Το Ηράκλειο Κρήτης είναι μια πόλη που συνδυάζει μοναδικά την ιστορία, τον πολιτισμό, τη θάλασσα, τη γαστρονομία και την καθημερινή ζωή. Για έναν άνθρωπο που μένει μόνιμα στο Ηράκλειο, μια βόλτα στην πόλη είναι μια ευκαιρία να γνωρίσει καλύτερα τον τόπο στον οποίο ζει. Κάθε δρόμος, κάθε πλατεία και κάθε παλιό κτίριο μπορεί να κρύβει ένα κομμάτι από την ιστορία της Κρήτης που περιμένει να την εξερευνήσεις, ενώ παράλληλα η πόλη παραμένει ζωντανή και σύγχρονη, με καφέ, εστιατόρια, καταστήματα και χώρους πολιτισμού.
Όταν ήρθα μόνιμα στο Ηράκλειο, αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν ότι δεν χρειαζόταν να έχω κάποιο ιδιαίτερο πρόγραμμα για να περάσω όμορφα. Απλώς ξεκινούσα να περπατάω στο κέντρο και κάθε λίγο έβρισκα κάτι που μου τραβούσε την προσοχή. Ξεκινούσα από το παλιό λιμάνι και πήγαινα προς τον Κούλε. Μου άρεσε πολύ η εικόνα του φρουρίου δίπλα στη θάλασσα, γιατί από εκεί μπορούσα να κοιτάζω το λιμάνι και τα καράβια. Έμενα για λίγο εκεί χωρίς να κάνω κάτι συγκεκριμένο, απλώς χαζεύοντας τη θέα.
Έτσι ξεκινούσαν όλες οι βόλτες στην αρχή της διαμονής μου. Μετά αποφάσισα να εξερευνήσω ακόμα περισσότερο την πόλη, πάντα όμως με την ίδια αφετηρία.
Παράλληλα, επειδή αυτή η μετακόμιση σήμαινε ότι έπρεπε να οργανώσω και ένα καινούργιο σπίτι, άρχισα να ανακαλύπτω και την πιο πρακτική πλευρά της πόλης. Μία από τις στάσεις που αποδείχθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμες ήταν το «Public + home» στη Λεωφόρο Κνωσού 172. Εκεί μπορούσα να βρω συγκεντρωμένες λύσεις για διαφορετικές ανάγκες του σπιτιού και να το οργανώσω σταδιακά με βάση όσα πραγματικά χρειαζόμουν: από μεγάλες οικιακές συσκευές, όπως ψυγείο και κουζίνα, έως μικροσυσκευές, τεχνολογία και επιλογές ψυχαγωγίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν και οι ευέλικτοι τρόποι πληρωμής με δόσεις, που έκαναν τον προγραμματισμό των αγορών πολύ πιο εύκολο. Όταν ξεκινάς μια νέα ζωή σε μια πόλη, το να μπορείς να καλύψεις σε ένα σημείο τόσο διαφορετικές ανάγκες κάνει τα πρώτα πρακτικά βήματα σαφώς ευκολότερα.
Για αρχή πήρα τον δρόμο προς το κέντρο. Περπατώντας στα στενά άρχισα να παρατηρώ τα παλιά κτίρια και τα διάσπαρτα σημάδια από την ιστορία της πόλης. Πέρασα από τη Λότζια και συνέχισα προς την πλατεία των Λιονταριών. Εκεί μου άρεσε πολύ η ζωντάνια. Είχε κόσμο που έκανε βόλτα, άλλους που κάθονταν για καφέ και άλλους που απλώς περπατούσαν στα στενά. Η Κρήνη Μοροζίνι ήταν από τα πράγματα που φυσικά στάθηκα να δω, αλλά αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν γενικά η ατμόσφαιρα γύρω από την πλατεία. Ένιωθες ότι βρίσκεσαι σε ένα σημείο που αποτελεί κομμάτι της καθημερινής ζωής της πόλης και όχι απλώς σε ένα αξιοθέατο που επισκέπτονται οι τουρίστες.
Στη συνέχεια μπήκα στην παλιά αγορά και περπάτησα στην περιοχή της οδού 1866. Εκεί πραγματικά ένιωσα περισσότερο τον παλμό της Κρήτης. Υπήρχαν παντού μυρωδιές από μπαχαρικά, βότανα και φαγητά και έβλεπα στα μαγαζιά διάφορα τοπικά προϊόντα. Μου άρεσε να χαζεύω τα τυριά, τα παξιμάδια, τα βότανα και τα διάφορα προϊόντα που έβλεπα γύρω μου. Δεν γίνεται να αντισταθείς σε αυτές τις μυρωδιές οπότε έπρεπε να δοκιμάσω κάτι κρητικό, κάθισα λοιπόν κάπου για φαγητό και πήρα φυσικά ντάκο. Παξιμάδι, ντομάτα, τυρί και καλό ελαιόλαδο, ο γνωστός αρμονικός συνδυασμός. Δοκίμασα επίσης καλιτσούνια και πραγματικά μου άρεσαν πολύ, αυτός ο συνδυασμός γλυκού και αλμυρού είναι ακόμα καλύτερος από όσο ακούγεται.
