Μόλις μια ώρα απόσταση από το πολύβουο Τόκιο και περίπου τέσσερις ώρες από την παλαιά ιστορική πρωτεύουσα Νάρα κι όμως η Καμακούρα μοιάζει να βρίσκεται αιώνες μακριά. Μια πόλη μύθος, σμιλεμένη από σιωπή, ατσάλι και πίστη. Περιτριγυρισμένη από δασώδεις πράσινους λόφους με το πρόσωπό της να ανοίγεται στον Ειρηνικό Ωκεανό, η Καμακούρα, είναι ένας τόπος γαλήνιος, γεμάτος αρχαία ενέργεια. Μια πόλη που συνδυάζει την θαλασσινή αύρα του Ειρηνικού με την πνευματική κληρονομιά των Σαμουράι.
Το πνεύμα του Μιναμότο νο Γιοριτόμο, του Σογκούν που μετέτρεψε το άλλοτε μικρό ψαροχώρι στο πρώτο Σογκουνάτο της χώρας πλανιέται ακόμη στα στενά σοκάκια της. Στις ακτές του κόλπου Σαγκάμι και στους δασωμένους λόφους της με τους ναούς και τα ιερά, φτερουγίζουν οι ψυχές των πολεμιστών Σαμουράι. Η Καμακούρα είναι το λίκνο της στρατιωτικής τάξης των Σαμουράι, η πόλη που άλλαξε την ιστορία της Ιαπωνίας.
Η ιστορία
Μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα τη νησιωτική χώρα της Άπω Ανατολής κυβερνούσε ο Αυτοκράτορας και η εκλεπτυσμένη, αλλά αδύναμη αριστοκρατία του Κιότο. Όλα άλλαξαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο Γκενπέι, και την επικράτηση της φατρίας των Μιναμότο. Ο Μιναμότο νο Γιοριτόμο ηγέτης της φατρίας αφού εξολόθρευσε τους αντιπάλους του, ίδρυσε το πρώτο Σογκουνάτο (στρατιωτική κυβέρνηση) στην ιστορία. Ως έδρα του επέλεξε την Καμακούρα, η οποία λόγω της στρατηγικής θέσης της ήταν δύσκολο να δεχτεί επίθεση.
Για περίπου 150 χρόνια η Καμακούρα λειτούργησε ως η ντε φάκτο πρωτεύουσα της χώρας δίνοντας το όνομά της σε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, την περίοδο Καμακούρα (1185-1333). Στο διάστημα αυτό ο Αυτοκράτορας παρέμεινε στο Κιότο, ως μια θρησκευτική και τυπική φιγούρα, αλλά η πολιτική και στρατιωτική εξουσία είχε μεταφερθεί στην Καμακούρα. Κατά την περίοδο Καμακούρα υπήρξε άνοδος του Ζεν Βουδισμού στην πόλη, καθώς η αυστηρή αυτοπειθαρχία, η εστίαση στο διαλογισμό και η αποδοχή του θανάτου που δίδασκε το Ζεν ταίριαξαν απόλυτα με τον κώδικα τιμής των πολεμιστών Σαμουράι, τον λεγόμενο Κώδικα Μπουσίντο. Το Ζεν επηρέασε την αισθητική των πολεμιστών και η πόλη ανέπτυξε αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική φυσιογνωμία που αντανακλούσε την λιτότητα, την σιωπή και την πνευματική εγκράτεια, αξίες που σφράγισαν τον Ιαπωνικό πολιτισμό.
Η περίοδος Καμακούρα σημαδεύτηκε ωστόσο και από τις μογγολικές επιθέσεις, τις μεγάλες στρατιωτικές προκλήσεις που χάραξαν την ιστορία της Ασίας. Οι Σαμουράι της Καμακούρα πολέμησαν με απίστευτο σθένος ενάντια στις αρμάδες των Μογγόλων και του μεγάλου Κουμπλάι Χαν, εγγονού του Τζέκινς Χαν που απείλησαν την Ιαπωνία (1274 και 1281). Σώθηκαν τελικά χάρις σε δύο τρομερούς τυφώνες που βύθισαν τα εχθρικά πλοία. Λέγεται πως οι Σαμουράι προσευχήθηκαν στον Θεό Χατσιμάν για να αποτρέψουν τον εισβολέα. Ο Θεός απάντησε στέλνοντας τους σωτήριους τυφώνες, τους οποίους ονόμασαν Καμικάζι (Θείος Άνεμος).
Σήμερα οι άνεμοι Καμικάζι που κάποτε τσάκιζαν κατάρτια φουσκώνουν τα πανιά των σέρφερ βοηθώντας τους να δαμάσουν τα κύματα. Κάθε ριπή που απελευθερώνεται στον ανοιχτό ορίζοντα, κουβαλά μαζί με την θαλασσινή αύρα της και την μνήμη των Σαμουράι. Το Σογκουνάτο καταστράφηκε το 1333 από αντίπαλες δυνάμεις Σαμουράι. Η πόλη έχασε τον πολιτικό ρόλο της, διατήρησε όμως μέχρι σήμερα την φήμη της ως τόπος πνευματικής αναζήτησης και προσκυνήματος, με ναούς και μνημεία σιωπηλούς μάρτυρες του ένδοξου παρελθόντος.
