Μυθική και γήινη ταυτόχρονα, η Νάξος της επιβλητικής Πορτάρας και των εντυπωσιακών Κούρων, της γενναιόδωρης φύσης και της πλούσιας βιοποικιλότητας, δίκαια χαρακτηρίστηκε από τον Νίκο Καζαντζάκη «παράδεισος επί γης». Με φυσικές χάρες που ξεδιπλώνονται από τις ατέλειωτες παραλίες με τα τιρκουάζ νερά ως τους ορεινούς όγκους με τα κοιτάσματα μαρμάρου και σμύριδας, και με ετερόκλητα σκηνικά που εναλλάσσονται από τις καταπράσινες κοιλάδες των κιτριών ως τα ασπρισμένα, δαιδαλώδη σοκάκια των γραφικών χωριών, οι διαφορετικές όψεις του μεγαλύτερου νησιού των Κυκλάδων, αν και σκιαγραφούν σε μεγάλο βαθμό το μοναδικό προφίλ του, δεν αρκούν για να περιγράψουν τη μοναδική του ενέργεια.
Για να τη βιώσεις πλήρως, πρέπει να αφεθείς στη γοητεία της ιστορίας και των μύθων που περιβάλλουν τη Νάξο: από τη μια, όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου η ιστορία σε αγκαλιάζει, μπορείς να την αγγίξεις, να νιώσεις τη μυστηριακή σαγήνη που ασκούν εξωπραγματικής κλίμακας ναοί και αρχαιολογικά ευρήματα. Από την άλλη, η μυθολογία εξάπτει τη φαντασία με εξιστορήσεις συνδεδεμένες με τα πιο αισιόδοξα συναισθήματα – τη γέννηση και τον έρωτα- και με τον αρχαίο θεό του τρύγου, της αμπέλου και της διασκέδασης.
Εδώ, στη Νάξο της χαράς, της ευθυμίας, του κεφιού και της γιορτής όπως αρμόζει να χαρακτηρίζεται το νησί του Βάκχου, ανατράφηκε ο Διόνυσος από τις νύμφες στην ορεινή Κόρωνο, είδε την Αριάδνη εγκαταλειμμένη από τον βασιλιά Θησέα και κοιμισμένη στην ακτή, την ερωτεύτηκε, την έκανε σύζυγό του και μια νύχτα την οδήγησε στο όρος Δρίον. Καθόλου τυχαία λοιπόν, ο Διόνυσος προίκισε το νησί του με αμπελώνες που έφταναν ως τα πιο δύσβατα και ορεινά σημεία – οι δε κάτοικοι της Νάξου λάτρεψαν και τίμησαν το θεό του οίνου καλλιεργώντας το αμπέλι εδώ και αιώνες, με τεχνικές και μεράκι που περνούσαν από γενιά σε γενιά.
Όταν οι ρίζες της τοπικής αμπελουργίας χάνονται στα βάθη της ιστορίας
Κερδίζοντας επάξια τη θέση τους ως ένα ξεχωριστό, σπουδαίο κεφάλαιο της γαστρονομίας των Κυκλάδων, οι γεύσεις της Νάξου έχουν αποτελέσει θέμα αμέτρητων αφιερωμάτων. Η εύφορη γη του προικισμένου αυτού τόπου όπου ευδοκιμούν σχεδόν τα πάντα, έχει χαρίσει εδώ κι αιώνες απόλυτη αυτάρκεια στους κατοίκους του, λόγος για τον οποίο η επιβίωση μέσω του τουρισμού αναπτύσσεται γοργά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Κι ενώ η φήμη της Νάξου είναι πλέον παγκόσμια όσον αφορά τα πολυβραβευμένα ΠΟΠ τυροκομικά και το νησί αναγνωρισμένο για τα κορυφαία κρεατικά, τις νοστιμότατες πατάτες ΠΓΕ, τα μοναδικά αποστάγματα κίτρου και τις παραδοσιακές συνταγές, το κεφάλαιο της οινικής παραγωγής έμοιαζε μέχρι πρότινος να μην ακολουθεί ανάλογη πορεία. Παρότι ανέκαθεν σημαντική για τους κατοίκους, η μακρά αμπελουργική παράδοση του νησιού μπορεί να μην έχει εξελιχθεί ακόμη όσο η κτηνοτροφική, ωστόσο τα κρασιά της Νάξου διεκδικούν με σταθερά βήματα τη δική τους ξεχωριστή θέση στον οινικό χάρτη των Κυκλάδων.
