Όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Βανκούβερ ο Βρετανός συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας Lawrence Durrell, το περιέγραψε ως «ένα μικρό χωριό στην άκρη του τροπικού δάσους». Παρότι από το δικό του ταξίδι, στα μέσα του 20ου αιώνα, μέχρι το δικό μας σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική, τα μεγαλειώδη φυσικά τοπία εξακολουθούν να καθορίζουν την ταυτότητα της πόλης: Από τη μία πλευρά βρέχεται από τον Ειρηνικό Ωκεανό και από την άλλη υψώνονται οι, συχνά χιονισμένες, κορυφές των βουνών, δημιουργώντας ένα σκηνικό που δύσκολα συναντά κανείς σε μια μητρόπολη.
Οι τρεις χαρακτηριστικές κορυφές των Παράκτιων Ορέων που ξεχωρίζουν στο φόντο -το Grouse, το Cypress και το Seymour- απέχουν το πολύ μια ώρα από το κέντρο της πόλης που είναι κτισμένο σε μια στενή χερσόνησο αγκαλιασμένη από τη θάλασσα: Βόρεια είναι ο φυσικός κόλπος Burrard Inlet, όπου βρίσκεται το μεγάλο εμπορικό λιμάνι και νότια το False Creek («ψεύτικος κολπίσκος») με τις μαρίνες και τους πεζόδρομους. Το άνοιγμα του Βανκούβερ προς τον Ειρηνικό αποτελεί το English Bay όπου υπάρχουν οι πιο γνωστές παραλίες της πόλης και είναι αφετηρία της δημοφιλούς διαδρομής γύρω από το Stanley Park.
Παρά τη φυσική του ομορφιά, το Βανκούβερ δεν είναι μια πόλη αποκλειστικά προσανατολισμένη στις υπαίθριες δραστηριότητες για τις οποίες φημίζεται η Βρετανική Κολομβία. Είναι μια σύγχρονη μητρόπολη με ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό: ότι συγκαταλέγεται σταθερά για περισσότερες από δύο δεκαετίες στις πόλεις με την υψηλότερη ποιότητα ζωής παγκοσμίως.
Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι αποτελεί μια από τις πιο πολυεθνικές πόλεις του Καναδά, συγκεντρώνοντας 200 εθνότητες με 170 διαφορετικές γλώσσες να μιλιούνται ως σήμερα! Αντίστοιχη είναι η πολυμορφία όσον αφορά τα φεστιβάλ, τις τέχνες και τις κουζίνες. Όλα ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1850, όταν Κινέζοι πήγαν στη Βρετανική Κολομβία, αρχικά λόγω του «πυρετού του χρυσού». Στη δεκαετία του 1880 χιλιάδες εργάτες από την Κίνα εργάστηκαν για την κατασκευή της Canadian Pacific Railway και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν μόνιμα δημιουργώντας τον πυρήνα της ιστορικής Chinatown του Βανκούβερ. Στη δεκαετία του 1880 έως τις αρχές του 20ού αιώνα ήρθαν οι Ιάπωνες για να απασχοληθούν στη ναυτιλία και την αλιεία και στη συνέχεια να κάνουν εμπόριο. Μετά το 1960, η άρση των περιορισμών στη μετανάστευση και η στρατηγική θέση της πόλης ως πύλης προς την Ασία, ενίσχυσαν τα διαδοχικά κύματα εγκατάστασης -όχι μόνο από ασιατικές χώρες, αλλά και από την Ευρώπη.
Μια βόλτα αρκεί για να δείτε πώς αποτυπώνονται όλα αυτά τα διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά – με τη διαφορά ότι, εκτός από την ιστορική Chinatown οι άλλες εθνότητες δεν ζουν σε συγκεκριμένες γειτονιές, αλλά είναι διάσπαρτες σε όλη την πόλη.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του Βανκούβερ είναι η νεανική του ταυτότητα και η έντονη νυχτερινή ζωή με ανεξάρτητες γκαλερί, μικρούς εκθεσιακούς χώρους, vintage μαγαζιά και live σκηνές να συνυπάρχουν σε πολλά σημεία: Από την Commercial Drive, ιστορικά συνδεδεμένη με την ιταλική κοινότητα, όπου κυριαρχεί μια μποέμ, εναλλακτική ατμόσφαιρα, μέχρι το Mount Pleasant και κατά μήκος της Main Street με τα design studios και τις μικροζυθοποιίες.