Το ιερό των Σαμουράι
Στην καρδιά της Καμακούρα δεσπόζει το ιερό Τσουρουγκαόκα Χατσιμάνγκου, το πνευματικό καταφύγιο των Σαμουράι. Είναι ο σημαντικότερος ναός της πόλης, αφιερωμένος στον Θεό Χατσιμάν προστάτη των πολεμιστών και θεοποιημένο πνεύμα του αυτοκράτορα Ότζιν. Μια μεγάλη κόκκινη πύλη τορίι μας οδηγεί στο ιερό, που είναι βαμμένο στο έντονο πύρινο της φωτιάς και του αίματος. Η κύρια αίθουσα του σιντοϊστικού ιερού δεσπόζει στην κορυφή μιας φαρδιάς πέτρινης σκάλας. Στη βάση της δεξιά κι αριστερά εκτείνονται δύο μικρές λίμνες, τοποθετημένες συμβολικά. Η μία με τρία νησιά συμβολίζει τη φατρία Μιναμότο τους νικητές, ενώ η άλλη με τέσσερα νησιά τη φατρία Τάιρα, τους ηττημένους, καθώς ο αριθμός τέσσερα έχει ομόηχη προφορά με την λέξη θάνατος στα ιαπωνικά. Το ιερό ιδρύθηκε το 1063 από τον Μιναμότο νο Γιοριγιόσι, αλλά μεταφέρθηκε και επεκτάθηκε το 1180 από τον Γιοριτόμο, ο οποίος το ανέδειξε σε σύμβολο της νέας στρατιωτικής κυβέρνησης.
Ο Γιοριτόμο χάραξε έναν άξονα εξουσίας. Ένας μεγαλοπρεπής πεζόδρομος ξεκινούσε από την ακτή του Ειρηνικού και κατέληγε στο ναό, σαν βέλος που εκτοξεύεται από τόξο Σαμουράι. Κάπου εδώ στην κορυφή, στα πέτρινα σκαλοπάτια του ιερού, όπου βλέπουμε να ανεβαίνει με τους γονείς της μια μικρή Γιαπωνέζα ντυμένη γκέϊσα, ο Γιοριτόμο κάλεσε τον Θεό Χατσιμάν να γίνει ο προστάτης της πόλης και των πολεμιστών του. Οι Σαμουράι λύγιζαν το γόνατο μπροστά στους βωμούς του ζητώντας την ευλογία του πριν από την μάχη. Ο Χατσιμάν αν και Θεός του πολέμου δεν ζητούσε τυφλή βία, αλλά εσωτερική δύναμη και δικαιοσύνη. Κάθε χρόνο στα φεστιβάλ του ναού αναβιώνουν τα τελετουργικά των πολεμιστών, το πνεύμα τους και οι όρκοι τιμής, η πίστη τους στον αυστηρό κώδικα Μπουσίντο.
Ο Μεγάλος Βούδας της Καμακούρα
Σε μικρή απόσταση στα δυτικά της πόλης βρίσκεται ο περίφημος ναός Κοτόκου-ιν , γνωστός για το γιγαντιαίο άγαλμα του Μεγάλου Βούδα της Καμακούρα. Αν το Χατσιμάνγκου είναι η πύρινη καρδιά της πόλης, ο Βούδας είναι η σιωπηλή ψυχή της.
Ένας χάλκινος γίγαντας με μισόκλειστα μάτια βυθισμένος σε έναν αιώνιο διαλογισμό ανέγγιχτος από το πέρασμα των αιώνων. Δύο φορές το 1334 και το 1369 γκρέμισαν οι τυφώνες τον ναό που τον προστάτευε και μία τρίτη φορά το 1498 ο ναός καταστράφηκε από σεισμό και τσουνάμι, αλλά ο Αμίντα Βούδας αρνήθηκε να πέσει. Έμεινε εκεί κάτω από τον ανοιχτό ουρανό ακοίμητος φρουρός και σύμβολο απόλυτης εσωτερικής σταθερότητας. Κοιτάζοντάς τον έχω την αίσθηση πως υπάρχει μια ακαταμάχητη γοητεία στην στάση του, μια στάση στοχαστικής έκστασης, διακρίνω ένα ελαφρύ μειδίαμα στο πρόσωπο, μια θαυμαστή ηρεμία, μια αρμονία στις σωματικές αναλογίες και τις λεπτές πτυχώσεις του χιτώνα του. Με το πρόσωπο στραμμένο προς την θάλασσα, το άγαλμα μαγνητίζει με τον επιβλητικό όγκο του ντόπιους και επισκέπτες, ανάμεσα σε αυτούς και πολλά σχολικά γκρουπ μαθητών που έρχονται εδώ από όλη την επικράτεια της χώρας. Το ύψος του αγάλματος φθάνει τα 11,3 μέτρα και το βάρος του αγγίζει τους 121 τόνους. Άρχισε να κατασκευάζεται περίπου το 1252 κι είναι το δεύτερο ψηλότερο άγαλμα του Βούδα μετά από τον Μεγάλο Βούδα στο ναό Τοντάϊ -τζι της Νάρα. Αρχικά στεγαζόταν σε ξύλινη αίθουσα.
