Ταξίδια που τα θυμάσαι για τις εικόνες τους, άλλα για τους ανθρώπους που γνώρισες. Και κάποια, ελάχιστα, επειδή στο τέλος νιώθεις ότι ανακάλυψες από την αρχή έναν τόπο που νόμιζες ότι ήδη ήξερες. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήταν μια τέτοια έκπληξη στο φετινό μας οδοιπορικό στα Βαλκάνια. Ένα ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων, που μας έφερε από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία μέχρι τη Σερβία, τη Βοσνία και τη Βόρεια Μακεδονία.
Κάπου ανάμεσα στις ατελείωτες στροφές των επαρχιακών δρόμων, στα βουνά και στα ποτάμια, η Βοσνία άρχισε να ξεχωρίζει. Αν μια εικόνα αποτυπώνει τη χώρα, αυτή είναι ο δρόμος. Οδηγείς για ώρα με την αίσθηση ότι η φύση έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στο πώς μοιάζει το τοπίο. Ειδικά στο ανατολικό και κεντρικό κομμάτι, τα βουνά, τα πυκνά δάση, τα φαράγγια και οι λίμνες συνθέτουν ένα σκηνικό σχεδόν κινηματογραφικό.
Δεν χρειάζεται να ψάξεις για κάποιο συγκεκριμένο αξιοθέατο. Βρίσκεται έξω από το παράθυρό σου. Σε ένα τέτοιο οδοιπορικό, όπου ο δρόμος είναι ο ίδιος ο προορισμός, το αυτοκίνητο παίζει τον δικό του ρόλο. Στο ταξίδι μας είχαμε ένα αυτοκίνητο που αποδείχθηκε ιδανικό για τις απαιτήσεις ενός ταξιδιού χιλιάδων χιλιομέτρων. Η μεγάλη αυτονομία του ήταν το σημαντικότερο πλεονέκτημα, αφού διώχνει το άγχος των συχνών στάσεων για ανεφοδιασμό.
Κάθε στροφή αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό: ένα ποτάμι που κυλά δίπλα στον δρόμο, ένα χωριό σκαρφαλωμένο στην πλαγιά, ένα παλιό σπίτι ανάμεσα στα δέντρα ή ένα βουνό που κλείνει τον ορίζοντα. Και τότε καταλαβαίνεις ότι στη Βοσνία το road trip είναι η ίδια η ουσία του ταξιδιού. Μόνο που η ομορφιά αυτή συνυπάρχει με κάτι παράξενο.
Kάτω από τα βουνά, τα δάση και τα ποτάμια κρύβεται μια ιστορία που δεν έχει γίνει ακόμα πραγματικά παρελθόν. Ο πόλεμος του 1992-1995 είναι παντού, ακόμα κι όταν δεν τον βλέπεις. Στο Σαράγεβο, άλλωστε, δεν μπορείς να τον αποφύγεις. Η επίσκεψή μας στο περίφημο Τούνελ της Ελπίδας (Tunnel of Hope) ήταν από τις εμπειρίες που αλλάζουν τη ματιά σου για μια πόλη. Αυτό το στενό πέρασμα κάτω από το αεροδρόμιο αποτελούσε, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, τη μοναδική σχεδόν σανίδα σωτηρίας με τον έξω κόσμο. Περπατώντας σήμερα στο μικρό τμήμα που έχει διατηρηθεί, δυσκολεύεσαι να συλλάβεις πώς από αυτό το σκοτεινό κανάλι περνούσαν καθημερινά άνθρωποι και εφόδια για μια αποκλεισμένη πόλη. Το μέγεθός του, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες σκάφτηκε και η ιστορία του, κάνουν την επίσκεψη πολύ πιο βαριά από ένα συνηθισμένο αξιοθέατο.
Έπειτα, υπάρχει η Sniper Alley. Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για έναν συγκεκριμένο δρόμο, αλλά κυρίως για τη λεωφόρο Zmaja od Bosne και τη συνέχεια της, τη Meša Selimović -έναν από τους πιο επικίνδυνους άξονες του πολιορκημένου Σαράγεβο. Από τα γύρω υψώματα και τα κτίρια, οι ελεύθεροι σκοπευτές είχαν πλήρη οπτική επαφή με τον δρόμο, τον οποίο οι κάτοικοι ήταν αναγκασμένοι να διασχίζουν καθημερινά για να μετακινηθούν. Αυτή η λεωφόρος έμελλε να γίνει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες της πολιορκίας. Σήμερα, ο ίδιος δρόμος μοιάζει με οποιονδήποτε άλλο άξονα μιας ευρωπαϊκής πόλης, γεμάτος εμπορικά κέντρα και τεράστια τσιμεντένια κτίρια.
Το να στέκεσαι εκεί σήμερα δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση. Η καθημερινότητα έχει επιστρέψει τόσο ολοκληρωτικά, που χρειάζεται προσπάθεια για να φανταστείς την ίδια εικόνα μέσα στις συνθήκες του πολέμου. Κι όμως, τα ίχνη υπάρχουν ακόμη σε κάποιες προσόψεις, στους δρόμους, στα σημάδια που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει εντελώς. Το Σαράγεβο είναι ακριβώς αυτό: μια πόλη που ζει ανάμεσα σε δύο χρόνους. Η πρωτεύουσα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης έχει κάτι μυστηριώδες. Κάτι που σε κάνει να θέλεις να περπατήσεις, να στρίψεις σε έναν δρόμο που δεν είχες σκοπό να ακολουθήσεις, να καθίσεις σε ένα καφέ και απλά να παρατηρείς.