Ένα από τα αποτελέσματα της διεθνούς προβολής που πήρε η πόλη χάρη στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2010 ήταν η εξέλιξη της γαστρονομικής της σκηνής που την έφερε σε μια από τις πρώτες θέσεις στον Καναδά, με μεγάλη ποικιλία επιλογών χωρίς ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Κυρίαρχη είναι η κινεζική και η ιαπωνική κουζίνα -ιδιαίτερα το sushi- και πολύ δημοφιλείς η βιετναμέζικη, η ταϊλανδέζικη και η κορεατική. Ιδιαίτερη θέση κατέχει και η λεγόμενη «κουζίνα της Δυτικής Ακτής», βασισμένη σε τοπικά προϊόντα όπως ο σολομός, τα στρείδια και οι γαρίδες. Mια ιδιαιτερότητα της πόλης είναι τα πολλά food trucks (κινητές ή σταθερές καντίνες street food) που λειτουργούν ως μικρές και οργανωμένες επιχειρήσεις. Καθιερώθηκαν μετά το 2010 και αποτελούν βασικό στοιχείο της αστικής κουλτούρας.
Γνωριμία με το κέντρο της πόλης
Για να γνωρίσετε την πόλη ξεκινήστε από το κέντρο της (Downtown), ένα δίκτυο από λεωφόρους και εμπορικά κέντρα με επίκεντρο την oδό Robson. Τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια θυμίζει μια σύγχρονη εκδοχή της La Dolce Vita καθώς είναι ένας ζωντανός χώρος συνάντησης, γεμάτος μπαρ, εστιατόρια, καταστήματα που μένουν ανοιχτά μέχρι αργά και νεαρούς που πίνουν bubble tea – το ρόφημα που είναι στενά συνδεδεμένο με την ασιατική ταυτότητα του Βανκούβερ και εφευρέθηκε στην Ταϊβάν.
Χαρακτηριστικό της περιοχής είναι ότι εκεί αναπτύχθηκε το λεγόμενο «Vancouverism» (tower podium). Είναι ένα πολεοδομικό μοντέλο που διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1990 και μετά με σκοπό την ανάπτυξη πυκνής δόμησης χωρίς να υποβαθμιστεί η ποιότητα ζωής και βασίζεται σε έναν σαφή διαχωρισμό: οι ψηλοί πύργοι κατοικιών, που έχουν συνήθως 20-40 ορόφους, κτίζονται επάνω σε φαρδύτερες βάσεις (podiums) 2-6 ορόφων που φιλοξενούν καταστήματα, καφέ, γραφεία ή δημόσια κτίρια, δημιουργώντας ένα ενιαίο μέτωπο στο επίπεδο του δρόμου, ενισχύοντας την μετακίνηση με τα πόδια και την πρόσβαση στην ακτογραμμή. Οι ουρανοξύστες είναι λεπτοί και σε απόσταση μεταξύ τους ώστε τα διαμερίσματα να έχουν φως και θέα.
Η πιο πολυσύχναστη οδός στο κέντρο είναι η Robson με καταστήματα διεθνών αλυσίδων μόδας και εστιατόρια, ενώ στη Granville και στην Alberni βρίσκονται τα πολυτελή brands.