Ένα άνοιγμα στο πίσω μέρος του αγάλματος μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε στο κοίλο εσωτερικό του. Αν και ο χώρος είναι περιορισμένος και μπορεί να φιλοξενήσει μικρό αριθμό ατόμων ταυτόχρονα, προσφέρει μια σπάνια και λιτή αρχιτεκτονική εμπειρία. Αντί για θρησκευτικά κειμήλια ή περίτεχνες διακοσμήσεις ο εσωτερικός χώρος λειτουργεί ως ένα «ζωντανό μουσείο» της μεσαιωνικής ιαπωνικής μηχανικής και μεταλλουργίας.
Στο εσωτερικό διακρίνονται τα διαδοχικά επίπεδα και τα στάδια χύτευσης του μπρούτζου, καθώς και η αντισεισμική θωράκιση του αγάλματος. Μια φωτεινή πινακίδα εξηγεί στους επισκέπτες την ιστορία και τις τεχνικές λεπτομέρειες της κατασκευής.
Το άγαλμα θεωρείται από τα πιο ολοκληρωμένα έργα της ιαπωνικής ιδιοφυίας, αναφορικά με την τέχνη και το θρησκευτικό συναίσθημα. Χαρακτηρισμένος ως Εθνικός Θησαυρός της Ιαπωνίας ο Μεγάλος Βούδας της Καμακούρα είναι μια αναπαράσταση του Βούδα Amitabha, του Άρχοντα της Δυτικής Αγνής Γης. Ο Κοτόκου-ιν ο ναός στον οποίο βρίσκεται, ανήκει στην αίρεση Jodo-shu ένα πολύ δημοφιλές δόγμα του Βουδισμού μεταξύ των Ιαπώνων.
Η Καμακούρα σήμερα
Πίσω από το ναό Κοτόκου-ιν το μονοπάτι οδηγεί στις κατάφυτες πλαγιές των λόφων εκεί όπου η Καμακούρα κρύβει τα ιερά και τα μοναστήρια του Ζεν. Σε ένα τοπίο γαλήνιο, σιωπηλό, ντυμένο στα φθινοπωρινά χρώματα, πλημμυρισμένο ήρεμο φως.
Η Καμακούρα εκτός από προσκυνηματικός τόπος και τόπος διαλογισμού λόγω των πολλών ναών Ζεν, αποτελεί κορυφαίο γαστρονομικό προορισμό προσφέροντας πολλά παραδοσιακά πιάτα, καθώς και πιάτα για χορτοφάγους. Η πόλη φημίζεται για τα λαχανικά Καμακούρα που καλλιεργούνται τοπικά κι ένα από τα παραδοσιακά πιάτα της είναι η Kenchin jiru, μια πλούσια σούπα λαχανικών με τόφου. Εξαιρετικής ποιότητας είναι και το ντόπιο μοσχαρίσιο κρέας της Wagyu που σερβίρεται σε πιάτα Sukiyaki ή Shabu –shabu. Στον πολυσύχναστο εμπορικό δρόμο της πόλης Komachi- dori πολλά είναι τα καταστήματα που προσφέρουν street food καθώς και γλυκά σνακ, ή παγωτό με γεύση πράσινου τσαγιού και τσάι Matcha.
Η πόλη βρίσκεται στην περιφέρεια Κανγκάουα, 50 χλμ. νότια του Τόκιο και ο πληθυσμός της σήμερα υπολογίζεται σε περίπου 170.000 κατοίκους. Και από την Καμακούρα με την αύρα του Ειρηνικού και τις σκιές του παρελθόντος να αναπαύονται στην μεγάλη αγκαλιά της φύσης του Ζεν μεταφερόμαστε στα ιερά βουνά με τις θερμές πηγές, τις καλντέρες, τους θειούχους ατμούς και την «Κοιλάδα του βρασμού». Χακόνε, το ενεργό ηφαίστειο, δίπλα στο ιερό «κοιμισμένο» Φούτζι.
Χακόνε, Οβακουντάνι και λίμνη Άσι
Το Φούτζι, όταν ο ουρανός είναι καθαρός διακρίνεται ακόμη και από το Τόκιο. Η εικόνα του όμως από τις όχθες της λίμνης Άσι (Ashinoko) της καλντέρας του όρους Χακόνε, είναι μοναδική. Καδραρισμένο από την μαγευτική φύση που περιβάλλει την λίμνη με την χρυσαφένια λάμψη των γκίνγκο και το φλογερό κόκκινο των σφενδάμων, το ιερό όρος υψώνεται πάνω από το ηφαιστειακό πεδίο ως το αιώνιο σύμβολο αρμονίας και θεϊκής φώτισης. Το όρος Χακόνε είναι ένα ενεργό ηφαίστειο πολύ κοντά στο Φούτζι. Και τα δύο μαζί ανήκουν στο Εθνικό Πάρκο Φούτζι-Χακόνε-Ίζου. Η λίμνη σχηματίστηκε πριν από 3000 χρόνια κατά την διάρκεια μιας έκρηξης του Χακόνε. Η αντίθεση ανάμεσα στην άγρια ηφαιστειακή ενέργεια της γης και τα ήρεμα νερά της λίμνης αποτυπώνει τα δύο διαφορετικά πρόσωπα του Χακόνε. Διάσπαρτοι μικροί οικισμοί συμπληρώνουν την εικόνα της παραλίμνιας περιοχής. Η σύνδεση μεταξύ τους και με την κοιλάδα του ηφαιστείου γίνεται μέσω της λίμνης με φέρρυ και τελεφερίκ και στα χαμηλά σημεία με την τοπική συγκοινωνιακή γραμμή. Εμείς από το μικρό λιμανάκι Motohakone επιβιβαστήκαμε σε ένα πειρατικό καράβι (ρέπλικα), το οποίο μας μετέφερε στην απέναντι όχθη. Εκεί πήραμε το τελεφερίκ με προορισμό την «καυτή» μεγάλη ηφαιστειακή κοιλάδα.
