Μια βαθυγάλαζη λίμνη χωρίζει την Δυτική Έρημο με το χρυσοκίτρινο χρώμα της άμμου, από την Φαγιούμ και το πράσινο των χιλιάδων φοινίκων. Προσεγγίζοντας την πανάρχαια και μεγαλύτερη σε έκταση όαση της Αιγύπτου είναι δύσκολο να φανταστείς πως συνδυάζει την παλαιοντολογία με την άγρια ομορφιά της ερήμου, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό από λίμνες, αμμόλοφους, καταρράκτες, κανάλια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αρχαία μνημεία.

38

Η γνωστή από τον Ηρόδοτο Κροκοδείλων πόλις, η Αρσινόη των Πτολεμαίων υπήρξε κορυφαίο κέντρο λατρείας του θεού Σομπέκ (κροκόδειλου) του θεού της γονιμότητας που αναδυόταν από τα σκοτεινά νερά του Νείλου. Σήμερα οι λίμνες της δεν έχουν κροκόδειλους, την θέση τους έχουν πάρει τα πουλιά, όμως η όαση παραμένει εξαιρετικά γόνιμη χάρις στο ζωοδότη ποταμό Νείλο και την πλούσια λάσπη του που απιθώνεται πάνω στο γυμνό σώμα της. Το πανάρχαιο φυσικό κανάλι Bahr Yussef του Νείλου που τροφοδοτεί την λίμνη Καρούν της όασης, μετά από τα τεχνικά έργα με τα οποία ενισχύθηκε την εποχή των φαραωνικών βασιλείων, έχει μετατρέψει σε μια τεράστια καταπράσινη λεκάνη την αιγυπτιακή έρημο. Ο «κήπος της Αιγύπτου», όπως συχνά περιγράφεται η όαση, υπήρξε κυνηγότοπος και τόπος ξεκούρασης των Φαραώ, οι οποίοι απολάμβαναν την γαλήνη και την δροσιά στις όχθες της Μοίριδας, όπως ήταν η αρχαία ονομασία της Καρούν.

Στην όαση, στην θέση Χαουάρα έχτισε την πυραμίδα του ο Φαραώ Αμενεμχέτ Γ΄ της 12ης Δυναστείας ενώ στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους η περιοχή ήκμασε πολιτιστικά. Στην εποχή των Πτολεμαίων ομιλούσα γλώσσα ήταν η ελληνική, αλλά οι θεοί Αιγύπτιοι, όπως και τα έθιμα και οι θρησκευτικές δοξασίες ήταν αιγυπτιακές. Στην ευρύτερη περιοχή στο όριο ανάμεσα στην κοιλάδα του Νείλου και την είσοδο προς την Φαγιούμ βρίσκεται επίσης ένα ιδιαίτερο ταφικό μνημείο. Η πυραμίδα Μεϊντούμ που σηματοδοτεί την μετάβαση από τα πρώιμα ταφικά πρότυπα του Παλαιού Βασιλείου προς την «κλασσική» μορφή των μετέπειτα πυραμίδων.

