Κάτω από την πλώρη απλώνεται μια παλέτα χρωμάτων που έχει ξεφύγει από τα χέρια του δημιουργού της και έχει παραδοθεί στα χέρια του Ήλιου, απλωμένη πάνω στη θάλασσα. Βαθύ μπλε. Σμαραγδένιο πράσινο. Κρυστάλλινο τιρκουάζ. Χρώματα που συνομιλούν. Η θάλασσα των Παξών δεν έχει ένα χρώμα. Έχει δεκάδες που αλλάζουν με τον ήλιο και τον άνεμο, σαν να αρνούνται να μείνουν ακίνητα.
Και μέσα σε αυτή τη ρευστή φωταύγεια, οι ελαιώνες κατηφορίζουν μέχρι την ακτή, σαν να θέλουν να ακουμπήσουν το νερό. Οι βράχοι υψώνονται πάνω από το Ιόνιο, σαν σκηνικά ενός αρχαίου μύθου. Ίσως όχι τυχαία. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ποσειδώνας χτύπησε με την τρίαινά του την Κέρκυρα και αποκόλλησε αυτό το μικρό κομμάτι γης, χαρίζοντάς το ως καταφύγιο στην Αμφιτρίτη. Κι αν ο μύθος μοιάζει υπερβολικός, μια μόνο ματιά στους Παξούς αρκεί για να τον πιστέψεις.
Γάιος: Η καρδιά που χτυπά στους ρυθμούς του Ιονίου
Αν οι Παξοί έχουν ψυχή, αυτή κατοικεί στον Γάιο. Χτισμένος αμφιθεατρικά γύρω από ένα από τα πιο ιδιαίτερα φυσικά λιμάνια της Ελλάδας, ο οικισμός μοιάζει να αναδύεται μέσα από τη θάλασσα. Το στενό κανάλι που σχηματίζουν τα νησάκια του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας προστατεύει το λιμάνι από τους ανέμους, χαρίζοντάς του μια γαλήνη που δύσκολα συναντά κανείς αλλού. Ο Γάιος δεν είναι από τα μέρη που προσπαθούν να σε εντυπωσιάσουν. Η γοητεία του βρίσκεται αλλού: στις μικρές στιγμές που δεν μπορείς να προγραμματίσεις και στις λεπτομέρειες που αποκαλύπτονται σε όποιον του αφιερώσει χρόνο.
Το πρώτο μου πρωινό ξύπνημα στον Γάιο δεν οφειλόταν σε κάποιο ξυπνητήρι ούτε στον θόρυβο της πόλης. Με ξύπνησαν οι γλάροι. Και οφείλω να ομολογήσω πως είναι μάλλον οι πιο ομιλητικοί κάτοικοι του νησιού. Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα πετούν πάνω από το λιμάνι, ανταλλάσσοντας φωνές που άλλοτε θυμίζουν συζήτηση κι άλλοτε καβγαδάκι μεταξύ παλιών φίλων. Υπάρχει κάτι παιχνιδιάρικο στην παρουσία τους, σαν να συμμετέχουν κι εκείνοι στον ανέμελο ρυθμό του νησιού.
Ο πρώτος μου καφές ήταν πάντα στο Capriccio, μπροστά στο λιμανάκι με τις παραταγμένες βαρκούλες. Εκεί η κίνηση στο λιμάνι γινόταν σχεδόν τελετουργία: οι ντόπιοι που έκαναν τις δουλειές τους, οι επισκέπτες που προσπαθούσαν να μπουν αμέσως στο κλίμα του νησιού. Εκεί γνώρισα και τη Λίτσα, τη γυναίκα πίσω από τις πιο απολαυστικές βάφλες του Γάιου. Μία παραγγέλνεις και συνήθως σε κερνάει δεύτερη. Έτσι απλά. Έτσι όπως μόνο στα νησιά συμβαίνουν ακόμη αυτά τα μικρά, ανεκτίμητα πράγματα. Γιατί έτσι είναι και οι άνθρωποι των Παξών… ανεκτίμητοι!