Το πειρατικό καθώς έπλεε στα ήρεμα νερά της λίμνης μας έφερε πολύ κοντά στην κόκκινη πύλη Τορίι του ιερού που είναι αφιερωμένο στην Konohanasakuya-hime μια θεότητα (κάμι) που έχει ταυτιστεί με το Φούτζι, τη φύση και την ανθοφορία της. Η πύλη ορθώνεται επιβλητική, ριζωμένη μέσα στο νερό, σαν σιωπηλός φύλακας της απόλυτης πνευματικής γαλήνης που ρέει ανάμεσα στις αιωνόβιες δασωμένες πλαγιές. Φθάνοντας στην κοιλάδα την ηρεμία διαδέχεται το δέος. Η κοιλάδα Οβακουντάνι, κυριολεκτικά η «Μεγάλη Κοιλάδα του Βρασμού» είναι μια γη που βράζει. Πλησιάζοντας ακούμε την καυτή ανάσα της με τα θειούχα αέρια. Βλέπουμε τις φουμαρόλες της που εκτοξεύουν τους θειούχους ατμούς τους, σαν λευκά σύννεφα που υψώνονται στον ουρανό, τα μικρά θερμικά πεδία της που αναβλύζουν μέσα από τη γη. Ένα τοπίο απόκοσμο που εκπέμπει μια αρχέγονη άγρια ενέργεια.
Μια περίφραξη αποτρέπει τους επισκέπτες να πλησιάσουν πολύ κοντά και να εκτεθούν στις επικίνδυνες υψηλές θερμοκρασίες. Ειδικά μετά από την έκρηξη που σημειώθηκε το 2015 τα σημεία πρόσβασης έχουν περιοριστεί, ενώ λόγω της αυξημένης ηφαιστειακής δραστηριότητας παραμένει κλειστό και το μονοπάτι πεζοπορίας μήκους περίπου ενός χιλιομέτρου στην περιοχή.
Στις εγκαταστάσεις της κοιλάδας έχει τοποθετηθεί ένα γιγάντιο μαύρο αυγό που παραπέμπει στα διάσημα μαύρα αυγά kuro -tamago της περιοχής. Τα αυγά βράζονται από τους ντόπιους στις θερμές θειούχες πηγές του ηφαιστείου. Από τη χημική αντίδραση που προκαλείται την ώρα του βρασμού το κέλυφος του αυγού βάφεται μαύρο. Ωστόσο το αυγό έγινε διάσημο όχι τόσο από το μαύρο χρώμα του, αλλά από τον παραδοσιακό μύθο που συνοδεύει την βρώση του. Αν φας ένα αυγό λένε οι ντόπιοι πωλητές θα κερδίσεις επιπλέον επτά χρόνια ζωής. Φυσικά φάγαμε περισσότερα από ένα.
Η ιστορία του Χακόνε είναι συνδεδεμένη τόσο με τις φυσικές δυνάμεις της γης, όσο και με την πνευματική ιστορία της Ιαπωνίας. Το ηφαιστειακό σύμπλεγμα σχηματίστηκε πριν από περίπου 400.000 χρόνια, ενώ η τελευταία μεγάλη του έκρηξη σημειώθηκε πριν από 3000 χρόνια. Η ονομασία του προέρχεται από τις λέξεις hako(κουτί) και ne (ρίζα) αναφορά που παραπέμπει στις διαδοχικές οροσειρές που περικλείουν την φυσική λεκάνη του ηφαιστείου προσδίδοντας στο τοπίο μια σχεδόν μυθική γεωμετρία.
Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την περίοδο Έντο το Χακόνε βρισκόταν πάνω στη Διαδρομή Τοκάϊντο, τον μεγάλο δρόμο του νότου που συνέδεε το Τόκιο (Έντο) με το Κιότο. Το Χακόνε αποτελούσε σημείο ελέγχου του Σογκουνάτου, εξασφαλίζοντας την στρατιωτική και πολιτική ασφάλεια ταξιδιωτών και εμπορευμάτων. Ο ήχος του νερού στο Χακόνε μας συντροφεύει σε κάθε μας βήμα. Η περιοχή είναι διάσπαρτη από θερμές πηγές με τις περισσότερες από αυτές να συγκεντρώνονται στο Χακόνε Γιουμότο. Πισίνες με θερμά λουτρά διαθέτουν επίσης πολλά καταλύματα και ξενοδοχεία. Σε ένα τέτοιο θερμό λουτρό, το αποκαλούμενο όνσεν είχαμε την ευκαιρία να χαλαρώσουμε φθάνοντας στο παραδοσιακό ρυοκάν, το βραδινό μας κατάλυμα. Μια θεραπευτική εμπειρία αξέχαστη με φόντο την φθινοπωρινή φύση. Κι ύστερα ακολούθησε η παραδοσιακή γευστική εμπειρία του Καϊσέκι. Το καϊσέκι αποτελείται από μικρά όμορφα διακοσμημένα πιάτα τα οποία ετοιμάζονται με βάση τα εποχικά υλικά και δίνουν έμφαση στην ισορροπία των γεύσεων, των υφών και των χρωμάτων.