Τα πορτραίτα Φαγιούμ

Η όαση έγινε ιδιαίτερα γνωστή από τα περίφημα πορτραίτα Φαγιούμ που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή. Νεκρικές προσωπογραφίες οι οποίες δημιουργήθηκαν για να συνοδέψουν τον νεκρό στην αιώνια ζωή κι έμειναν στην αιωνιότητα χάρις στην ζωντάνια και την εκφραστικότητά τους. Αν τα δεις μια φορά τα μελαγχολικά πρόσωπα με τα πύρινα βλέμματα μένουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη σου. Αποτυπώνουν με εξαιρετικό ρεαλισμό μια κοινωνία βαθιά πολυπολιτισμική, όπου οι αιγυπτιακές ταφικές πρακτικές συνυπάρχουν με την ελληνορωμαϊκή καλλιτεχνική γλώσσα. Τα πορτραίτα χρονολογούνται από τον 1ο έως και τον 3ο αιώνα μ. Χ και είναι φιλοτεχνημένα με την τεχνική της εγκαυστικής (χρωματισμένο λιωμένο κερί) ή της τέμπερας, με την χρήση συχνά και επιχρυσώσεων, πάνω σε ξύλο φτελιάς και φλαμουριάς ή πάνω σε σάβανο λινό από τους απογόνους της μεγάλης ζωγραφικής παράδοσης της Αλεξανδρινής σχολής που δημιούργησαν οι Έλληνες της Αιγύπτου(4ος π.Χ. αιώνας). Πρώτος τα ανακάλυψε ένας Ιταλός περιηγητής ο Πιέτρο ντε λα Βάλλε το 1615. Δυόμιση αιώνες αργότερα το 1887 κάτοικοι της περιοχής Ελ Ρουμπαγιάτ που έκαναν εκσκαφές ανέσυραν προσωπογραφίες οι οποίες κάλυπταν μουμιοποιημένα σώματα. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί περισσότερα από 1100 πορτραίτα Φαγιούμ, τα οποία δεν βρίσκονται πλέον στην όαση, έχουν διασκορπιστεί στα μεγάλα μουσεία του κόσμου. Λιγοστά από τα πορτραίτα φιλοξενούνται στο Αιγυπτιακό Μουσείο Καϊρου. Εκεί είχαμε την ευκαιρία σε προγενέστερη επίσκεψη να τα δούμε από κοντά, να θαυμάσουμε την ελληνιστική τεχνοτροπία και να αντιληφθούμε το πόσο επηρέασαν την μετέπειτα θρησκευτική εικονογραφία και τις βυζαντινές εικόνες.

Πέντε πορτραίτα Φαγιούμ φιλοξενεί και το δικό μας Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα. Περιλαμβάνονται στην αιγυπτιακή συλλογή του μουσείου και αποκτήθηκαν από δωρεά.

Πανάρχαια και μοναδική

Πέραν από τα διάσημα πορτραίτα γνώρισα την όαση Φαγιούμ και από τον «Αλχημιστή» του Πάουλο Κοέλο, πολλά χρόνια πριν ανοίξουν οι οάσεις στους ταξιδιώτες και επιτραπεί έστω κι αυτή η σύντομη επίσκεψη στην περιοχή.

Ο ήρωας του βιβλίου ταξιδεύει από την Ανδαλουσία της Ισπανίας έως τις πυραμίδες της Αιγύπτου για να βρει τον θησαυρό που ονειρεύτηκε. Μέσα από το ταξίδι του στην έρημο Σαχάρα, στην Δυτική έρημο και την όαση Φαγιούμ ταξιδεύει και ο αναγνώστης μαζί του. Η όαση γοήτευσε τον συγγραφέα και χάρισε απρόσμενες εκπλήξεις στον ήρωα. Γράφει ο Κοέλο: «Όπως κι αν ήταν δεν μπορούσε να κρύψει βαθιά στην καρδιά του, λίγη από την χαρά της ζωής που αισθανόταν κάθε ταξιδιώτης όταν, μετά από το κίτρινο χώμα της άμμου και τον μπλε ουρανό, εμφανιζόταν μπροστά στα μάτια του το πράσινο των φοινικιών. Μπορεί ο Θεός να δημιούργησε την έρημο, για να μπορεί να χαίρεται ο άνθρωπος βλέποντας τις φοινικιές, σκέφτηκε».