Όταν πάτε, ζητήστε της να σας «συστήσει» στον Μήτσο, στον γλάρο του μαγαζιού. Είναι αυτός ένας κατεργάρης! Προσποιείται ότι δήθεν κουτσαίνει ή ότι έχει πληγωθεί η φτερούγα του, για να τον ταΐζουν οι επισκέπτες. Και πιστέψτε με, το πετυχαίνει, ο θεατρίνος!
Αυτό που είναι πραγματικά φανταστικό στους Παξούς, και ειδικά στον Γάιο, είναι ότι οι αποστάσεις σχεδόν εξαφανίζονται. Από το λιμανάκι, μέσα σε λίγα μόλις βήματα, βρίσκεσαι στην πλατεία της Αναλήψεως. Ένα σημείο-κόμβος όπου συγκεντρώνεται σχεδόν όλη η καθημερινότητα του νησιού: γραφεία, εστιατόρια, ταβέρνες, αλλά και όλες οι τράπεζες. Οι κάτοικοι το λένε αστειευόμενοι: «Εδώ γίνεται της Αναλήψεως».
Όλα βρίσκονται τόσο κοντά, που ο Γάιος δεν σε αναγκάζει ποτέ να βιαστείς. Σε αφήνει να «περπατήσεις» μέσα του. Κι αν αφήσεις την πλατεία πίσω και χαθείς στα στενά του, ο Γάιος αλλάζε ρυθμό. Τα σοκάκια του είναι μικρά, σχεδόν ήσυχα περάσματα, γεμάτα γιασεμιά που απλώνονται στις αυλές και στα μπαλκόνια, με το άρωμά τους να σε ακολουθεί σε κάθε στροφή. Οι πέτρινοι τοίχοι, οι χαμηλές πόρτες και τα λουλούδια που ξεχειλίζουν από γλάστρες δίνουν την αίσθηση ενός τόπου που δεν έχει ανάγκη να εντυπωσιάσει τον επισκέπτη. Είναι από μόνος του ένα φυσικό σκηνικό.
Λάκκα: Στο αγκαλιασμένο λιμάνι του βορρά
Αφήνοντας πίσω τον Γάιο, ο δρόμος οδηγεί προς το βόρειο άκρο των Παξών και μέσα σε περίπου δέκα λεπτά φτάνεις στη Λάκκα, ένα μικρό χωριό που ξεπροβάλλει ξαφνικά, σαν να είναι το πιο ήσυχο «διάλειμμα» του νησιού.
Η Λάκκα έχει έναν πιο χαμηλό ρυθμό από τον Γάιο. Σε αναγκάζει σχεδόν να «κόψεις ταχύτητα» χωρίς να το καταλάβεις. Στο λιμανάκι της, τα σκάφη δένουν δίπλα σε καφενεία και ταβέρνες που απλώνουν τα τραπέζια τους ακριβώς μπροστά στη θάλασσα, σαν να αποτελούν φυσική συνέχεια του οικισμού. Εκεί, στη Λάκκα, ο φίλος μου ο Δημήτρης με σύστησε στους καπεταναίους Κώστα και Νίκο Παππά, που έχουν το γραφείο Pappas Boats και σε ταξιδεύουν με τις βάρκες τους γύρω από το νησί, με τον τρόπο που μόνο οι ντόπιοι καπετάνιοι μπορούν να το κάνουν.
Κι έτσι, πολύ φυσικά, η κουβέντα από τη στεριά μεταφέρεται στη θάλασσα. Αισθάνθηκα αρκετές φορές σαν γοργόνα, δεν το κρύβω! Και καθώς το σκάφος αρχίζει να ανοίγεται στο Ιόνιο, ίσως για μια στιγμή νιώσεις κι εσύ λίγο σαν τον Οδυσσέα, στον δικό σου δρόμο για την «Ιθάκη».
Καθώς το σκάφος βγαίνει στο ανοιχτό Ιόνιο, οι ακτές τους μικραίνουν πίσω σου, το νησί χάνεται σιγά σιγά μέσα στον αφρό κι όμως δεν φεύγει πραγματικά. Μένει κάπου μέσα στο βλέμμα, σαν να έχει μεταφερθεί από τη γη στο νερό. Και τότε η διαδρομή αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά σου, σαν σειρά από τόπους που συνδέονται μόνο από τη θάλασσα, σαν ένας «μεταφυσικός χάρτης» που αποκαλύπτεται καθώς κινείσαι.