Στην καρδιά του Downtown, στη συμβολή των οδών Georgia και Hornby, δίπλα στην πλατεία Robson αξίζει να κάνετε στάση για να επισκεφθείτε την Vancouver Art Gallery, σε ένα επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο όπου άλλοτε στεγαζόταν το δικαστήριο. Φιλοξενεί μία από τις σημαντικότερες συλλογές καναδικής τέχνης που θα σας βοηθήσουν να κατανοήσετε την καλλιτεχνική ταυτότητα της Δυτικής Ακτής. Μεταξύ των πολλών έργων σύγχρονων καλλιτεχνών, κυρίαρχη θέση έχουν εκείνα της Emily Carr που αποτύπωσε με έντονο, σχεδόν εξπρεσιονιστικό στυλ τα δάση της Βρετανικής Κολομβίας και χωριά αυτοχθόνων πληθυσμών. Στο μουσείο οργανώνονται πολλές εκθέσεις δημιουργών από τον Καναδά και άλλες χώρες με έμφαση σε ζητήματα όπως οι εθνοτικές ταυτότητες, το περιβάλλον και η αποικιοκρατική κληρονομιά.
Μετά το μουσείο μπορείτε να κάνετε μια στάση στην πλατεία Robson για να δοκιμάσετε το διάσημο Japadog -ένα hot dog σε γιαπωνέζικη εκδοχή- που είναι από τα πιο χαρακτηριστικά street food του Βανκούβερ με φανατικούς οπαδούς.
Βόλτα στο Gastown
Σε απόσταση λίγων λεπτών με τα πόδια προς τα ανατολικά του Downtown, το Gastown αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αστικής αναγέννησης και ξεχωρίζει για τους λιθόστρωτους δρόμους, τα κτίρια των αρχών του 20ού αιώνα που είναι φτιαγμένα με κόκκινα τούβλα, τα κομψά καταστήματα και μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα καφέ, εστιατόρια και μπαρ του Βανκούβερ.
Το όνομα προέρχεται από τον «Gassy» (πολυλογά) Jack Deighton που ήρθε στην περιοχή με κανό από το New Westminster και έστησε ένα σαλούν κοντά στα πριονιστήρια του Burrard Inlet, σε ένα σημείο όπου υπάρχουν μόνο ένας πρόχειρος καταυλισμός εργατών. Η παρουσία του λειτούργησε καταλυτικά αφού γύρω από το μαγαζί του άρχισε να συγκεντρώνεται κόσμος και να αναπτύσσεται εμπορική δραστηριότητα. Αυτός ο οικισμός έγινε γνωστός ως «Gassy’s Town» και παρότι καταστράφηκε από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1886, θεωρείται η απαρχή του σύγχρονου Βανκούβερ.
Μεταγενέστερα, καθώς το εμπορικό κέντρο της πόλης μετακινήθηκε πιο δυτικά, η περιοχή υποβαθμίστηκε, ωστόσο από τη δεκαετία του 1970, ανακηρύχθηκε ιστορική και ξεκίνησε η συστηματική αποκατάσταση που τη μετέτρεψε στη σημερινή, ζωντανή συνοικία. Εκτός από το άγαλμα του περίφημου Jack Deighton στην πλατεία Maple Tree, ορόσημο αποτελεί και το Gastown Steam Clock, στη γωνία των οδών Cambie και Water: το χαρακτηριστικό ρολόι, κατασκευασμένο το 1977, διαθέτει μηχανισμό που λειτουργεί με τη βοήθεια ατμού και κάθε 15 λεπτά τον απελευθερώνει υπό τους ήχους της μελωδίας του Westminster που ακούγεται και από το Big Ben του Λονδίνου.
Το σπουδαίο Μουσείο Ανθρωπολογίας του Βανκούβερ
Σε απόσταση περίπου 20 λεπτών από το κέντρο, στο campus του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας, θα βρείτε το Μουσείο Ανθρωπολογίας που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα του Καναδά. Οι εθνογραφικές συλλογές του αποτελούνται από 50.000 αντικείμενα και οι αρχαιολογικές από περίπου 500.000.