Η Φαγιούμ δεν είναι μια πραγματική όαση με την γεωλογική έννοια. Κι αυτό την κάνει να ξεχωρίζει από τις άλλες αιγυπτιακές οάσεις της Δυτικής Ερήμου. Οι τυπικές οάσεις τροφοδοτούνται από υπόγεια ύδατα και πηγές της ερήμου. Η Φαγιούμ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και τροφοδοτείται απευθείας από τον Νείλο μέσω φυσικού καναλιού. Αυτή η ιδιαιτερότητα την καθιστά υδρολογικά μοναδική στον αιγυπτιακό χώρο. Η φυσική αυτή σύνδεση υπήρχε από την προϊστορία, αλλά συστηματοποιήθηκε και ενισχύθηκε μέσω ανθρώπινων παρεμβάσεων από τους Φαραώ του Μέσου Βασιλείου. Το νερό που εισέρχεται στην όαση καταλήγει μέσω του καναλιού Bahr Yussef και άλλων μικρότερων στην λίμνη Καρούν την αρχαία Μοίριδα. Πολύ πριν από την κρατική οργάνωση της φαραωνικής εποχής η όαση Φαγιούμ λειτούργησε ως φυσικό εργαστήριο πρώιμης αγροτικής οικονομίας. Στην περιοχή έχουν καταγραφεί ίχνη ανθρώπινης εγκατάστασης από την Νεολιθική Περίοδο (6η– 5η χιλετία π.Χ.) με την καλλιέργεια δημητριακών, την εξημέρωση ζώων και την αξιοποίηση των υδάτινων πόρων της λίμνης.

Η λίμνη καταλαμβάνει το βαθύτερο σημείο της λεκάνης Φαγιούμ, η επιφάνειά της βρίσκεται 43 έως 45 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και η συνολική της έκταση είναι περίπου 200 με 230 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Το πλάτος της κυμαίνεται από 5,7 έως 9 χλμ. στο φαρδύτερο σημείο της, ενώ το μέσο βάθος της είναι μόλις 4,2 μέτρα. Στο δυτικό τμήμα της το βάθος φθάνει τα 8,5 με 12 μέτρα. Είναι η μεγαλύτερη σε μέγεθος λίμνη της Αιγύπτου, ενώ στην αρχαιότητα ήταν ακόμη μεγαλύτερη, κάλυπτε όλη την περιοχή της Φαγιούμ κι ήταν λίμνη γλυκού νερού. Σήμερα λόγω της υψηλής εξάτμισης και της έλλειψης εκροής του νερού, έχει καταστεί αλμυρή λίμνη. Η περιεκτικότητά της σε αλάτι ξεπερνά κι αυτήν του θαλασσινού νερού. Η λίμνη δεν είναι κατάλληλη για κολύμπι, προσφέρεται όμως για μια βόλτα με φελούκα, ενώ αποτελεί μαγνήτη για τους παθιασμένους παρατηρητές των πουλιών. Το οικοσύστημα της περιοχής φιλοξενεί περισσότερα από 88 είδη πτηνών, ανάμεσα σε αυτά απειλούμενα είδη, όπως η λεπτόκερη γαζέλα (slender-horned gazelle).

Αν και η ευρύτερη περιοχή απέχει μόλις 100 χλμ από το Κάιρο, η όαση παραμένει αθέατη στον μαζικό τουρισμό και αποτελεί ιδανικό καταφύγιο για τους κατοίκους της πρωτεύουσας που επιθυμούν να ξεφύγουν έστω για ένα Σαββατοκύριακο από το πολύβουο και χαοτικό Κάιρο.

Η Κοιλάδα των Φαλαινών

Κι όπως η Φαγιούμ δεν είναι μία συνήθης όαση, έτσι και η Δυτική Έρημος που την περιβάλλει δεν είναι μία συνήθης έρημος. Οι πρώτες εικόνες που περιμένεις να δεις όταν συναντάς μια έρημο είναι οι ατέλειωτοι αμμόλοφοι και η απέραντη θάλασσα άμμου που εκτείνεται ως τον ορίζοντα. Δεν περιμένεις να δεις φάλαινες. Kι όμως στην Δυτική Έρημο υπάρχει ένα μέρος στο ανατολικό τμήμα της που ονομάζεται «Κοιλάδα των φαλαινών» (Wadi al–Hitan). Γεμάτο διάσπαρτους απολιθωμένους σκελετούς φαλαινών που κείτονται εκεί σιωπηλοί μάρτυρες μιας προϊστορικής εποχής, όταν η έρημος ήταν θάλασσα.