Είμαι στη γη;
Πρώτα, το Σπήλαιο Υπαπαντής, μια σκοτεινή σχισμή στον βράχο, όπου το φως μπαίνει χαμηλά και σπαστά, σαν να δοκιμάζει τον χώρο πριν τον αγγίξει. Ο Ορθόλιθος Υπαπαντής, όπου στον πόλεμο κρυβόταν το υποβρύχιο «Παπανικολής» για να αποφύγει γερμανικά καταδιωκτικά. Ελλάδα μου. Λίγο πιο έξω, η ακτή ανοίγεται προς την παραλία Ερημίτης. Εκεί, ο καπετάν Νίκος μας έλεγε ότι «έχει το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα». Και όταν το βλέπεις, καταλαβαίνεις τι εννοούσε. Η διαδρομή συνεχίζεται χωρίς να χάνει ρυθμό. Σε οδηγεί στις Γαλάζιες Σπηλιές, που οι Παξινοί αποκαλούν απλώς Μπλε Σπηλιές. Το μπλε δεν είναι πια χρώμα, αλλά βάθος. Σαν να έχεις περάσει σε έναν χώρο όπου το φως γεννιέται από το ίδιο το νερό. Οι βράχοι αντανακλούν μια ψυχρή λάμψη και η σιωπή μέσα στη σπηλιά γίνεται σχεδόν απτή!
Για λίγα λεπτά, το σκάφος κινείται αργά, σαν να μην θέλει να διαταράξει αυτό που συμβαίνει γύρω του. Και τίποτα δεν μοιάζει σταθερό -ούτε το χρώμα, ούτε η επιφάνεια, ούτε ο χρόνος. Και τότε, εν ριπή οφθαλμού, βούτηξα και κολύμπησα μέσα στα νερά τους. Ήθελα να γίνω ένα μ’ αυτόν τον κόσμο. Κομμάτι της σάρκας του. Της ψυχής του. Και μέσα σ’ αυτό το απόκοσμο αλλά ταυτόχρονα οικείο περιβάλλον, η σκέψη ήρθε σχεδόν αυθόρμητα: «Γεια σου, ρε Ποσειδώνα… μερακλή και κιμπάρη! Δεν τσιγκουνεύτηκες τη φαντασία· ήξερες τι έφτιαχνες για να στεγάσεις το κορίτσι σου». Και μετά κοίταξα γύρω μου, μήπως διακρίνω κάπου τη μορφή της… Αλλά το νερό δεν κρατά μορφές. Τις λιώνει πριν προλάβουν να γίνουν βεβαιότητες. Μένει μόνο η αίσθηση, σαν κάτι που πέρασε για λίγο. Ανέβηκα ξανά στο σκάφος και συνεχίσαμε.
Ένας γιγαντιαίος βράχος υψώνεται πιο έντονα μπροστά μας και εμφανίζεται η Αψίδα του Τρυπητού. Ένα φυσικό άνοιγμα στον βράχο, σαν πέρασμα μέσα στο ίδιο το νησί. Το σκάφος περνάει αργά από κάτω της. Περνώντας κάτω από την Αψίδα, γυρίζω προς τον καπετάνιο και λέω:
«Λες να ήταν αυτές οι Συμπληγάδες του Οδυσσέα;» Και επίσης, γιατί δεν είναι εδώ όλες οι μεγάλες κινηματογραφικές βιομηχανίες του Χόλιγουντ, σ’ αυτό το natural studio, να γυρίζουν ασταμάτητα;
Το Ιόνιο μαγικό απλώνεται ξανά μπροστά μας
Μετά το πέρασμα από την Αψίδα του Τρυπητού, η θάλασσα ξανανοίγει και συνεχίζουμε να καλπάζουμε πάνω στα κύματα προς τους Αντίπαξους. Έτσι τους λένε οι ντόπιοι… Αχ, με τα νερά τους να αλλάζουν χρώμα όσο πλησιάζεις… Άυλα σχεδόν. Περιττό να πω ότι κολύμπησα παντού, σε κάθε στάση, και φυσικά δεν θα μου ξέφευγε το Βουτούμι! Μια από τις πιο γνωστές παραλίες των Αντιπάξων. Γλάροι, φύλακες άγγελοι, παντού. Το σκάφος αφήνει πίσω τους Αντίπαξους και ξεκινά την επιστροφή προς τους Παξούς. Περνάμε το στενό ανάμεσα στο Μογγονήσι και το Καλτσονήσι, ένα από τα πιο γνωστά περάσματα της περιοχής. Η θάλασσα εδώ είναι πιο ήρεμη και προστατευμένη και, για λίγα λεπτά, η διαδρομή γίνεται σαν φυσική «παύση» πριν ξαναβγούμε στο ανοιχτό Ιόνιο.
