Σκέφτομαι όλους τους τόπους που κατά καιρούς έχω επισκεφτεί και για καθέναν από αυτούς θα μπορούσα να μιλήσω με μεγάλο ενθουσιασμό. Κι έτσι μοιραία αναρωτιέμαι αν υπάρχουν προορισμοί άσχημοι ή ασήμαντοι. Σίγουρα όχι. Υπάρχουν όμως τόποι που, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, κανείς αγαπά και στους οποίους επιστρέφει ξανά και ξανά. Αυτά είναι τα μέρη που τους έχεις «επιτρέψει» να σε κατακτήσουν, που σου έχουν «επιβάλει» τον δικό τους τρόπο ζωής. Για μένα, ευτυχώς, υπάρχει ένας τέτοιος τόπος κι είναι ο αγαπημένος προορισμός για κάθε μικρή ή μεγάλη ευκαιρία απόδρασης από την Αθήνα. Είναι η Παλαιόχωρα Χανίων, στη Νότια Κρήτη.

13

Έχουν περάσει σίγουρα 12 ή 13 χρόνια από την πρώτη μου επίσκεψη στην Παλαιόχωρα. Ομολογώ ότι ήμουν αρκετά συγκρατημένη κι όχι ιδιαίτερα ενθουσιασμένη με την πρόταση του συντρόφου μου να απαρνηθώ τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα και να κατευθυνθούμε προς την Κρήτη. Μου φαινόταν τόσο μεγάλη και πληθωρική η Κρήτη, που στο μυαλό μου δεν την λογάριαζα καν για νησί! Κι όταν τελικά φτάσαμε στην Παλαιόχωρα, μετά τα κοσμοπολίτικα Χανιά, αντίκρισα έναν τόπο εκ πρώτης όψεως συνηθισμένο, έναν σχετικά γραφικό οικισμό με πολλούς τουρίστες, που όμως στεκόταν πάνω σε μια χερσόνησο περιτριγυρισμένη από θάλασσα και μοναδικές παραλίες. «Όχι κι άσχημα», σκέφτηκα, «τουλάχιστον θα ευχαριστηθούμε τη θάλασσα».

Όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες, άρχισα να αισθάνομαι απρόσμενα οικεία. Οι άνθρωποι, παρά τον τουριστικό φόρτο, συμπεριφέρονταν με απλότητα, χιούμορ και ζεστασιά. Η ζωή του οικισμού ήταν ανεπιτήδευτα εξωστρεφής και συμπεριληπτική προς ανθρώπους κάθε καταγωγής, ντόπιους και ξένους. Ηλικιωμένοι, πιτσιρίκια, έφηβοι, νέοι, σαραντάρηδες στα ίδια στέκια, στις ίδιες παραλίες, στις ίδιες διαδρομές. Οικογένειες από τη βόρεια Ευρώπη με παιδιά και εγγόνια, γιατί οι παππούδες έρχονταν ως χίπηδες στην Παλαιόχωρα και από τότε δεν έλειψαν κανένα καλοκαίρι, ενώ τα παιδιά τους συνεχίζουν την παράδοση. Φίλοι που σμίγουν κάθε καλοκαίρι εκεί. Ταξιδιώτες για τη Γαύδο που ξενυχτάνε για να πάρουν το πρωινό πλοίο, «τρελοί» υπεραθλητές που προπονούνται για Ironman, φανατικοί των μονοπατιών και των αρχαιολογικών και βυζαντινών μνημείων, Χανιώτες που κατεβαίνουν για το τριήμερο. Όλοι αυτοί και πολλοί άλλοι, τελείως διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι που αγαπούν τον τόπο και επιστρέφουν κάθε χρόνο, δημιουργούν ένα ανθρώπινο ψηφιδωτό μοναδικό κι ανεπανάληπτο.

Πέρα όμως από αυτό, υπάρχουν βάσιμοι, αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους αυτός ο τόπος χαίρει τέτοιας προτίμησης. Οι παραλίες δεν παίζονται. Κι όχι μόνο είναι πανέμορφες, δροσερές και καθαρές, αλλά είναι και πολύ εύκολα προσβάσιμες. Δεν χρειάζεται να κουβαλάς πράγματα και να περπατάς ιδρώνοντας κι αγκομαχώντας. Είτε πρόκειται για την Παχιά Άμμο, που είναι μέσα στον οικισμό, είτε για το Γυαλισκάρι και τον Κριό, που είναι οι αγαπημένες μου, η διαδρομή με το αυτοκίνητο δεν ξεπερνά τα 20 λεπτά και μπορείς να παρκάρεις στον δρόμο, σχεδόν από πάνω. Είναι μεγάλες παραλίες, οργανωμένες στο ένα τους κομμάτι κι ελεύθερες στο υπόλοιπο, με cult καντίνες που σερβίρουν από χυμούς μέχρι κατσίκι, και με τη δυνατότητα να είσαι μόνος σου, αν θέλεις, και να βλέπεις τον ήλιο να βουτάει στη θάλασσα.

