Η μαστίχα της Χίου αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά και μοναδικά φυσικά προϊόντα της Μεσογείου. Γνωστή με την ονομασία Pistacia lentiscus var. chia, αλλιώς ως φυσική αρωματική ρητίνη του σχίνου, η μαστίχα παράγεται σχεδόν αποκλειστικά στο νότιο τμήμα της Χίου. Ενδιαφέρον είναι πως ο σπάνιος αυτός φυσικός θησαυρός ευδοκιμεί σε μια μικρή γεωγραφική ζώνη του νησιού, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια μοναδική πολιτιστική και οικονομική κοινότητα, όμοια με την οποία δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού στην Ελλάδα.

14

Γνωστή ήδη από την αρχαιότητα, η μαστίχα Χίου χρησιμοποιούνταν ως φάρμακο για στομαχικές διαταραχές, για τον καθαρισμό και την υγιεινή των δοντιών, αλλά και ως καλλυντικό χάρη στο ιδιαίτερο άρωμά της. Μάλιστα, ο Ιπποκράτης φαίνεται ότι τη χρησιμοποιούσε εκτεταμένα στις θεραπείες του, ενώ και οι Ρωμαίοι την αξιοποίησαν ως γλυκαντικό σε αρωματικά κρασιά, αλλά και ως βασικό συστατικό σε γλυκίσματα της εποχής.

Βέβαια, η σημασία της μαστίχας απογειώθηκε κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, όταν οι Γενουάτες έμποροι, που όργωναν τότε το Αιγαίο με τα καράβια τους, οργάνωσαν συστηματικά την παραγωγή και την εμπορία της μαστίχας, προστατεύοντας τα πολύτιμα Μαστιχοχώρια στα νότια του νησιού με εκτεταμένες οχυρώσεις. Μάλιστα, οι Γενουάτες απέκτησαν το αποκλειστικό προνόμιο εμπορίας της μαστίχας, το οποίο λίγους αιώνες αργότερα πέρασε στα χέρια των Οθωμανών. Στον μουσουλμανικό κόσμο, η μαστίχα απέκτησε ιδιαίτερη αξία, ενώ ακόμη και η παραμικρή κλοπή μικρής ποσότητας της τιμωρούνταν αυστηρά. Αντίθετα, η χρήση της ήταν ευρέως διαδεδομένη στο οθωμανικό χαρέμι, κυρίως λόγω του καλλωπιστικού της χαρακτήρα.

Παρά την ταραχώδη ιστορία της, αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ίδιος ο τόπος παραγωγής της μαστίχας, που δεν είναι άλλος από τη νότια Χίο. Κατά καιρούς έχουν γίνει προσπάθειες μεταφύτευσης μαστιχόδεντρων σε άλλες περιοχές, με περιορισμένα ή ανεπιτυχή αποτελέσματα, διαπίστωση που έχει οδηγήσει τους επιστήμονες στο συμπέρασμα πως το υπέδαφος, σε συνδυασμό με το μικροκλίμα της Χίου, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα και τη σπανιότητα της μαστίχας. Ειδικότερα, τα ασβεστολιθικά εδάφη της νότιας Χίου, μαζί με το ήπιο μικροκλίμα της περιοχής, είναι οι παράγοντες που συνδυαστικά δίνουν στον άνθρωπο το πολύτιμο δάκρυ της Χίου. Έχουν καταγραφεί περιορισμένες απόπειρες παραγωγής μαστίχας και στην Τουρκία, χωρίς ωστόσο να προσεγγίζουν το μέγεθος και την ποιότητα της αντίστοιχης παραγωγής της Χίου.

Σήμερα, τα 24 Μαστιχοχώρια στα νότια της Χίου έχουν δημιουργήσει μία από τις πιο ζωντανές αγροτοπαραγωγικές κοινότητες της Ελλάδας. Μεστά, Πυργί, Ολύμποι, Καλαμωτή, Βέσσα, Πατρικά, Βουνό, Ελάτα και Κοινή είναι μερικά από τα πιο σημαντικά Μαστιχοχώρια, που ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, για τη μεσαιωνική τους αρχιτεκτονική με έντονες γενοβέζικες επιρροές. Καλντερίμια ανάμεσα σε σπίτια-φρούρια δημιουργούν ένα σκηνικό που θυμίζει κάτι από κεντρική Ιταλία, ενώ στα Μεστά χάνεται κανείς στα δαιδαλώδη καλντερίμια του χωριού, με τα σφραγισμένα σπίτια και τα μικρά παράθυρα.