Στα σημαντικότερα εκθέματα περιλαμβάνονται μνημειακά τοτέμ των αυτοχθόνων Χάιντα, ξυλόγλυπτα και γλυπτά μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα έργα του καλλιτέχνη Μπιλ Ριντ, όπως το εμβληματικό «Raven and the First Men» (το κοράκι και οι πρώτοι άνθρωποι): εμπνευσμένο από τη μυθολογία των Χάιντα το έργο απεικονίζει ένα κοράκι που είναι κεντρική μορφή στις παραδόσεις τους, τη στιγμή που απελευθερώνει τους πρώτους ανθρώπους από ένα κοχύλι. Οι αίθουσες φιλοξενούν επίσης αντικείμενα από την Ασία, την Αφρική, την Ωκεανία και την αμερικανική ήπειρο.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι και το κτίριο που στεγάζει το μουσείο, έργο του Άρθουρ Έρικσον, που αποτελεί εμβληματικό δείγμα μοντέρνας αρχιτεκτονικής, κατασκευασμένο με εμφανές σκυρόδεμα και μεγάλες γυάλινες προσόψεις.
Στις αγορές του Granville Island
Κάτω από τη γέφυρα Granville, στα νότια του κέντρου, το νησάκι αυτό αποτελεί έναν από τους πιο ζωντανούς και πολυσύνθετους χώρους του Βανκούβερ όπου καταστήματα, αγορές, γκαλερί, μια μαρίνα και πολλοί υπαίθριοι χώροι συνυπάρχουν σε ένα περιβάλλον με εμφανή βιομηχανικά στοιχεία. Δεν είναι τυχαίο ότι το χαρακτηρίζουν «people’s place», καθώς αποτελεί καθημερινά σημείο συνάντησης για κατοίκους και επισκέπτες.
Το Granville δεν ήταν εξαρχής νησί. Δημιουργήθηκε μεταξύ 1916-1917 με επιχωματώσεις στο False Creek και εξελίχθηκε σε κέντρο βιομηχανικής δραστηριότητας όπου λειτουργούσαν αποθήκες, βιοτεχνίες και ναυπηγεία. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 είχε εγκαταλειφθεί, όμως το 1972 ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπλασης με κρατική στήριξη και στόχο την επανάχρηση των παλιών κτιρίων.
Σήμερα στο επίκεντρο του νησιού βρίσκεται η δημόσια αγορά που στεγάζεται σε μια πρώην αποθήκη με μεταλλικό σκελετό και ψηλή οροφή. Εκεί παραγωγοί και τεχνίτες πουλούν τρόφιμα, άλλα προϊόντα και φρέσκα υλικά που έρχονται απευθείας από τη θάλασσα, τον φούρνο, ή το χωράφι τους. Υπάρχουν επίσης χώροι πολιτισμού, όπως το Arts Club Theatre, ο μεγαλύτερος μη κερδοσκοπικός θεατρικός οργανισμός του δυτικού Καναδά που παρουσιάζει ένα ευρύ ρεπερτόριο από σύγχρονο θέατρο, νέες καναδικές παραγωγές, κλασικά έργα σε σύγχρονες σκηνοθεσίες, αλλά και πιο εμπορικές παραστάσεις. Λειτουργούν επίσης εργαστήρια καλλιτεχνών με κεραμικά, ξυλόγλυπτα και έργα από γυαλί, μικρές γκαλερί, εστιατόρια, μικρά μπαρ, πάγκοι φαγητού γύρω από την αγορά, μικροζυθοποιίες (brewpubs) και άλλα.
Stanley Park, η «πράσινη καρδιά» του Βανκούβερ
Με έκταση σχεδόν 4 τετραγωνικών χιλιομέτρων το πάρκο αυτό είναι ένας από τους σημαντικότερους αστικούς πνεύμονες παγκοσμίως και συνδυάζει ένα πυκνό δάσος με αιωνόβια δέντρα, υγροτόπους, ανοιχτούς χώρους αναψυχής και τρεις δημοφιλείς παραλίες: την English Bay, τη Second Beach με οργανωμένες εγκαταστάσεις και την πιο ήσυχη Third Beach. Διατηρεί μέχρι σήμερα τμήματα παρθένου δάσους, καθώς η περιοχή προστατεύεται όταν ανακηρύχθηκε επίσημα ως πάρκο κι έτσι αποφεύχθηκε η εκτεταμένη υλοτόμηση που έγινε σε άλλες περιοχές της Βρετανικής Κολομβίας.