Η Κοιλάδα των φαλαινών είναι ένα από τα κρυμμένα μυστικά της Φαγιούμ. Απέχει περίπου 65 χιλιόμετρα από την Μεντίνετ Ελ Φαγιούμ την πρωτεύουσα του κυβερνείου της Φαγιούμ και προσεγγίζεται μόνο με όχημα 4Χ4. Δεν είναι πολλοί οι καθημερινοί επισκέπτες που φθάνουν ως εδώ. Κι αυτό για μας είναι ευχάριστο. Μπορούμε να ακολουθήσουμε μόνοι, χωρίς την θορυβώδη πολυκοσμία, την σηματοδοτημένη διαδρομή μέσα στην έρημο, ανάμεσα σε εντυπωσιακούς βραχώδεις σχηματισμούς και στους σκελετούς των φαλαινών που κείτονται πάνω στην άμμο. Να φανταστούμε πως εδώ που πατάμε 40 εκατομμύρια χρόνια πριν ήταν ο πυθμένας μιας θάλασσας, όπου κολυμπούσαν προϊστορικά ζώα. Μια ρηχή θάλασσα που συνδεόταν με τον ωκεανό της Τηθύος. Το τοπίο είναι επιβλητικό, διάσπαρτοι βράχοι γύρω αναδύονται από την άμμο δημιουργώντας εντυπωσιακά γήινα γλυπτά που σμίλεψαν ο άνεμος και ο χρόνος. Πύργοι, θόλοι, καμπύλες και γραμμές σε μια παλέτα διαφορετικών αποχρώσεων από τα ιζηματογενή πετρώματα συμπληρώνουν το εντυπωσιακό φόντο που παραπέμπει σε απόκοσμο σεληνιακό τοπίο.

Περπατήσαμε αρκετά χιλιόμετρα στην έρημο, θαυμάσαμε τα απολιθώματα και πριν πάρουμε το μονοπάτι της επιστροφής ανεβήκαμε σε έναν μικρό αμμόλοφο. Από την κορυφή του είχαμε μια άπλετη θέα στην κυματιστή κοιλάδα και τα απολιθώματα με τα προϊστορικά θαλάσσια πλάσματα.

Η Κοιλάδα των φαλαινών αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 2005. Είναι ένα υπαίθριο μουσείο που προσφέρει μια αινιγματική απεικόνιση της εξέλιξης της ζωής. Περιλαμβάνει εκατοντάδες απολιθώματα από φάλαινες στην προϊστορική μορφή τους, τα λεγόμενα αρχαιοκήτη, είδος το οποίο έχει εξαφανιστεί. Πρόκειται για ένα είδος φαλαινών που έχουν ζήσει ως θηλαστικά στην ξηρά προτού εξελιχθούν σε ωκεάνια θαλάσσια κήτη.

Το 2005 μια ομάδα Αιγυπτίων παλαιοντολόγων κι ένα Αμερικανός κατάφεραν να ανακαλύψουν τον απολιθωμένο σκελετό μιας προϊστορικής φάλαινας του είδους Βασιλόσαυρος. Είναι ο μεγαλύτερος σκελετός που έχει βρεθεί, φθάνει σε μήκος τα 21 μέτρα και θεωρείται ό τι πρόκειται για το μεγαλύτερο άθικτο απολίθωμα της προϊστορικής φάλαινας. Ο Βασιλόσαυρος εμφανίζεται με δόντια, πτερύγια και μικροσκοπικά οπίσθια άκρα, αποδεικνύοντας την εξέλιξη των φαλαινών από θηλαστικά της στεριάς σε πλάσματα της θάλασσας. Εκτός από τον Βασιλόσαυρο έχουν ανακαλυφθεί επίσης σκελετοί μιας άλλης φάλαινας που ονομάζεται Δορούντον, η οποία ήταν πολύ μικρότερη, με μήκος περίπου 5 μέτρα.

