαμε τα σύνορα με την Ναμίμπια.

Οι καταρράκτες Βικτώρια

Το ταξίδι μας στον αφρικανικό νότο ξεκίνησε από τη Ζιμπάμπουε και τους καταρράκτες Βικτώρια. Ένα από τα εμβληματικά φυσικά θαύματα στον κόσμο που σχηματίζεται από την ορμητική πτώση των νερών του ποταμού Ζαμβέζη.

Οι καταρράκτες Βικτώρια, ή αλλιώς Mosi-oa-Tunya «Ο καπνός που βροντά», οριοθετούν τα σύνορα της Ζιμπάμπουε με τη Ζάμπια. Σύνορα που χαράσσει ο βαθύς γκρεμός του πανίσχυρου Ζαμβέζη, αλλά γεφυρώνουν οι καταρράκτες του με τα δεκάδες ουράνια τόξα τους, γεμάτα στεφάνια με χρώματα. Περπατώντας σε απόσταση αναπνοής από το υδάτινο αδάμαστο μέτωπο έχεις την αίσθηση πως η φύση εδώ έχει αντιστρέψει τους νόμους της. Η βροχή δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά ξεπετάγεται με ορμή από τα βάθη του γκρεμού. Η ομίχλη, τυλιγμένη σε ένα γιγάντιο υγρό πέπλο, αναδύεται από το φαράγγι, απελευθερώνοντας λευκά σύννεφα κάτω από το φως του ήλιου.

Εικόνες μοναδικές που αποκαλύπτουν την ανάσα, τη δύναμη, την απόλυτη ελευθερία, την αδάμαστη ομορφιά της αφρικανικής ηπείρου.

Το υδάτινο μέτωπο των καταρρακτών δεν είναι ενιαίο, διακρίνεται σε τέσσερα μέτωπα το καθένα με τη δική του φυσιογνωμία. Στα δυτικά βρίσκεται ο καταρράκτης του Διαβόλου (Devil’s Cataract ή Leaping Water) όπου η ροή είναι ορμητική και συγκεντρωμένη. Το μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό τμήμα αποτελούν οι κύριοι καταρράκτες (Main Falls). Ανατολικότερα βρίσκεται ο καταρράκτης του ουράνιου τόξου (Rainbow Falls) με ύψος 108 μέτρων κι ακολουθεί ο ανατολικός καταρράκτης (Eastern Cataract), ο οποίος βρίσκεται κυρίως στην πλευρά της Ζάμπιας, προσδίδοντας μια ισορροπία στην υδρολογική εικόνα του μνημείου.

Οι καταρράκτες απλώνονται σε μήκος 1.708 μέτρων, ενώ το ύψος τους κυμαίνεται από τα 90 έως τα 108 μέτρα. Ο όγκος του νερού που πέφτει φτάνει κατά μέσο όρο τα 1.088 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Την περίοδο των βροχών μπορεί να φτάσει και τα 2.000 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Το όνομα Βικτώρια δόθηκε στους καταρράκτες από τον Βρετανό Ντέιβιντ Λίβινγκστον, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος Ευρωπαίος που κατέγραψε ότι τους είδε το 1855, για να τιμήσει τη βασίλισσα Βικτωρία. Από το 1989 οι καταρράκτες έχουν περιληφθεί στον κατάλογο με τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Διαβάστε ακόμα:

Στην Όαση της Σίβα: Ένα θαύμα της φύσης στη μέση της ερήμου

Ταξίδι ζωής στη Ναμίμπια: Εκεί όπου η έρημος σμίγει με τον ωκεανό

Avenue de Baobabs: Ο πιο εμβληματικός δρόμος της Μαδαγασκάρης