Μπορείτε να ξεκινήσετε την περιήγηση από τη Lost Lagoon, μια ήρεμη λιμνοθάλασσα που σήμερα αποτελεί σημαντικό βιότοπο για πουλιά όπως ερωδιούς και αετούς. Σε κοντινή απόσταση, το Cathedral Trail οδηγεί σε πιο «άγριες» ζώνες του πάρκου, ενώ ανατολικά βρίσκεται ένας υπέροχος κήπος με τριανταφυλλιές. Η πιο δημοφιλής δραστηριότητα στο Stanley είναι το περπάτημα ή η ποδηλασία στον κυκλικό παραλιακό δρόμο-ποδηλατόδρομο Seawall, μήκους περίπου 9 χιλιομέτρων, που το αγκαλιάζει και προσφέρει άπλετη θέα προς τον ορίζοντα της πόλης και τα βουνά της Βόρειας Ακτής. Κατά μήκος της διαδρομής, στο Brockton Point, βρίσκονται τα εμβληματικά τοτέμ των αυτόχθονων πληθυσμών, που μεταφέρθηκαν εκεί στη δεκαετία του 1920 και αργότερα η συλλογή εμπλουτίστηκε με νεότερα έργα.
Στο εσωτερικό του πάρκου το τοπίο αλλάζει: ήσυχα μονοπάτια διασχίζουν ένα πυκνό κεδροδάσος και οι ανοιχτές εκτάσεις είναι ιδανικές για ξεκούραση και πικνίκ. Στο βόρειο άκρο, το Prospect Point προσφέρει θέα προς το Burrard Inlet, ενώ νοτιοδυτικά δεσπόζει ο βράχος Siwash ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα φυσικά αξιοθέατα του Stanley Park.
Στο πρόγραμμά σας αξίζει να βάλετε και την επίσκεψη στο Ενυδρείο του Βανκούβερ, μέσα στο πάρκο, που αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα και από τα σημαντικότερα ενυδρεία της Βόρειας Αμερικής. Φιλοξενεί περισσότερα από 65.000 θαλάσσια και υδρόβια είδη – από μέδουσες και χταπόδια μέχρι ενυδρίδες, φώκιες και θαλάσσιους λέοντες. Οι θεματικές ενότητες καλύπτουν διαφορετικά οικοσυστήματα, από τις ακτές της Βρετανικής Κολομβίας έως τον Αμαζόνιο, με σύγχρονες, διαδραστικές εκθέσεις. Η εμπειρία περιλαμβάνει προβολή 4D και στους χώρους λειτουργούν καφέ και εστιατόριο.
Περπατήστε στη διάσημη κρεμαστή γέφυρα Capilano
Το Capilano Suspension Bridge Park αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς της περιοχής του Βανκούβερ, συνδυάζοντας εντυπωσιακά τοπία με οργανωμένες εμπειρίες εξερεύνησης. Κεντρικό αξιοθέατο είναι η κρεμαστή γέφυρα Capilano, που κατασκευάστηκε αρχικά το 1889 και σήμερα εκτείνεται σε μήκος 137 μέτρων, σε ύψος περίπου 70 μέτρων πάνω από το φαράγγι του ομώνυμου ποταμού. Η διάσχιση της γέφυρας με την ελαφριά ταλάντωση και τη θέα στο πυκνό δάσος, αποτελεί εμπειρία από μόνη της.