Σύμφωνα με την UNESCO «η Κοιλάδα παρέχει μερικές από τις πιο σαφείς ενδείξεις αυτού του μετασχηματισμού, καθιστώντας την τον σημαντικότερο χώρο στον κόσμο για την επίδειξη της εξέλιξης των φαλαινών».

Οι παλαιοντολόγοι έχουν εντοπίσει τα λείψανα περισσότερων από 1000 φαλαινών κι αμέτρητα άλλα απομένουν να ανακαλυφθούν. Δίπλα στα απολιθώματα των φαλαινών βρέθηκαν επίσης απολιθώματα καρχαριών, σαλαχιών, μαλακίων, κροκόδειλων κι άλλων θαλάσσιων πλασμάτων, ευρήματα τα οποία βοήθησαν τους ερευνητές να ανακατασκευάσουν το αρχαίο οικοσύστημα που κάποτε ήκμαζε σε αυτή την απόκοσμη Κοιλάδα.

Σήμερα το να στέκομαι μπροστά σε αυτά τα απολιθώματα, να αγγίζω την άμμο που φύλαξε αυτά τα αρχαία θηλαστικά, να παρατηρώ τους σκελετούς που έχουν διατηρηθεί σε άριστη κατάσταση είναι μια εικόνα που ξεπερνά την φαντασία μου. Τα απολιθώματα ξεπροβάλλουν σαν μνήμες από έναν άλλο κόσμο.

Στην είσοδο του χώρου της Κοιλάδας υπάρχει ένα μικρό μουσείο. Το «Mουσείο Απολιθωμάτων και Κλιματικής Αλλαγής», φιλοξενείται σε ένα κυκλικό κτήριο μισοθαμμένο στο έδαφος, ώστε να έχει μικρότερη οπτική επίδραση στο τοπίο. Κάτω από τον μεγάλο θόλο του στο κέντρο της γκαλερί εκτίθεται ο σκελετός του Βασιλόσαυρου και τα πίσω άκρα του. Στα εκθέματα περιλαμβάνονται επίσης σκελετοί μικρότερων φαλαινών, το κρανίο ενός κροκόδειλου κι άλλων παράξενων εξαφανισμένων θηλαστικών. Τα εκθέματα, οι διαδραστικές εικόνες και η προβολή ενός βίντεο δείχνουν πως οι δραματικές κλιματικές αλλαγές εκατομμυρίων ετών μετέτρεψαν έναν πλούσιο ωκεανό, την αρχαία θάλασσα της Τηθύος, σε μια από τις πιο άνυδρες ερήμους του πλανήτη.

Η Κοιλάδα των φαλαινών καλύπτει περισσότερα από 400 τετραγωνικά χιλιόμετρα και βρίσκεται εντός της Προστατευόμενης Περιοχής Wadi El Rayan.

Το Ουάντι Ελ Ραγιάν και οι καταρράκτες

Η προστατευόμενη περιοχή του Ουάντι Ελ Ραγιάν φημίζεται επίσης για τους καταρράκτες και τις τεχνητές λίμνες της. Οι καταρράκτες οι μοναδικοί στην έρημο της Αιγύπτου, συνδέουν δύο τεχνητές λίμνες, την Άνω και την Κάτω κι αποτελούν δημοφιλές σημείο χαλάρωσης για ντόπιους και επισκέπτες. Ένα υδάτινο θαύμα στην καυτή αγκαλιά της ερήμου. Το πάρκο της προστατευόμενης περιοχής συγκροτείται από δύο φυσικές κοιλότητες χαμηλών υψομέτρων οι οποίες βρίσκονται 42 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και χωρίζονται μεταξύ τους από ένα χαμηλό ασβεστολιθικό ανάχωμα. Για εκατομμύρια χρόνια αυτές οι κοιλότητες παρέμεναν ξηρές σμιλεμένες μόνο από τον άνεμο και την διάβρωση. Το τοπίο άλλαξε την δεκαετία του 1970 όταν το αιγυπτιακό κράτος αποφάσισε να διοχετεύσει πλεονάζοντα νερά άρδευσης από την όαση Φαγιούμ στην περιοχή. Έτσι σχηματίστηκαν οι δύο τεχνητές λίμνες, οι οποίες συνδέονται υδρολογικά μεταξύ τους. Το νερό ρέει συνεχώς από την Άνω στην Κάτω λίμνη και η υψομετρική διαφορά μεταξύ τους δημιούργησε τους καταρράκτες, σχηματίζοντας ένα σπάνιο για το αιγυπτιακό τοπίο φαινόμενο.