Μία αγαπημένη στάση είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο. Δεν είμαι άνθρωπος που μπορεί να περάσει ώρες διαβάζοντας πληροφορίες δίπλα σε κάθε έκθεμα, αλλά κάποια από τα αντικείμενα που είδα μου έκαναν πραγματικά εντύπωση. Κυρίως επειδή σκεφτόμουν πως πατώ το ίδιο χώμα με αυτά εκείνη την στιγμή. Βρίσκομαι στη γενέτειρά τους και αυτό από μόνο του είναι πολύ συγκινητικό. Αυτό έκανε την επίσκεψη πολύ διαφορετική. Δεν έβλεπα απλώς αρχαία αντικείμενα σε ένα μουσείο, αλλά πράγματα που συνδέονται άμεσα με τον τόπο που ζούσα πλέον και εγώ.
Φυσικά, δεν γινόταν να πάω στο Ηράκλειο και να μην επισκεφθώ την Κνωσό. Πήγα κάποια στιγμή ένα πρωί και περπάτησα στον αρχαιολογικό χώρο. Υπήρχαν σημεία όπου σταματούσα και προσπαθούσα να φανταστώ πώς μπορεί να ήταν ο χώρος πριν από τόσους αιώνες. Ακόμη και αν δεν γνωρίζεις όλες τις λεπτομέρειες της ιστορίας, η ίδια η εικόνα του χώρου σε βάζει σε σκέψεις. Σε ταξιδεύει, σε συγκινεί και σε προσκαλεί στον κόσμο της, έναν κόσμο που πιστέψτε με δεν θα θέλετε να βγείτε.
Μετά την Κνωσό επέστρεψα στο Ηράκλειο και το απόγευμα αποφάσισα να κάνω μια πιο χαλαρή βόλτα. Περπάτησα ξανά προς το λιμάνι και κάθισα για καφέ. Εκεί μου άρεσε περισσότερο η ηρεμία. Μετά από τόσες εικόνες, ήταν ωραίο απλά να κάθεσαι και να κοιτάς τη θάλασσα. Το Ηράκλειο έχει αυτή την ιδιαιτερότητα: μπορείς μέσα σε λίγη ώρα να βρίσκεσαι ανάμεσα σε παλιά κτίρια και αρχαιολογικά μνημεία και λίγο αργότερα να κάθεσαι δίπλα στη θάλασσα.
Αυτό που μου έκανε περισσότερη εντύπωση τις πρώτες μέρες όμως, ήταν η κρητική παράδοση. Σε μια παρέα όπου βρέθηκα (η οποία με αγκάλιασε αμέσως, δεν είναι τυχαία η φήμη της φιλόξενης Κρήτης), άκουσα κρητική μουσική και είδα ανθρώπους να μιλούν για τα πανηγύρια, τα χωριά και τις οικογενειακές τους συνήθειες. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τη μουσική και τον χορό. Κάτι ζωντανό, μέρος της διασκέδασής αλλά και της καθημερινότητας τους. Η λύρα, οι χοροί και το τραπέζι έμοιαζαν να είναι όλα κομμάτια της ίδιας παρέας.
Το βράδυ τα στενά του κέντρου είχαν περισσότερο κόσμο και τα μαγαζιά ήταν γεμάτα. Κάθισα για φαγητό και δοκίμασα ξανά μερικά κρητικά πιάτα, αυτή τη φορά περισσότερο για την παρέα και την ατμόσφαιρα παρά για να δοκιμάσω κάτι καινούργιο.
Αυτός ήταν και ένας από τους βασικότερους λόγους που αποφάσισα να μείνω μόνιμα σε αυτή την πόλη. Εκείνο που με έπεισε ήταν όταν είδα ότι δεν ήταν η τυπική επαρχιακή πόλη που είχα στο μυαλό μου. Ακόμα και στην καρδιά του κέντρου, το Public στη Δαιδάλου 15 αποδείχθηκε το απόλυτο σημείο αναφοράς για τις καθημερινές μου αγορές – από gadgets και μικροσυσκευές μέχρι βιβλία. Η ευκολία του να οργανώνεις τη ζωή και το σπίτι σου χωρίς άσκοπες μετακινήσεις, έκανε την προσαρμογή μου απλή και ευχάριστη.
Εδώ, το παρελθόν και το παρόν γίνονται ένα. Μπορεί τη μια στιγμή να θαυμάζεις ένα μνημείο και την επόμενη να κάθεσαι σε ένα μικρό μαγαζάκι, παρασυρμένος από τον ήχο της λύρας και τη ζεστασιά μιας κρητικής παρέας. Αυτό αγάπησα περισσότερο: το πώς μπήκα αβίαστα στον παλμό της πόλης, περπατώντας στις γειτονιές της, δοκιμάζοντας τις γεύσεις της και γνωρίζοντας από κοντά τη φιλοσοφία των ανθρώπων της.