Ιστορικά οι ορεινοί Ναξιώτες, όσοι ζούσαν στην οροσειρά που διασχίζει το νησί από βορρά προς νότο με ψηλότερη κορυφή τον Ζα ή Δρίο, υπήρξαν εκτός από κτηνοτρόφοι και αμπελουργοί -αφού δύσκολα ευδοκιμούσε κάτι άλλο σε τέτοιο υψόμετρο. Αμπελοκαλλιέργειες υπήρχαν σχεδόν παντού και το ιερό φυτό που ο Διόνυσος χάρισε στους Ναξιώτες είχε παρουσία σε παράκτιες πλαγιές ορμητικών ακρωτηρίων, σε αμμώδη εδάφη, σε απότομες ορεινές πλαγιές με ιδιαίτερα απόκρημνο ανάγλυφο και κλίσεις που σε ορισμένα σημεία ξεπερνούν το 70%. Καθώς το αμπέλι στη Νάξο καλλιεργείται αυτόριζο, οι ρίζες πολλών αμπελώνων χάνονται στο πέρασμα των αιώνων – κάποιοι μάλιστα είναι τόσο παλιοί που κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει πότε ακριβώς φυτεύτηκαν.
Ο λαϊκός μύθος πάντως -που υποστηρίζεται και από τους πρεσβύτερους του νησιού-κάνει λόγο για πάνω από 200 έτη, αλλά απόλυτα χαρακτηριστική είναι η έκφραση που έχει επικρατήσει ότι «η αμπελοκαλλιέργεια στη Νάξο είναι διαχρονικότερη της Πορτάρας», γεγονός που καθιστά τα υπεραιωνόβια αμπέλια ζωντανά μνημεία ξεχασμένων γηγενών -υπό εξαφάνιση και μη- κυκλαδίτικων ποικιλιών. Το εξαιρετικά δυναμικό, σπάνιο και μοναδικό terroir, ειδικά αυτό της Βορειοδυτικής ορεινής Νάξου, ο ορυκτός πλούτος και το τοπικό μικροκλίμα αναλόγως περιοχής, εγγύτητας στη θάλασσα και υψομέτρου -μάρμαρο, σμύριδα, σχιστόλιθοι, γνεύσιοι σε εναλλασσόμενα στρώματα με όγκους γρανίτη-, η εντυπωσιακή βιοποικιλότητα, η πυκνή φύτευση των κλημάτων σε παραδοσιακά λαξευμένες αναβαθμίδες, η διαμόρφωση των πρέμνων σε χαμηλόκορμα κυπελλοειδή σχήματα, ακόμη και ο κυρίως χειρωνακτικός τρύγος, δίνουν σπάνια ταυτότητα στα σταφύλια, εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο τη διαφορετικότητα του οινικού χαρακτήρα της Νάξου. Η δε ανάδειξή του γίνεται επίκεντρο της φιλοσοφίας μιας πολλά υποσχόμενης γενιάς οινοποιών, που σκύβουν πάνω από το αμπέλι με αμέριστο σεβασμό στην ιστορία και στα δώρα της γης, αλλά και με σύγχρονο όραμα για κρασιά με χαρακτήρα και ταυτότητα.
Οι σπάνιες ποικιλίες που αφήνουν τη γη να μιλήσει: από το Ασύρτικο στο Φωκιανό κι από το Μαυροτράγανο στη Μαντηλαριά
Η ιδιαιτερότητα της αμπελουργίας στη Νάξο εντοπίζεται κυρίως σε δύο βασικά χαρακτηριστικά: αφενός την τεράστια δυναμική του αμπελώνα του νησιού, αφετέρου το γεγονός ότι το αξιώτικο κρασί δεν υπήρξε ποτέ μονοποικιλιακό.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σε κάθε αμπέλι φυτεύονταν τουλάχιστον 3-4 ποικιλίες, για λόγους βιοποριστικούς και οικιακής οικονομίας, πρακτική που εξασφάλιζε τη διαθεσιμότητα σταφυλιών για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μάλιστα, η παραδοσιακή οινοποίηση, όπως εφαρμοζόταν εμπειρικά σχεδόν σε κάθε σπίτι, έδινε πάντα υπερώριμα κρασιά, υψηλόβαθμα σε αλκοόλ, χωρίς οξύτητες και με υπολειπόμενα σάκχαρα, ταιριαστά ωστόσο με την πλούσια, ρουστίκ κουζίνα της Νάξου. Το δε κρασί που παρήγαγε κάθε οικογένεια, συνήθως το παλαίωνε, και μάλιστα για πολλά χρόνια.