Το Ουάντι Ελ Ραγιάν καλύπτει 1759 km2 στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ελ Φαγιούμ και φημίζεται για την πλούσια χλωρίδα και πανίδα του.Οι λίμνες του προσελκύουν 19 είδη ερπετών και 36 είδη πτηνών αναπαραγωγής. Η περιοχή φιλοξενεί επίσης 15 είδη φυτών της ερήμου, αμμόλοφους και περίπου 15 είδη άγριων θηλαστικών, όπως ο αιγυπτιακός λύκος και η αλεπού, η αιγυπτιακή μαγκούστα, η αγριόγατα, η ριγέ ύαινα κ.α. Το Ουάντι Ελ Ραγιάν προσφέρεται για πεζοπορία, ψάρεμα και γνωριμία με το φυσικό περιβάλλον της ερήμου.

Η Μαγική λίμνη

Σε μικρή απόσταση από τις τεχνητές λίμνες βρίσκεται η Μαγική λίμνη. Την ονόμασαν μαγική χάρις στα μαγευτικά νερά της, τα οποία σύμφωνα με τους ντόπιους αλλάζουν χρώματα, ανάλογα με την ώρα, τον ήλιο, το φως και την… ψυχική της διάθεση. Στην πραγματικότητα οι αλλαγές στο χρώμα των νερών οφείλονται σε φυσικούς παράγοντες, όπως η έντονη εξάτμιση, η αυξανόμενη αλατότητα και οι μικρές διαφορές στο βάθος, καθώς και στην γωνία πρόσπτωσης του φωτός. Η λίμνη είναι σχετικά αβαθής, δεν συνδέεται άμεσα με το υδρολογικό σύστημα των τεχνητών λιμνών, περιβάλλεται από αμμόλοφους κι είναι ένα θέαμα που σαγηνεύει τον επισκέπτη, καθώς απλώνεται γαλήνια και λαμπερή κάτω από τον ίσκιο τους. Πολλοί από τους ταξιδιώτες που περνούν από εδώ, μαγεύονται κι επιλέγουν να κατασκηνώσουν στις όχθες της.

Πριν επιστρέψουμε στο κέντρο της Φαγιούμ θα κάνουμε μία στάση στο χωριό Τούνις. Ένα μποέμικο χωριό στις όχθες της λίμνης Καρούν, που είναι γνωστό για τα πλινθόκτιστα σπίτια του, τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες και τα εργαστήρια κεραμικής. Ο πολύχρωμος αυτός μικρός παράδεισος, φημίζεται για τα κεραμικά και τα χειροτεχνήματα που δημιουργούν οι κάτοικοι με τα επιδέξια χέρια τους. Εδώ η τέχνη είναι τρόπος ζωής και η κεραμική παράδοση η ψυχή του τόπου. Το Τούνις είναι ζωντανό και αυθεντικό και τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε ένα ακμάζον κέντρο πολιτιστικών τεχνών λόγω και του Φεστιβάλ Κεραμικής που πραγματοποιείται κάθε Νοέμβριο.