Τα λιτά δωμάτια του ρυοκάν διέθεταν επίσης παραδοσιακά στρώματα φουτόν απλωμένα πάνω σε ψάθινα χαλάκια τατάμι από συμπιεσμένο άχυρο ρυζιού. Τα φουτόν αποτελούνται από λαναρισμένες στρώσεις βαμβακιού, είναι σκληρά στρώματα – ευτυχώς που υπήρχε εναλλακτική επιλογή – και αναδιπλούμενα. Το πρωί αποθηκεύονται στην ντουλάπα
Στο ιερό όρος Φούτζι
Το θαύμασα από το Τόκιο μια ημέρα με καθαρό ουρανό. Είδα τη μορφή του να φιγουράρει παντού στην πόλη ως και οι βεντάλιες είχαν αποτυπωμένες πάνω τους τις 36 όψεις του και «το μεγάλο κύμα» του Χοκουσάι. Όπου κι αν βρεθήκαμε ταξιδεύοντας στο νότιο Χονσού το κεντρικό νησί της Ιαπωνίας, το Φούτζι από μακριά μαγνήτιζε το βλέμμα μας σαν ένας φάρος φωτεινός και αιώνιος. Και να που ήρθε η ώρα να πατήσω τα ιερά του χώματα. Να φτάσω έστω έως τον πέμπτο του σταθμό στα 2305 υψόμετρο. Λίγα μέτρα ψηλότερα η δασώδης ζώνη του με τα πεύκα και τα σφενδάμια δίνει τη θέση της στις αλπικές πλαγιές. Στην κορυφή στα 3776 υψόμετρο βρίσκεται ο 10ος σταθμός. Η γέφυρα ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον θεϊκό κόσμο, την απόλυτη φώτιση. Το ιερό βουνό είναι αφιερωμένο στην Κονοχάνα Σακούγια-Χίμε, θεά Σίντο του Φούτζι, της φύσης και των ανθισμένων δέντρων.
Το Φούτζι είναι ένα ιερό κάμι, μία θεότητα και η ανάβαση στις πλαγιές και την κορυφή του αποτελούσε για αιώνες κάθαρση, πνευματική άσκηση και ιερό προσκύνημα.
Είναι ο καθρέφτης της γιαπωνέζικης ψυχής, ένα σύμβολο αρμονίας, πίστης και εθνικής ταυτότητας. Μια τέλεια πυραμίδα που υψώνεται στον ουρανό με την κορυφή της τυλιγμένη σε ένα λευκό σκουφάκι από αιώνιο χιόνι και μεταξένια σύννεφα. Είναι η μούσα της ιαπωνικής τέχνης, η εικόνα του έχει αποτυπωθεί σε όλες τις μορφές της από την λογοτεχνία και τα παραδοσιακά ποιήματα Χαϊκού, έως τα περίφημα ξύλινα αποτυπώματα (ukiyo-e) του Κατσουσίκα Χοκουσάι. Το 2013 η UNESCO συμπεριέλαβε το Φούτζι στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς με τον χαρακτηρισμό «Πολιτιστικός Χώρος».
Στο θεϊκό βουνό έχει αναφερθεί και ο μεγάλος συγγραφέας και στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης, περιγράφοντας τα συναισθήματα, την λαχτάρα και την ευδαιμονία που ένιωσε όταν το κοίταξε: «Στράφηκα. Πανύψηλο, κάτασπρο, χιονισμένο από τα πόδια έως την κορυφή, πειθαρχημένο μέσα σε απλότατες όλο χάρη και δύναμη καμπύλες, ανάερο, γαλήνιο και σιωπηλό διαγράφονταν απάνω στον ζαφειρένιο ουρανό το άγιο βουνό της Ιαπωνίας». Ο Καζαντζάκης χαρακτηρίζει το Φούτζι ως την καρδιά και το αληθινό χωρίς μάσκες πρόσωπο της Ιαπωνίας: «Τούτο το βουνό είναι ο αληθινός πρόγονος θεός που έπλασε κατ΄εικόνα κι ομοίωσή του τους Γιαπωνέζους. Θρύλοι, θεοί, παραμύθια, φαντάσματα, όλα τα παιχνίδια της γιαπωνέζικης φαντασίας πλάστηκαν κι αυτά κατ΄εικόνα και ομοίωσή του». Και καταλήγει: «Κοίταζα το άγιο βουνό και η καρδιά μου γιόμωνε απόκριση. Καλύτερα, βαθύτερα χωρίς άλλο, όταν το κοιτάζει – και το κοιτάζει πάντα – θα γιομώνει απόκριση η καρδιά του κάθε Γιαπωνέζου. Μια χώρα που έχει ένα τέτοιο βουνό ανώτατο ρυθμιστή της ζωής της είναι σίγουρα μια μεγάλη χώρα που ενώνει τη δύναμη και τη χάρη- σιωπηλή, αποφασισμένη, επικίνδυνη».