Φτάνοντας στη σημερινή εποχή, η σύνδεση με την παράδοση έρχεται μέσα από τις αξιόλογες και επίπονες προσπάθειες μιας νεότερης γενιάς αμπελουργών που στρέφονται στην οργανωμένη, σύγχρονη οινοποίηση, καθώς και από τις ποικιλίες που διαφυλάσσονται, αναβιώνουν και αναδεικνύονται. Το εμβληματικό Ασύρτικο, στο περιβάλλον της Νάξου ξεδιπλώνει μια πιο «γήινη» έκφραση του μοναδικού του αρωματικού χαρακτήρα, το Αηδάνι, η εκλεκτή Μονεμβασιά, το σπάνιο Ποταμίσι με τα φρουτώδη αρώματα, η Κουντούρα (Σαββατιανό), εκπροσωπούν τις κύριες λευκές ποικιλίες του ναξιακού αμπελώνα. Εξίσου ενδιαφέρουσες, οι ερυθρές ποικιλίες μοιράζονται ανάμεσα στο αρωματικό Φωκιανό με μεγάλη παρουσία σε όλο το νησί, το πληθωρικό Μαυροτράγανο, την «ατίθαση» Μαντηλαριά που αποκαλείται και Παριανό ή Αμοργιανό, το σπάνιο Μαύρο Αηδάνι -ο λεγόμενος «Απειραθείτης οίνος» και το Μαύρο Ποταμίσι που δε απαντάται πουθενά αλλού στις Κυκλάδες.
Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν καθώς 50 από τις 300 ποικιλίες του ελληνικού αμπελώνα απαντώνται στις Κυκλάδες, όμως εξίσου αξιοσημείωτο είναι το ότι στη Νάξο έχουν εντοπιστεί άγνωστες, προφυλλοξηρικές ποικιλίες αμπέλων, οι οποίες έχουν ήδη σταλεί σε γενετικά εργαστήρια στο εξωτερικό και στην Ελλάδα. Έχοντας πια επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για «unknown varieties» βρίσκονται υπό μελέτη από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο ακολουθεί επίσημα το πρωτόκολλο ταυτοποίησής τους. Στις ποικιλίες αυτές συγκαταλέγονται το Μπαστάρδικο, το Άσπρο Σιρίκι, το Βουρλιώτικο, το Μαλουκάτο, το Αουστιανό, το Εγγαρίτικο, το Τσαούσι, το Ροζακό, το Τζέμερι, κάποιες εκ των οποίων έχουν διασωθεί κυριολεκτικά από μία μοναδική ρίζα, ενώ οι περισσότερες έχουν εντοπιστεί στην περιοχή του Φιλωτίου.
Τόσο η ιστορία του διάσημου χωριού, όσο και κάποιες από τις παραπάνω ονομασίες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ποικιλίες που έφτασαν από τη Μικρά Ασία μεταξύ 18ου και 19ου αιώνα. Ήταν η περίοδος που μεγάλο ποσοστό των κατοίκων του Φιλωτίου είχε μετοικήσει στα απέναντι παράλια και επιστρέφοντας στην πατρίδα τους έφερναν μαζί τους τις ποικιλίες που είχαν βρει στον νέο τους τόπο. Φυτεύοντάς τες γύρω από το Φιλώτι, δημιούργησαν ένα μοναδικό μωσαϊκό ποικιλιών, του οποίου η οινοποίηση έδινε στο κρασί αυτή τη χαρακτηριστική πολυπλοκότητα.
Η νέα εποχή της ονικής παράδοσης στη Νάξο: βιολογικές καλλιέργειες, βιοδυναμικές πρακτικές, σεβασμός στη γη
Μέχρι λίγα χρόνια πριν, η οργανωμένη παραγωγή κρασιών σε τοπικές εγκαταστάσεις οινοποίησης ήταν άγνωστη έννοια για τη Νάξο. Μια νέα γενιά Ναξιωτών όμως, που επιδεικνύει ίσως και μεγαλύτερη αφοσίωση από τους αυτοδίδακτους αμπελουργούς παλαιότερων εποχών, στοχεύει στην εδραίωση της οινοποίησης στο νησί του Βάκχου και στην καθιέρωση του δικού του οινικού προφίλ. Με ουσιαστικό σεβασμό στην παράδοση και στο μόχθο όσων συνέβαλαν στη διατήρηση των αμπελοκαλλιεργειών στην πορεία του χρόνου, και με μεγάλη αγάπη για τον τόπο τους, στρέφουν τις προσπάθειές τους στη σύγχρονη, συστηματική οινοποίηση και μας καλούν σ΄ ένα ταξίδι οινικής μυσταγωγίας.