Πίσω στην σύγχρονη πόλη της Μεντίνετ Ελ Φαγιούμ το κέντρο, η αγορά και οι δρόμοι σφύζουν από ζωή. Κι εδώ τα tuck tuck είναι το δημοφιλές μεταφορικό μέσο. Η πόλη διαθέτει μια μεγάλη λαϊκή αγορά, πολλά παζάρια, τεμένη και λουτρά. Γυναίκες και παιδιά πλένουν τα ρούχα ή δροσίζονται στα κανάλια της. Το μεγάλο κανάλι Μπάχρ Γιούσεφ διασχίζει την πόλη.

Ο πληθυσμός της ανέρχεται περίπου σε 458.000 κατοίκους, ενώ ο συνολικός πληθυσμός της ευρύτερης περιοχής του κυβερνείου της Φαγιούμ ξεπερνά τα 4 εκατομμύρια.

Πριν αποχαιρετήσουμε την όαση θα απολαύσουμε την ψητή μελιτζάνα και το νόστιμο ψωμί της Φαγιούμ, θα κάνουμε μια σύντομη βόλτα με φελούκα στα νερά της λίμνης Καρούν, θα επισκεφθούμε τον Πτολεμαϊκό ναό του Κασρ Καρούν, καθώς και την πυραμίδα Μεϊντούμ.

Ο ναός του Κασρ Καρούν

Η ονομασία Qasr Qarun στα αραβικά σημαίνει Παλάτι του Καρούν. Στην πραγματικότητα όμως το Καρούν δεν είναι παλάτι, αλλά αρχαίο συγκρότημα με κύριο μνημείο ένα πτολεμαϊκό ναό που χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο (3ος-2ος αιώνας π. Χ.). Ο ναός βρίσκεται στα δυτικά της πόλης Μεντίνετ Ελ Φαγιούμ κι είναι αφιερωμένος στον θεό Σομπέκ κροκόδειλο. Αν και καλά διατηρημένος, φέρει λιγοστές επιγραφές. Ωστόσο διαθέτει έναν λαβύρινθο από θαλάμους, διαδρόμους, κελάρια, σήραγγες, σκάλες, ανώγεια, όλων των μεγεθών σε διαφορετικά επίπεδα, και πολυάριθμες γωνιές και σχισμές, καθιστώντας τον ένα συναρπαστικό μέρος για εξερεύνηση. Στις 21 Δεκεμβρίου, ημερομηνία που σηματοδοτεί το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, οι ακτίνες του ηλιακού φωτός εισέρχονταν στον ναό του Κασρ Καρούν και φώτιζαν τα ιερά των ιερών, όπου ήταν τοποθετημένα και λατρεύονταν τα αγάλματα του θεού Σομπέκ.

Πάνω από την είσοδο του ναού απεικονίζεται ο θεός Ρα Χωρακτή με απλωμένα τα φτερά και οι κόμπρες με τον ηλιακό δίσκο. Γύρω από τον ναό βρίσκονται τα ερείπια της Διονυσίας, μιας ελληνορωμαϊκής πόλης-φρούριο. Ωστόσο τα ερείπια που είναι ως επί το πλείστον από λάσπη και τούβλα δεν είναι τόσο καλά διατηρημένα όσο άλλες αρχαίες πόλεις στη Φαγιούμ. Βόρεια της Μεντίνετ Ελ Φαγιούμ βρίσκονται τα ερείπια της Κόμ Ουσίρ, της αρχαίας πόλης Καρανίς του 3ου π. Χ αιώνα.