Στη διάρκεια της επίσκεψής σας αξίζει επίσης να κάνετε τη διαδρομή στο Cliffwalk: ακολουθεί έναν απόκρημνο γρανιτένιο βράχο, με στενές γέφυρες, σκάλες και εξέδρες που «αιωρούνται» πάνω από το φαράγγι, προσφέροντας έντονη εμπειρία που την ενισχύουν τα λιγοστά σημεία στήριξης. Μια πιο ήρεμη δραστηριότητα θα κάνετε παίρνοντας μέρος στο Treetops Adventure και μέσω ενός δικτύου εναέριων γεφυρών θα ανεβείτε σε ύψος έως 30 μ. ανάμεσα σε αιωνόβια δέντρα. Η διαδρομή είναι κατάλληλη για ανθρώπους όλων των ηλικιών και χαρίζει μια διαφορετική οπτική του δάσους από το επίπεδο της κόμης των δέντρων. Στη διάρκεια της επίσκεψής σας μέσα από παρουσιάσεις και ενημερωτικές στάσεις, θα μάθετε πολλά για το θέμα των εύκρατων δασών της Δυτικής Ακτής, καθώς και τη σχέση των τοπικών Πρώτων Εθνών (των αυτοχθόνων πληθυσμών) με τη φύση.
Η ιστορική Chinatown της πόλης
Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες και ιστορικότερες κινεζικές συνοικίες της Βόρειας Αμερικής που αναπτύσσεται κυρίως γύρω από τις οδούς Πέντερ και Κίφερ. Έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τον αυθεντικό χαρακτήρα της και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό κομμάτι της πόλης. Οι εμπειρίες σας εδώ θα έχουν στο επίκεντρο τη γαστρονομία, καθώς, μεταξύ πολλών άλλων, θα βρείτε καταστήματα με ψητή πάπια και χοιρινό μπάρμπεκιου, αρτοποιεία κατά μήκος της Κίφερ, μαγαζιά με παραδοσιακά βότανα, παντοπωλεία με ασιατικά προϊόντα και μικρά εστιατόρια dim sum όπου σερβίρονται ποικιλίες μικρών πιάτων που μοιράζονται οι συνδαιτημόνες.
Δραστηριότητες στη φύση
Ίσως σας φανεί παράξενο, αλλά σε απόσταση μόλις 30–80 χιλιομέτρων από την πόλη μπορείτε να κάνετε παρατήρηση φαλαινών η παρουσία των οποίων οφείλεται στα ψυχρά νερά του Βόρειου Ειρηνικού όπου αφθονούν ψάρια και πλαγκτόν. Έτσι, η πόλη αποτελεί μία από τις καλύτερες βάσεις για whale watching στη Δυτική Ακτή του Καναδά. Οι εκδρομές γίνονται με ειδικά σκάφη που ξεκινούν κυρίως από το νησί Granville και κατευθύνονται προς το Στενό της Γεωργίας και τα Νησιά του Κόλπου (περίπου 4 ώρες). Τα πιο συχνά είδη που παρατηρούνται είναι οι όρκες, οι φάλαινες-καμπούρες και, εποχικά, οι γκρίζες. Η καλύτερη περίοδος για να τις εντοπίσετε είναι από την άνοιξη έως τις αρχές του φθινοπώρου.
Όπως είπαμε και στην αρχή, σε κοντινή απόσταση από την πόλη υπάρχουν πολλά φυσικά τοπία που κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα. Η πιο δημοφιλής διαδρομή ακολουθεί τον Sea to Sky Highway προς το Squamish, με στάση στους καταρράκτες Shannon και ανάβαση με το Sea to Sky Gondola, το εναέριο τελεφερίκ που προσφέρει πανοραμική θέα σε φιόρδ, δάση και βουνοκορφές. Συνεχίζοντας βόρεια θα βρεθείτε στο Whistler που λειτουργεί ως οργανωμένο αλπικό θέρετρο με μονοπάτια και δραστηριότητες όλο τον χρόνο. Οι πιο δραστήριοι μπορείτε να πάτε στα Garibaldi και Joffre Lakes Provincial Parks για να κάνετε πεζοπορίες σε αλπικά τοπία και παγετωνικές λίμνες (περίπου 180 χλμ. από την πόλη).
Info: Οι περισσότερες διαδρομές μπορούν να γίνουν οργανωμένα, με guided day tours διάρκειας 8–10 ωρών: https://vancouvertours.com, https://westcoastsightseeing.com/guided-tours