Πρώτη στάση, στο Κάτω Σαγκρί στο Κτήμα Terra Grazia, όπου η κ. Αγγελική Γρατσία επιδίδεται με αφοσίωση στο δύσκολο έργο της συστηματικής επιστημονικής αναβίωσης των παλιών ποικιλιών, στο μοναδικό αυτή τη στιγμή οινοποιείο στη Νάξο, που υιοθετεί φιλοσοφία παραδοσιακή και μεθόδους δόκιμες και τεχνικά σύγχρονες. Το σκηνικό, που μοιάζει με αληθινό κήπο της Εδέμ, είναι ιδανικό για να δοκιμάσει κανείς τα τρία πολυβραβευμένα κρασιά Terra Grazia – φέτος προστέθηκαν 3 ακόμη χρυσά βραβεία στις περγαμηνές του κτήματος. Ασύρτικο, Φωκιανό κι ένα blend 12 ποικιλιών που αντικατοπτρίζει μοναδικά την ταυτότητα και την ιστορία του αμπελώνα της Νάξου ως μωσαϊκό ποικιλιών, μας καλούν να συνδεθούμε, να επικοινωνήσουμε μέσω του κρασιού και να γευτούμε με τρόπο διαφορετικό τα δώρα της αξιώτικης γης συμμετέχοντας στις εμπειρίες οινογνωσίας – γευσιγνωσίας που διοργανώνονται από τα μέσα Απριλίου ως το τέλος Οκτωβρίου.
Καθώς η κ. Γρατσία εξηγεί με ενθουσιασμό τη σωστή στιγμή και ώρα του τρύγου ώστε τα σάκχαρα των σταφυλιών να βρίσκονται στα επιθυμητά επίπεδα, αλλά και τους κανόνες παρακολούθησης της θερμοκρασίας του κρασιού, ώστε ν΄ αναδεικνύεται ο χαρακτήρας, τα αρώματα και τα γευστικά χαρακτηριστικά των σταφυλιών, οι επισκέπτες απολαμβάνουν μεταξύ άλλων τα αρώματα ενός ξηρού λευκού Mosaic, που από τη μια σε μεταφέρει στη γεμάτη βότανα νησιωτική ύπαιθρο κι απ΄ την άλλη σε ποτίζει με την αλμύρα της θάλασσας. Και τελικά, κάτω από τη σκιά του εντυπωσιακού Πύργου Della Rocca – Grazia του 11ου αιώνα που δεσπόζει στο κτήμα, ανάμεσα στην ενετικής αρχιτεκτονικής αλέα και στον απέριττο ναό του Αγ. Νικολάου του Τολεντίνο, τριγυρισμένοι από κάθε λογής αρωματικό βότανο και με τα αμπέλια να απλώνονται πίσω, σε υψόμετρο 350 μέτρων, η εμπειρία της οινογευσίας δεν περιορίζεται μόνο στην απόλαυση του κρασιού, αλλά και της ανθρώπινης επικοινωνίας, σε ατμόσφαιρα παρεϊστικη που θυμίζει γιορτή.
Πολύ πιο ορεινά, τέσσερις νέοι άνθρωποι γεμάτοι πάθος κι ενθουσιασμό, μας συνέστησαν την πρώτη τους προσπάθεια οινοποίησης μόλις πριν ενάμιση χρόνο. Πρόκειται για την πέμπτη γενιά αμπελουργών της οικογένειας Κορρέ -η Σοφία, ο Γιώργος, ο Μανώλης και ο Μάρκος-, που στη διαδικασία οινοποίησης των δύο εκλεκτών τους κρασιών συνεργάστηκαν με τους γνωστούς οινολόγους Πάνο και Σπύρο Ζουμπούλη, ενώ ταυτόχρονα οργανώνουν τη σταδιακή φύτευση δεκάδων στρεμμάτων επιπλέον αυτών του ιστορικού οικογενειακού κτήματος. Στο πλαίσιο ανάπτυξης ενός σύγχρονου βιοκλιματικού αγροτουριστικού και πολιτιστικού θερέτρου με ιδιόκτητους αμπελώνες, ελαιώνες, μελισσοκομείο και βιολογικές καλλιέργειες, μας καλούν στο Estate L’Heritage Korres YASTRA για μια συνολική εμπειρία γνωριμίας με τις γεύσεις, τις παραδόσεις, τις ιστορίες και το αυθεντικό πνεύμα της Νάξου που διαφυλάσσει η οικογένεια από γενιά σε γενιά.