Η Πυραμίδα Μεϊντούμ

Η Πυραμίδα Μεϊντούμ στην άκρη της όασης στέκει μόνη της στην έρημο. Χρονολογείται από την 4η Δυναστεία και αποτελεί ένα σημαντικό στάδιο στην εξέλιξη των πυραμίδων, καθώς αρχικά ήταν βαθμιδωτή αποτελούμενη από επτά βαθμίδες και σε μεταγενέστερη φάση από οκτώ. Η μορφή αυτή της βαθμιδωτής πυραμίδας εγκαινιάστηκε με την πυραμίδα του Ζοζέρ στην Σακκάρα. Οι βαθμίδες συμβόλιζαν την σταδιακή μετάβαση του βασιλιά προς τον ουρανό. Αργότερα τα σκαλοπάτια καλύφθηκαν και προστέθηκε εξωτερικό περίβλημα, αλλά από κάποια παράλειψη ή λάθος στην κατασκευή, οι πλευρές της πυραμίδας κατέρρευσαν. Η κατασκευή της πυραμίδας αποδίδεται στον Φαραώ Χούνι, τελευταίο βασιλιά της 3ης Δυναστείας (2630-2613 π. Χ). Το μνημείο υπέστη ριζική μετατροπή από τον διάδοχό του Σνεφρού, ιδρυτή της 4ης Δυναστείας (2613-2589 π.Χ.). Στην διάρκεια της βασιλείας του Σνεφρού οι βαθμίδες καλύφθηκαν με ασβεστόλιθο, με στόχο οι πλευρές να καταστούν λείες. Η απόπειρα μετατροπής της βαθμιδωτής πυραμίδας σε «κλασσική» πυραμίδα με λείες πλευρές σηματοδοτεί την πρώτη προσπάθεια στην εξέλιξη της αιγυπτιακής πυραμιδοποιίας και τοποθετεί την πυραμίδα Μεϊντούμ σε μια μοναδική θέση στην ιστορία της αρχιτεκτονικής.

Ο χαμηλός λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται σήμερα η πυραμίδα Μεϊντούμ δεν είναι φυσικός. Σχηματίστηκε από τους σωρούς των πεσμένων στο έδαφος λίθων των χαμηλότερων βαθμίδων, οι οποίες κατέρρευσαν. Η κατάρρευση αυτή εκτιμάται ό τι συνέβη είτε προς το τέλος της βασιλείας του Σνεφρού, είτε λίγο μετά, κατά την αρχαιότητα.

Στο εσωτερικό της πυραμίδας ένας κατηφορικός διάδρομος με σκαλοπάτια οδηγεί στον ταφικό θάλαμο που είναι λαξευμένος στον βράχο. Η πυραμίδα εσωτερικά δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη πολυπλοκότητα, γεγονός που υποδηλώνει ό τι το κύριο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον επικεντρωνόταν ακόμη στο εξωτερικό σχήμα της και το συμβολισμό του. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ό τι ο Χούνι ή ο Σνεφρού ετάφησαν στην πυραμίδα. Πιθανολογείται ό τι το μνημείο εγκαταλείφθηκε ως βασικός τάφος μετά από την κατάρρευση, διατήρησε ωστόσο την μνημειακή και συμβολική σημασία του.

Κοντά στην πυραμίδα βρίσκονται επίσης τρεις μασταμπάδες (μικροί πυραμοειδείς τάφοι). Σε έναν από αυτούς που ανήκει σε άγνωστο ευγενή μπορείς να εισέλθεις στον ταφικό θάλαμο μέσω ενός τούνελ που έχουν σκάψει τυμβωρύχοι. Το τούνελ είναι απότομο και πολύ στενό, αλλά όταν το διασχίσεις ο θάλαμος και ο προθάλαμος που συναντάς είναι σχετικά ευρύχωροι και περιέχουν το πρώτο γνωστό από την αρχαιότητα παράδειγμα σαρκοφάγου από κόκκινο γρανίτη.

Από τον περιβάλλοντα χώρο της Πυραμίδας Μεϊντούμ έχεις άπλετη θέα στην όαση και την σύγχρονη πόλη της Μεντίνετ Ελ Φαγιούμ.

Διαβάστε ακόμα:

Το Μεγάλο Αιγυπτιακό Μουσείο από μέσα -Κορυφαία πολιτιστική εμπειρία για το 2026

Στην Όαση της Σίβα: Ένα θαύμα της φύσης στη μέση της ερήμου

Κάιρο: Η πρωτεύουσα των αντιθέσεων και του όμορφου χάους