Η περιοχή, όμως, δεν διαθέτει μόνο παραλίες. Τουναντίον, τα βουνά έχουν εξίσου ισχυρή παρουσία, με τα Λευκά Όρη να βρίσκονται πάντα στο φόντο, μαζί με φημισμένα φαράγγια όπως εκείνα της Σαμαριάς και της Αγίας Ειρήνης και πανέμορφα χωριά. Θα ξεκινήσω με το μαρτυρικό χωριό της Καντάνου, που το συναντάς καθώς προσεγγίζεις την Παλαιόχωρα από τα Χανιά. Ένα καταπράσινο, ολόδροσο κεφαλοχώρι μέσα στα πλατάνια, με μικρότερα χωριά τριγύρω γεμάτα περιβόλια, τούρκικες και υπεραιωνόβιες ελιές και μικρές βυζαντινές εκκλησίες του 13ου και 14ου αιώνα. Το φαγητό στην Κάντανο έχει την τιμητική του. Όπου κι αν επιλέξεις να καθίσεις, στον Πλάτανο, στο Μεσόστρατο ή στην Πλατεία, όλα όσα προσφέρουν είναι πεντανόστιμα, καλοφτιαγμένα και σπιτικά.

Θα συνεχίσω με τους Ανύδρους. Επίσης μια ανάσα από την Παλαιόχωρα, μπορείς είτε να φτάσεις οδικώς είτε διασχίζοντας πεζός το αντίστοιχο φαράγγι των Ανύδρων και να φτάσεις πεινασμένος στο Σχολείο, στο εμβληματικό καφενείο/εστιατόριο, διάσημο για την πειραγμένη κρητική κουζίνα του. Τελευταίος αγαπημένος προορισμός για φαγητό είναι τα Τεμένια, το χωριό με το εξαιρετικό ανθρακούχο νερό και την ομώνυμη μάρκα αναψυκτικών. Η αντίστοιχη οικογενειακή ταβέρνα Τεμένια είναι το απόλυτο μέρος για να δοκιμάσεις την αυθεντική κρητική κουζίνα, στάκα, αντικριστό, μαζί με τοπικές σπεσιαλιτέ, όπως είναι τα κάστανα στιφάδο (!).

Δεν θα μπορούσα να παραλείψω το χωριό Καμπανό και τον εικαστικό και κεραμίστα Ονούφριο, που έχει εκεί το εργαστήριό του. Ένας υπέροχος καλλιτέχνης, που δουλεύει τον πηλό δίνοντάς του τη μορφή κυκλαδίτικων, μινωικών και παλαιοχριστιανικών χρηστικών αντικειμένων, ενώ μαθητές και καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο φτάνουν σε αυτόν για να μάθουν και να δουλέψουν κοντά του. Ένας επίγειος παράδεισος, λίγα χιλιόμετρα από τη Σούγια: στον ίσκιο του μεγάλου πέτρινου σπιτιού του απλώνεται το κεραμοποιείο με τα χώματα, τους πηλούς, τα καλούπια, τους τροχούς, τα χρώματα, τους φούρνους κι όλα τα αντικείμενα που θες να πιάσεις και να πάρεις μαζί σου φεύγοντας.

Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι η Παλαιόχωρα είναι η αχίλλειος πτέρνα των μετεωρολόγων. Κανείς ποτέ δεν πέφτει μέσα στις προβλέψεις! Έχω δει ηθοποιούς να κρατούν τα σκηνικά και ταυτόχρονα να αγωνίζονται να αρθρώσουν το κείμενό τους, ενώ ο αέρας έχει σηκώσει τις άδειες καρέκλες και οι θεατές έχουν τραπεί σε φυγή. Πιστεύω πως ο τρελός, σχεδόν αψυχολόγητος αέρας, που φτάνει ακόμη και τα 12 μποφόρ στα καλά καθούμενα, που κάνει τους δρόμους μέσα στα σοκάκια να μοιάζουν με παραλία από την άμμο που κουβαλάει, που σηκώνει πινακίδες και αναποδογυρίζει τραπέζια, για να μην αναφερθώ στο τι συμβαίνει με τις ομπρέλες θαλάσσης και τα φουσκωτά, είναι η παράμετρος που κάνει τον τόπο αυτό και τους ανθρώπους του τόσο απρόβλεπτο, ανατρεπτικό και ακαθόριστο. Αυτή η αναστάτωση που προκαλούν οι ξαφνικές ριπές του αέρα, μπροστά στο ανοιχτό Λιβυκό Πέλαγος, με τις μαούνες να περνούν αργά εκεί που δύει ο ήλιος, και μετά πάλι η επιστροφή στη νωχελική ησυχία, καλεί τον επισκέπτη να αφουγκραστεί το παρόν και να εγκαταλείψει τα σχέδια. Πραγματική ευλογία.

*Η Αντιγόνη Φρυδά είναι ηθοποιός.

Το άρθρο αποτελεί προσωπική άποψη και αφήγηση της γράφουσας. Το περιεχόμενο δημοσιεύεται όπως παραδόθηκε από τη δημιουργό του, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση από την ομάδα του Travel.gr, πέραν των απαραίτητων συντακτικών ή τεχνικών διορθώσεων.

Διαβάστε ακόμα:

Μέσα σε έναν ελαιώνα με γλυπτά στην Κρήτη

Παλαιοχώρα Χανίων: Φθινόπωρο στο «μπαλκόνι» του Λιβυκού Πελάγους