Και ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση να βρίσκεται ακριβώς εδώ, στη σημερινή ζωή της πόλης. Το Σαράγεβο είναι ένα από τα πιο παράξενα σταυροδρόμια της Ευρώπης, όπου συναντώνται τέσσερις διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις: το Ισλάμ, ο Καθολικισμός, η Ορθοδοξία και ο Ιουδαϊσμός. Μια πόλη που έχει γνωρίσει στον ίδιο βαθμό τη συνύπαρξη και τη σύγκρουση.
Μέσα σε λίγα λεπτά μπορείς να βρεθείς από ένα τζαμί σε μια καθολική εκκλησία, και από εκεί σε μια ορθόδοξη εκκλησία ή μια συναγωγή. Είναι μια εικόνα που δεν χρειάζεται επεξηγήσεις, αφού η ίδια η πόλη αφηγείται την ιστορία της. Βλέπεις μια κοινωνία που προσπαθεί να ζήσει ξανά μαζί, να αφήσει πίσω της τον πόλεμο χωρίς να ξεχάσει τους νεκρούς της, και να κοιτάξει προς την Ευρώπη χωρίς να απαρνηθεί τις ταυτότητες που τη συνθέτουν.
Κάπου εκεί αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι και κάτι ακόμη για τη Βοσνία: είναι εκπληκτικά χαμηλών τόνων. Δεν έχει κατακλυστεί ακόμα από τον μαζικό τουρισμό, ούτε αισθάνεσαι ότι ολόκληρες γειτονιές έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά για τον επισκέπτη. Λείπει αυτή η αίσθηση του έτοιμου τουριστικού προϊόντος που συναντάς πλέον σε πολλούς δημοφιλείς προορισμούς των Βαλκανίων.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη σε αφήνει να την ανακαλύψεις. Το καταλαβαίνεις ακόμη περισσότερο μέσα από τους ανθρώπους της. Η φιλοξενία τους δεν μοιάζει προσχεδιασμένη. Υπάρχει αμεσότητα, διάθεση επικοινωνίας και μια αυθεντικότητα που δύσκολα προσπερνάς. Ίσως επειδή η χώρα δεν έχει μάθει ακόμα να συμπεριφέρεται σαν ένας προορισμός που πρέπει να πουλήσει τον εαυτό του.
Μετά σειρά έχει το Μόσταρ. Η πόλη που έχει κερδίσει μια θέση στους τουριστικούς χάρτες. Η Stari Most, η περίφημη παλιά γέφυρα πάνω από τον ποταμό Νερέτβα, είναι πράγματι εντυπωσιακή. Είναι από εκείνα τα αξιοθέατα που δικαιολογούν τη φήμη τους, μόνο που η φήμη έχει το τίμημά της. Το Μόσταρ είναι πλέον τόσο τουριστικό, ώστε η επίσκεψή μας κράτησε μόλις μία ώρα. Γκρουπ τουριστών, καταστήματα με σουβενίρ και κόσμος παντού συνέθεταν μια εμπειρία πολύ διαφορετική από εκείνη που είχαμε ζήσει στους δρόμους της υπόλοιπης χώρας. Ίσως να μην είναι δίκαιο να κρίνεις μια πόλη μέσα σε μία ώρα. Όμως, στο δικό μας οδοιπορικό δεν αναζητούσαμε απλά τα διάσημα σημεία. Ψάχναμε εκείνη την αίσθηση της ανακάλυψης που νιώθεις όταν βρίσκεσαι κάπου πριν προλάβει να φτάσει ο υπόλοιπος κόσμος.
Και αυτή την αίσθηση τη βρήκαμε περισσότερο στους δρόμους της Βοσνίας παρά στα τουριστικά της αξιοθέατα. Ίσως τελικά αυτός να είναι και ο λόγος που η χώρα μας αποτυπώθηκε τόσο έντονα. Γιατί η Βοσνία-Ερζεγοβίνη δεν είναι μόνο το Σαράγιεβο, το Μόσταρ ή οι εικόνες που έχουμε δει τόσες φορές σε ταξιδιωτικά αφιερώματα. Είναι η διαδρομή ανάμεσά τους. Είναι τα βουνά, τα ποτάμια, οι μικρές πόλεις και τα χωριά. Είναι οι άνθρωποι που σε υποδέχονται χωρίς να έχουν την ανάγκη να σου αποδείξουν τίποτα.
Και είναι, πάνω απ’ όλα, μια χώρα που ακόμη προσπαθεί να συμφιλιώσει το παρελθόν με το παρόν της.Τρεις δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έχει αλλάξει. Οι πληγές όμως δεν έχουν εξαφανιστεί. Απλώς έχουν αρχίσει να σκεπάζονται από την καθημερινότητα: από τα δάση που ξανακατακτούν τις πλαγιές, από τα ποτάμια που συνεχίζουν να κυλούν και από μια νέα γενιά που θέλει να ζήσει χωρίς να καθορίζεται αποκλειστικά από όσα συνέβησαν πριν γεννηθεί.
Φεύγοντας, κρατήσαμε τελικά αυτή την εικόνα: μια χώρα όμορφη πέρα από κάθε προσδοκία, πληγωμένη αλλά όχι εγκλωβισμένη στο παρελθόν της, πολυπολιτισμική, φιλόξενη και -ακόμη- αρκετά άγνωστη.
Από όλες τις χώρες που διασχίσαμε στο φετινό μας road trip στα Βαλκάνια, η Βοσνία ήταν εκείνη που δεν περιμέναμε να μας απασχολήσει τόσο. Κι όμως, ήταν αυτή που μας έκανε να κοιτάξουμε πέρα από την πρώτη εικόνα. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο ταξιδιωτικό της προσόν.