Το Φούτζι σχηματίστηκε από διαδοχικές ηφαιστειακές εκρήξεις και στρώματα λάβας κατά την Πλειστόκαινο περίοδο. Η τελευταία του μεγάλη έκρηξη σημειώθηκε στα τέλη 1707 με αρχές 1708, γνωστή ως έκρηξη Χοέϊ (Hoei), η οποία κάλυψε με στάχτη το Τόκιο και προκάλεσε έναν μικρότερο δευτερεύοντα κρατήρα στην ανατολική πλευρά του βουνού. Παρά την ηρεμία των τελευταίων τριών αιώνων το Φούτζι θεωρείται ακόμη ενεργό με συνεχή παρακολούθηση των γεωλογικών του δεικτών. Ο 5ος Σταθμός του Φούτζι είναι προσβάσιμος με αυτοκίνητο ή λεωφορείο. Εδώ, εκτός από τις διάφορες εγκαταστάσεις εστιατόρια και παρατηρητήρια, βρίσκεται το ιερό Fujisan Komitake, το οποίο είναι αφιερωμένο στη λατρεία του όρους Φούτζι. Χτίστηκε αρχικά το 937 και η περιοχή γύρω του ονομάζεται «Κήπος των Τένγκου». Τα Τένγκου, θεϊκά πνεύματα, γνωστά από την ιαπωνική λαογραφία, θεωρούνται φύλακες της φύσης, των βουνών και των ορειβατών. Δεδομένου ότι πολλές πεζοπορικές διαδρομές ξεκινούν από τον 5ο Σταθμό πολλοί είναι οι ορειβάτες που περνούν την πύλη Τορίι του ιερού και προσεύχονται για να έχουν ασφαλή ανάβαση. Οι περισσότεροι ανεβαίνουν στο βουνό την νύχτα για να βρίσκονται σε μια θέση στην κορυφή, ή κοντά στην κορυφή όταν ανατέλλει ο ήλιος, με την άφιξη του γιοράϊκο, όπως ονομάζεται το πρώτο πρωινό φως.
Η ανάβαση στο Φούτζι επιτρέπεται από τις 10 Ιουλίου έως τις 10 Σεπτεμβρίου. Από τον Οκτώβριο έως και τον Ιούνιο το βουνό είναι κλειστό για τους πεζοπόρους. Στο διάστημα αυτό δεν προβλέπεται διάσωση, αντιθέτως επιβάλλεται πρόστιμο 300.000 γεν για όσους επιχειρήσουν ανάβαση. Η περιοχή πάνω από τον 5ο Σταθμό έχει χαρακτηριστεί ως ειδικά προστατευόμενη ζώνη.
Οι πρώτοι πεζοπόροι που ανέβηκαν στο Φούτζι ήταν ασκητές του Σουγκέντο μιας σύνθετης θρησκευτικής παράδοσης που συνδυάζει στοιχεία του Σιντοϊσμού, του Βουδισμού και του Ταοϊσμού. Για εκείνους η ανάβαση ήταν τελετουργική πράξη κάθαρσης και ένωσης με τη φύση.
Στο Οσίνο Χακάι
Το Φούτζι βρίσκεται κοντά στον Ειρηνικό, στο κεντρικό νησί Χονσού στα όρια των νομών Σιζουόκα και Γιαμανάσι. Περιβάλλεται από τέσσερις μικρές πόλεις και πέντε λίμνες με την λίμνη Καβαγκούτσι και τον οικισμό Οσίνο Χακάι να προσφέρουν την ωραιότερη θέα στο βουνό. Το Οσίνο Χακάι βρίσκεται σε υψόμετρο 940 μέτρων. Η περιοχή φημίζεται για τις οκτώ λιμνούλες– πηγές της που αναβλύζουν από το υπέδαφος της ηφαιστειακής καλντέρας του Φούτζι. Τα νερά τους προέρχονται από το λιωμένο χιόνι του Φούτζι κι είναι πεντακάθαρα και πλούσια σε μεταλλικά στοιχεία, καθώς φιλτράρονται από τα πορώδη στρώματα λάβας περισσότερο από 20 χρόνια πριν αναδυθούν στην επιφάνεια. Η διαύγεια των πηγών, τα παραδοσιακά σπίτια του οικισμού με τις ψάθινες στέγες και στο βάθος η κορυφή του Φούτζι σχηματίζουν ένα μοναδικό φυσικό τοπίο. Αν είστε τυχεροί, όπως εμείς μπορεί να δείτε την κορυφή του Φούτζι να καθρεφτίζεται σε μια από τις λίμνες του οικισμού.