Στην ορεινή καρδιά του νησιού, η οινογνωσία ξεκινά με την περιήγηση ανάμεσα σε μονοπάτια και αναβαθμίδες που οδηγούν σε αμπελοτόπια σκαρφαλωμένα σε απόκρημνες πλαγιές, με θέα που κόβει την ανάσα. Παρατηρώντας από κοντά τα αιωνόβια αμπέλια που αγκαλιάζουν τους απότομους βράχους πάνω από το φαράγγι που διασχίζει το τοπίο, ο επισκέπτης ενημερώνεται για τις παραδοσιακές, βιολογικές και βιοδυναμικές μεθόδους καλλιέργειας που κληροδότησε η οικογένεια στο πέρασμα των αιώνων, πριν καταλήξει στις αυλές της παλιάς αγροικίας, όπου η γευσιγνωσία των κρασιών L’Heritage Korres YASTRA, μετατρέπεται σε μια πλήρη farm-to-table εμπειρία, βασισμένη σε προϊόντα του κτήματος και τοπικές πρώτες ύλες που συνοδεύουν ιδανικά τα κρασιά.
Στο μεταξύ, στο γραφικό Κτήμα Saint Anna Winery, ένα ακόμη κομμάτι της πανέμορφης αξιώτικης γης, ο ενθουσιώδης γεωπόνος Μανώλης Πετράκης μοιράζεται από το 2016 τις γνώσεις και τα ποιοτικά κρασιά του-μεταξύ των οπoίων ο λιαστός λευκός ή ερυθρός Kouros-, σε ένα πλήρες οινικό ταξίδι που συνοδεύουν παραδοσιακά βιολογικά προϊόντα από το οικογενειακό κτήμα. Οινικά -και όχι μόνο- διαμαντάκια μας συστήνει και ο Κωνσταντίνος Μακρυδημήτρης, στο Κτήμα Tranampelo στο Γλινάδο, γεωπόνος με εντυπωσιακό σεβασμό και αμέριστο θαυμασμό για την οινική παρακαταθήκη που κληροδοτήθηκε στη γενιά του από τους αμπελουργούς της Νάξου.
Η οινογνωσία που ξεκινά από το αμπέλι και μας φέρνει από το παλιό πατητήρι και τον οργανικό κήπο σ΄ένα πλούσια στρωμένο τραπέζι, αποτελεί μια απολαυστική και εμβριθή μύηση στον κόσμο των «Τρανών Αμπελιών» – εξ ου και η ονομασία Tranampelo για τον αμπελώνα που η οικογένεια του Κωνσταντίνου αναβιώνει από το 2005. Όσο για τη μεγάλη οικογένεια αποσταγματοποιών της Νάξου με παράδοση άνω του ενός αιώνα στην ανάδειξη και απόσταξη του μοναδικού κίτρου, από το 1978 η οικογένεια Προμπονά έχει το δικό της μερίδιο στην οινική ιστορία του νησιού, αποτελώντας συνδετικό κρίκο του χθες με το σήμερα, με ετικέτες όπως η Αριάδνη, ο Βάκχος, η Sfinx και ο Apollon από εκλεκτά σταφύλια που συλλέγονται από κτήματα σε όλο το νησί.
Συνεχίζοντας την εξέλιξή της με τις λαμπρότερες προδιαγραφές, η ιστορία του κρασιού στο νησί του Διονύσου μας ταξιδεύει σε τόπους ανέγγιχτης ομορφιάς, ξεδιπλώνει ιστορίες από τα βάθη του χρόνου κι από τη σκληρή δουλειά στο αμπέλι, διδάσκει πολιτισμό και αξίες ζωής. Γίνεται αφορμή να χαρούμε, να γιορτάσουμε, να μοιραστούμε, ακόμη και να συγκινηθούμε από την αγάπη που απαιτεί η οινοποίηση.
Διαβάστε ακόμα:
Λένα Βλασταρά: Άφησε την Αθήνα και άνοιξε βιβλιοπωλείο στην ορεινή Απείρανθο στη Νάξο