Η μαστίχα δεν παράγεται απευθείας στο δέντρο, αλλά συλλέγεται μέσα από μια απαιτητική διαδικασία που παραμένει σχεδόν η ίδια μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Η παραγωγή της μαστίχας είναι μια χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία που διαρκεί μήνες, καθώς εκτείνεται σε διαφορετικές εποχές του έτους, απαιτώντας μια σειρά κρίσιμων σταδίων που μόνο οι μαστιχοπαραγωγοί γνωρίζουν καλά. Στην παραγωγή της μαστίχας, και το παραμικρό λάθος μπορεί να προκαλέσει σημαντική απώλεια της σοδειάς, γεγονός που εξηγεί γιατί η μαστίχα έχει τόσο μεγάλη αξία. Ουσιαστικά, το κόστος της μαστίχας αντανακλά τόσο τη σπανιότητά της όσο και την επίπονη διαδικασία συλλογής και επεξεργασίας της.

Κάθε άνοιξη, οι μαστιχοπαραγωγοί καθαρίζουν το έδαφος γύρω από τα μαστιχόδεντρα και στρώνουν ασπρόχωμα, ένα κάτασπρο ασβεστολιθικό υλικό που δεν καταστρέφει τη μαστίχα και βοηθά στην εύκολη συγκομιδή της. Στη συνέχεια ακολουθεί το κέντημα. Κάθε καλοκαίρι, οι μαστιχοπαραγωγοί χαρακώνουν τους κορμούς των μαστιχόδεντρων, επιτρέποντας στη ρητίνη του δέντρου να αναβλύσει. Η ρητίνη στάζει αργά στο έδαφος και στερεοποιείται σταδιακά σε μικρούς κρυστάλλους, σχηματίζοντας τα λεγόμενα «δάκρυα της μαστίχας». Τα δάκρυα στη συνέχεια συλλέγονται και καθαρίζονται σχολαστικά με το χέρι από τυχόν βρωμιές και ξένα σώματα, μέχρι να παραδοθούν για την τελική επεξεργασία και μορφοποίηση της μαστίχας. Οι οικογένειες καθαρίζουν τα δάκρυα της μαστίχας όλο τον χειμώνα, ολοκληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο το τελικό στάδιο της επεξεργασίας της.

Τα Μαστιχοχώρια της νότιας Χίου διατηρούν μέχρι σήμερα τα έθιμα που συνδέονται με την παραγωγή της μαστίχας, ενώ εξαιρετικά ελπιδοφόρο είναι πως η σχετική γνώση μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Μάλιστα, ο τρόπος συλλογής της μαστίχας έχει ενταχθεί στον κατάλογο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, αποτελώντας την τυπική αναγνώριση της σημασίας που έχει η μαστίχα για τη χιώτικη κοινωνία. Σήμερα, η μαστίχα έχει χαρακτηριστεί Προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), ενώ χιλιάδες άνθρωποι απασχολούνται άμεσα ή έμμεσα στην παραγωγή, μεταποίηση και εξαγωγή της μαστίχας και των προϊόντων της. Μαρμελάδες, ποτά, ελληνικός καφές και καλλυντικά παράγονται χάρη στη μαστίχα, δημιουργώντας μία ευρεία αγορά με έντονο τοπικό πρόσημο.

Εκτός αυτού, η μαστίχα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο βρίσκεται στο τραπέζι μας, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική και μεσογειακή κουζίνα. Τσουρέκια, λουκούμια, παγωτά, λικέρ και ούζο δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο αν δεν είχαν μέσα τους λίγους από τους χαρακτηριστικούς κόκκους της μαστίχας, που χαρίζουν το ιδιαίτερο άρωμα και τη γνώριμη γεύση που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε.

Διαβάστε ακόμα:

Μαστίχα Χίου -Από το «κέντημα», στο μάζεμα και το ταχτάρισμα

Η Χίος του σκηνοθέτη Δήμου Αβδελιώδη

Η πολυσυλλεκτική κουζίνα της Χίου