Η διαδρομή της επιστροφής μάς οδήγησε από τον Γάιο στην πανέμορφη παραλία Κηπιάδι και, στη συνέχεια, προς τον γραφικό Λόγγο, ένα μικρό ψαροχώρι με έντονο επτανησιακό στοιχείο, που, όπως μας είπαν οι ντόπιοι, το βράδυ μετατρέπεται στο ιδανικό σκηνικό για μια ειδυλλιακή, σχεδόν κινηματογραφική έξοδο δίπλα στη θάλασσα. Στη συνέχεια κάναμε στάση στην εξωτική παραλία Όρκος, πριν καταλήξουμε στη μαγευτική Λάκκα, απολαμβάνοντας μία από τις ομορφότερες διαδρομές του νησιού. Ανάμεσα στα καταπράσινα τοπία και τα γαλαζοπράσινα νερά, ξεχώρισε και η εντυπωσιακή ιδιωτική κατοικία «Ferrari» στο Μογγονήσι, ένα πολυτελές κτίσμα που παραμένει απόλυτα εναρμονισμένο με το φυσικό περιβάλλον.
Σας άνοιξα την όρεξη; Πάμε να δούμε πού θα φάμε τώρα
1. Piazza Massa, όπου μπορείτε να πάτε για brunch και να σας υποδεχτεί ο Νίκος. Αντί για τις κλασικές επιλογές, όπως ομελέτες και χυμούς, μπορεί να σας βγάλει carpaccio λαβράκι και Palomes. Not bad!
2. Αν είστε στις 15 Αυγούστου στους Παξούς, στο νησάκι του Αϊ Νικόλα, προσφέρουν την τοπική τους σούπα, την Κανταρέλι. Εγώ πήρα ήδη και τη συνταγή.
3. Το βραδάκι, στην καρδιά του Γάιου, σε μια ρομαντική αυλή με τη γηραιότερη ελιά φωταγωγημένη στο κέντρο, θα βρείτε το Taka Taka. Οπωσδήποτε δοκιμάστε το μαγιάτικο.
Tip: Ρωτήστε τον κύριο Κώστα για το «πορτοκαλί κρασί», δική του παραγωγή από τα αμπέλια του στους Αντίπαξους. «Μεθύστε και ερωτευτείτε», μας είπε ο σερβιτόρος, χαμογελώντας πονηρά. Κάτι θα ήξερε.
Μήπως από αυτό το νέκταρ μέθυσε και η Αμφιτρίτη και έμεινε αιώνια ερωτευμένη με τον Ποσειδώνα της; Ή ίσως με το ίδιο της το νησί; Γιατί, ναι… έρωτας είναι αυτό το νησί. Γεννήθηκε από έρωτα και μετουσιώθηκε στον ίδιο τον έρωτα. Αυτό νιώθεις στους Παξούς… έρωτα.
Κι εγώ δηλώνω επισήμως ερωτευμένη!
*Η Κρυσταλλία Κεφαλούδη είναι ηθοποιός.
Το άρθρο αποτελεί προσωπική άποψη και αφήγηση της γράφουσας. Το περιεχόμενο δημοσιεύεται όπως παραδόθηκε από την δημιουργό του, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση από την ομάδα του Travel.gr, πέραν των απαραίτητων συντακτικών ή τεχνικών διορθώσεων.
Διαβάστε ακόμα:
Ένας πλήρης οδηγός για τους Παξούς, τον καταπράσινο παράδεισο του Ιονίου