Το Οσίνο Χακάι υπήρξε από την αρχαιότητα τόπος θρησκευτικής κάθαρσης και εξαγνισμού των πεζοπόρων- προσκυνητών πριν από την ανάβαση στο ιερό βουνό. Η περιοχή έχει ενταχθεί από το 2013 στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ως τμήμα του «Όρους Φούτζι – Ιερός τόπος και πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης». Μια στάση ακόμα στις όχθες της λίμνης Καβαγκούτσι, στα 800 μέτρα υψόμετρο, για ένα τελευταίο κλικ με την κορυφή του Φούτζι να τυλίγεται στα αέρινα λευκά σύννεφα. Κι ένας αποχαιρετισμός με την εικόνα και την θεϊκή γεωμετρία του να γεμίζει το βλέμμα και να ηρεμεί την ψυχή.
Νάρα η ιστορική πρωτεύουσα
Τις επόμενες ημέρες μεταφερθήκαμε δυτικότερα, στα ιερά τοπία της Νάρα, στην καρδιά της παλιάς Ιαπωνίας. Η Νάρα βρίσκεται στην περιφέρεια Κανσάι, νότια του Κιότο και υπήρξε η πρώτη μόνιμη πρωτεύουσα της Ιαπωνίας από το 710 έως 794 μ. Χ. χαρακτηρίζοντας μια ολόκληρη περίοδο με το όνομά της. Στο διάστημα που ήταν πρωτεύουσα ήταν γνωστή ως Χεϊτζό- κιο (Ακρόπολη της ειρήνης) κι εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εκθαμβωτικές πόλεις της Ασίας. Η πόλη υπήρξε κέντρο του βουδισμού και οργανώθηκε με βάση τα κινεζικά πρότυπα πόλεων με ορθογώνια πολεοδομική διάταξη, και διακριτούς τομείς, παλάτια, ναούς και διοικητικά συγκροτήματα. Τα πολυάριθμα μνημεία της, ανάμεσά τους οκτώ Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, συγκροτούν ένα ανοιχτό μουσείο της ιαπωνικής αρχιτεκτονικής, γλυπτικής και φιλοσοφίας.
Η κεντρική περιοχή απέχει ελάχιστα από το Πάρκο της Νάρα, μια έκταση 1300 στρεμμάτων, όπου βρίσκονται τα μνημεία και οι περισσότεροι ναοί. Πάνω από 1000 ελάφια που θεωρούνται αγγελιοφόροι των θεών ζουν στο πάρκο. Τα ιερά ελάφια κυκλοφορούν ελεύθερα και κάθε τόσο υποκλίνονται στους επισκέπτες που κοντοστέκονται και τα φιλεύουν με διάφορες τοπικές λιχουδιές. Στο επίκεντρο του ιστορικού τοπίου δεσπόζει ο ναός Τοντάι- τζι , ο «Μεγάλος Ανατολικός Ναός». Το συγκρότημα αποτελείται από την κεντρική αίθουσα του Μεγάλου Βούδα (Daibutsu), υποναούς, περίπτερα, παγόδες και πύλες εξαιρετικού ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Η οικοδόμησή του, που ολοκληρώθηκε το 752, έγινε με διαταγή του αυτοκράτορα Σομού για να στεγάσει το άγαλμα του Βούδα και να παγιώσει τη θέση της πόλης ως πρωτεύουσας και ισχυρού κέντρου του βουδισμού. Η επιρροή του υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε η Αυλή αναγκάστηκε να μεταφέρει αργότερα την πρωτεύουσα για να περιορίσει την δύναμή του.
Αφήνουμε πίσω μας τα ελάφια που μας συντρόφευαν σε μεγάλο τμήμα της διαδρομής και περνάμε την νότια πύλη Ναντάϊμον του συγκροτήματος. Δεξιά και αριστερά της πύλης που φθάνει σε ύψος τα 19 μέτρα στέκονται τα δύο γιγαντιαία, με πρόσωπα γεμάτα ένταση, ξύλινα αγάλματα των φυλάκων Νίο, που προστατεύουν τον χώρο από το κακό. Στον εσωτερικό περίβολο υψώνεται ο κεντρικός ναός με την μεγάλη αίθουσα Νταϊμπουτσούντεν, όπου δεσπόζει το άγαλμα του Βούδα Βαϊροτσάνα, του Βούδα που συμβολίζει το σύμπαν και την απέραντη φώτιση.
Το άγαλμα προκαλεί δέος με την γαλήνια μορφή και τις επιβλητικές διαστάσεις του. Φθάνει σε ύψος τα 15 μέτρα κι είναι το μεγαλύτερο μπρούτζινο άγαλμα Βούδα στον κόσμο. Για την χύτευσή του το 752 χρησιμοποιήθηκαν εκατοντάδες τόνοι λιωμένου μπρούτζου, υδράργυρου και φυτικού κεριού. Ο Βούδας περιβάλλεται από άνθη λωτού και μοιάζει να υποδέχεται καλόκαρδα τους προσκυνητές που καίνε θυμιάματα στο κατώφλι του ναού. Το δεξί χέρι του είναι υψωμένο σε χειρονομία Abhaya Mudra προσφέροντας προστασία και διώχνοντας τον φόβο από τους πιστούς, ενώ το αριστερό ακουμπά στο γόνατο συμβολίζοντας την εκπλήρωση των επιθυμιών. Τον Βούδα πλαισιώνουν δύο Μποτισάτβα (φωτισμένα όντα) που χρονολογούνται από το 1709 και δύο ξύλινα αγάλματα Komokuten, Ουράνιοι Φύλακες του Βούδα από την περίοδο Έντο.
