Στα 600 μέτρα υψόμετρο, στην Απείρανθο της Νάξου, περάσαμε ένα πρωινό στον ξυλόφουρνο της κυρίας Βούλας. Αυτό από μόνο του είναι λόγος να θέλεις να επιστρέψεις στο χωριό ξανά και ξανά. Λίγο πιο πέρα φαίνεται η θάλασσα, αλλά εδώ το βλέμμα στρέφεται αλλού.

15

Φτάσαμε το πρωί, νωρίς. Ο Γιάννος, τρίτη γενιά στον φούρνο, ήταν ήδη μέσα και φούρνιζε. Η πρώτη φουρνιά είχε βγει, το ψωμί κρύωνε πάνω στον πάγκο και η μυρωδιά του απλωνόταν στα πλακόστρωτα στενά. Μας έδωσε να δοκιμάσουμε. Στον δεύτερο πάγκο, τα καρβέλια της δεύτερης φουρνιάς περίμεναν, σκεπασμένα, στο στάδιο που φουσκώνει η ζύμη πριν μπει στη φωτιά. Μια εικόνα που δεν τη βλέπεις συχνά, γιατί, για να την πετύχεις, πρέπει να είσαι εκεί στην ώρα της. Τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Ο Γιάννος, αλλά και η μητέρα του, η κυρία Βούλα, στέκονταν μπροστά στον φούρνο, τα καρβέλια παραταγμένα, το φως του πρωινού να πέφτει πλάγια. Τέτοιες εικόνες δεν χρειάζονται πολλή επεξεργασία για να αναδειχθεί η ομορφιά τους.

Ο Βλακαντώνης και ο παππούς

Ο φούρνος χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από τον Αντώνη Φλώριου Βλακό, τον «Βλακαντώνη» για τους Απεραθίτες, που για τριάντα χρόνια έψηνε εδώ το ψωμί του χωριού. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά τον θάνατό του, πέρασε στον Γιώργο Φραγκίσκο και στη Βούλα.

Η σχέση της οικογένειας με το σιτάρι, όμως, πηγαίνει πιο πίσω. Ο παππούς Φραγκίσκος ήταν μυλωνάς, από εκείνους που γνώριζαν το σιτάρι πριν γίνει αλεύρι. Το 1952 βρέθηκε και μπροστά στον φακό, όταν στην Απείρανθο γυριζόταν η «Μαύρη Γη» με τον Γιώργο Φούντα, μια από τις πρώτες ελληνικές ταινίες που κατέγραψαν τη ζωή των σμυριδωρύχων. Συμμετείχε ως ντόπιος, σε ένα πέρασμα που σήμερα μοιάζει με μια μικρή υποσημείωση στην ιστορία του χωριού.

Το ψωμί, τα σκαλτσούνια, τα παξιμάδια

Το χειροποίητο ψωμί έχει κρούστα που μυρίζει καπνό και ψίχα που κρατά. Παλιά φουρνιζόταν μία φορά την εβδομάδα και έπρεπε να διατηρηθεί, αυτός ο ρυθμός υπάρχει ακόμα.

Δίπλα του, τα σκαλτσούνια της κυρίας Βούλας ακολουθούν την ίδια λογική: λεπτό φύλλο, σωστές αναλογίες στη γέμιση, χωρίς υπερβολές. Τα παξιμάδια τους, όμως, αξίζουν ξεχωριστή αναφορά. Σπιτικά, με πυκνή υφή και γεύση αυθεντική. Είναι από εκείνα που παίρνεις σίγουρα μαζί σου φεύγοντας.

Το αλεύρι, τα υλικά, οι προμήθειες, τίποτα δεν φτάνει εύκολα στον φούρνο. Τα στενά της Απειράνθου δεν τα προσεγγίζει αυτοκίνητο. Από τον κεντρικό δρόμο μέχρι τον φούρνο, όλα μεταφέρονται με το χέρι μέσα από καλντερίμια που είναι όμορφα για τον επισκέπτη αλλά απαιτητικά για τον άνθρωπο που δουλεύει εκεί κάθε μέρα. Ο Γιάννος το είπε χωρίς παράπονο, σαν να αναφέρει κάτι απολύτως συνηθισμένο. Γιατί εδώ δεν υπάρχει τίποτα το εύκολο. Η φωτιά ανάβει από τα χαράματα, τα ξύλα μεταφέρονται μέσα από στενά, η ζύμη ζυμώνεται, ο φούρνος ρυθμίζεται με την εμπειρία. Ο Γιάννος έμεινε στο χωριό και ανέλαβε αυτή τη δουλειά σε μια εποχή που οι περισσότεροι νέοι φεύγουν.

Λίγες ώρες μετά, στο αυτοκίνητο, δοκιμάζω ξανά από το ψωμί που μας έδωσε. Η γεύση του έχει μέσα πολλά: τον τρόπο που φτιάχτηκε, τον χρόνο που χρειάστηκε, την απόσταση που διένυσε μέχρι να φτάσει ως εδώ. Και, τελικά, αυτό είναι που παίρνεις μαζί σου φεύγοντας από την Απείρανθο.

Διαβάστε ακόμα:

Λένα Βλασταρά: Άφησε την Αθήνα και άνοιξε βιβλιοπωλείο στην ορεινή Απείρανθο στη Νάξο

Οι εναέριες διαδρομές της σμύριδας στη Νάξο

Η ομορφιά της Απειράνθου την άνοιξη