Η αίθουσα που τον φιλοξενεί έχει ξαναχτιστεί πολλές φορές. Το σημερινό οικοδόμημα ολοκληρώθηκε το 1709 και παρότι αντιστοιχεί στα 2/3 του αρχικού μεγέθους, παραμένει το μεγαλύτερο ξύλινο κτίσμα στον κόσμο. Η εντυπωσιακή στέγη με τα χρυσά «κέρατα» και το καμπυλωτό πρέκι προστέθηκε στο διάκοσμο τον 18ο αιώνα. Σήμερα η Νάρα είναι ένας τόπος που καταφέρνει να ισορροπεί μοναδικά ανάμεσα στην ιστορική κληρονομιά και τις ανάγκες της σύγχρονης πόλης. Με πληθυσμό που αγγίζει τις 360.000 κατοίκους η σύγχρονη πόλη λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό με χαλαρούς ανθρώπινους ρυθμούς σε σχέση με τις γειτονικές μεγαλουπόλεις Οσάκα και Κιότο. Η παραδοσιακή γειτονιά Naramachi έχει διατηρηθεί σχεδόν άθικτη με τα ξύλινα σπίτια της να στεγάζουν μοντέρνα καφέ, καταστήματα με σουβενίρ, μικρές γκαλερί τέχνης, μπουτίκ και εργαστήρια τοπικών τεχνιτών. Ο τουρισμός αποτελεί την κύρια πηγή των εσόδων της. Πριν αφήσουμε πίσω μας την Νάρα θα επισκεφθούμε έναν ακόμη ναό στα νοτιοδυτικά της πόλης, το Χοριού- τζι, ένα μνημείο ανεκτίμητης αξίας.
Χοριού- τζι, το λίκνο του ιαπωνικού βουδισμού
Το συγκρότημα Χοριού- τζι θεωρείται το λίκνο του ιαπωνικού βουδισμού και περιλαμβάνει ορισμένα από τα παλαιότερα σωζόμενα ξύλινα κτίσματα στον κόσμο, τα οποία χρονολογούνται από τις αρχές του 7ου αιώνα. Ο ναός ιδρύθηκε το 607 από τον πρίγκιπα Σοτόκου (Shotoku Taishi), στην προσπάθειά του να εδραιώσει το βουδισμό παράλληλα με τον Σιντοϊσμό, ως έναν από τους στύλους της ιαπωνικής πίστης. Στο συγκρότημα στεγάζονται ορισμένα σπάνια δείγματα πρώιμης βουδιστικής τέχνης με εμφανείς ινδικές και κινεζικές επιρροές, καθώς και μερικά από τα αρχαιότερα αγάλματα Βούδα της Ιαπωνίας, έργα της περιόδου Ασούκα (538-710).
Η εντυπωσιακή πενταόροφη παγόδα, είναι το απόλυτο σύμβολο του ναού, ένα μηχανικό και θρησκευτικό θαύμα και η παλαιότερη του είδους της στην Ιαπωνία. Υψώνεται στα 32,5 μέτρα και τα πέντε επίπεδά της αντιπροσωπεύουν τα πέντε στοιχεία του σύμπαντος σύμφωνα με την βουδιστική κοσμολογία: Την Γη, το Νερό, την Φωτιά, τον Άνεμο και τον Ουρανό. Στην καρδιά της παγόδας βρίσκεται ένας ενιαίος κορμός κυπαρισσιού που διατρέχει το εσωτερικό του κτίσματος από την βάση έως την κορυφή. Ο στύλος αυτός λειτουργεί ως ανεξάρτητο εκκρεμές, απορροφώντας τους κραδασμούς των σεισμών. Αυτή η αρχαία τεχνολογία που έχει προστατέψει τις παγόδες από τους σεισμούς, χρησιμοποιείται και σήμερα στη θωράκιση των σύγχρονων κτηρίων στις πόλεις. Γύρω από τον κεντρικό στύλο, στο ισόγειο της παγόδας, διακρίνονται τέσσερις ανάγλυφες παραστάσεις με σκηνές από την ζωή και την Νιρβάνα του Βούδα. Στην βαθύτερη βάση του κεντρικού στύλου, μέσα σε μια κρύπτη, φυλάσσεται ένα θραύσμα που θεωρείται οστό του Βούδα, καθιστώντας την παγόδα ένα γιγαντιαίο φυλακτό. Ένα ξύλινο περιστύλιο περιβάλλει την παγόδα και την Χρυσή Αίθουσα Kondo του ναού με τα ιερά αγάλματα και τις αρχαίες νωπογραφίες, απομονώνοντας τον ιερό χώρο από τον υπόλοιπο κόσμο και δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα απόλυτης κατάνυξης.
Διαβάστε ακόμα:
Κιότο: Η γραφική καρδιά της Ιαπωνίας
Ιαπωνία: Η Γκέισα της Άπω Ανατολής -Παράδοση, τέχνη και μυστήριο
Ταξίδι στην Ιαπωνία -Ένα οδοιπορικό στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου

