«Περισσότερη ουσία, λιγότερος εντυπωσιασμός». Ο συνδυασμός αυτών των λέξεων που μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν μότο για έναν ουσιαστικό τρόπο ζωής, είναι η φιλοσοφία του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Γιώργου Αγγελόπουλου, για το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (DISFF), αφ’ ης στιγμής βρέθηκε στο τιμόνι του τον Φεβρουάριο του 2025.

31

Μην αποκλείνοντας από αυτόν τον στόχο, ανταποκρίθηκε στη δύσκολη μεταβατική περίοδο ανάληψης καθηκόντων και διενέργειας του 48ου Φεστιβάλ (Σεπτέμβριος 2025) και στη φετινή, 49η διοργάνωση που ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου, ανέβασε ακόμα υψηλότερα τον πήχη με τη δημιουργία του νεοσύστατου τμήματος Διεθνούς Διαγωνιστικού Ντοκιμαντέρ. Στόχος, όπως αναφέρει στο Travel, είναι να ενθαρρυνθεί η ελληνική παραγωγή ντοκιμαντέρ μικρού μήκους και εάν το επίπεδο αυτών των ταινιών είναι υψηλό, στην επόμενη, επετειακή 50η διοργάνωση, να δημιουργηθεί το Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα Ντοκιμαντέρ.

Η στήριξη των κινηματογραφιστών είναι στους στόχους του καλλιτεχνικού διευθυντή του DISFF, καθώς, όπως έχει υπογραμμίσει, «ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο τέχνη, είναι και επάγγελμα, και οι κινηματογραφιστές πρέπει να αμείβονται για τη δουλειά τους». Αφουγκραζόμενος τις ανάγκες τους, ο Γ. Αγγελόπουλος εμμένει στην ουσία και πέραν από τις πρακτικές στήριξής τους, όπως η καταβολή των screening fees, τους ενθαρρύνει και δια του λόγου – αν μη τι άλλο, οι λέξεις έχουν ισχύ, όπως και το μαζί.

Διαπνεόμενος από αγάπη για τις κινηματογραφικές δημιουργίες, χαρακτηρίζει τις ελληνικές ταινίες μικρού μήκους «σαν πολύχρωμα ψηφιδωτά» που «μπορεί να μην είναι τέλεια, να είναι φαγωμένα, αλλά το σημαντικό είναι ότι σε ένα φεστιβάλ μικρού μήκους που αφορά όλους τους δημιουργούς δεν αναζητάς την τελειότητα· ψάχνεις την υπόσχεση για το μέλλον», όπως υπογραμμίζει στο Travel ο Γιώργος Αγγελόπουλος.

Τον συναντήσαμε στη Δράμα, στο πλαίσιο του 49ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας (6-12 Σεπτεμβρίου), και μας μίλησε για τα παραπάνω, για την αγωνία των κινηματογραφιστών, για τον αντίκτυπο του Φεστιβάλ στη Δράμα, για την τεχνητή νοημοσύνη, μεταξύ άλλων, ξεκινώντας την αφήγησή του από την ανάληψη των καθηκόντων του. Προηγουμένως, εργαζόταν ως Διευθυντής Ανάπτυξης και Παραγωγής στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Στη φαρέτρα του περιλαμβάνονται πτυχίο του Τμήματος Κινηματογράφου (ΑΠΘ) με ειδίκευση στη Σκηνοθεσία, μεταπτυχιακό στη Συγγραφή Σεναρίου από το University of the Arts του Λονδίνου καθώς και βραβευμένες ταινίες στις οποίες υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία, όπως τα «Χρυσόψαρο» (2017) και «Or How to Disappear» (2025).

Οδεύοντας προς τα 50 χρόνια Φεστιβάλ Δράμας

Γυρνάμε πίσω στον χρόνο και κάνουμε στάση στον Φεβρουάριο 2025, οπότε και ο Γιώργος Αγγελόπουλος διορίζεται καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Δράμας με ομόφωνη απόφαση του ΔΣ του Φεστιβάλ και έχοντας προηγηθεί δημόσιος διαγωνισμός στον οποίο και ξεχώρισε. «Ίσως ήταν κάπως δύσκολη η μετάβαση γιατί ακριβώς ανέλαβα μόλις έξι μήνες πριν από τη διοργάνωση του Φεστιβάλ και χωρίς να έχω εργαστεί για το ίδιο το Φεστιβάλ προηγουμένως. Επομένως, έπρεπε, ενώ μάθαινα τις διαδικασίες του οργανισμού, ταυτόχρονα να ”χτίζουμε” και τις δράσεις του φεστιβάλ. Η προτεραιότητα πέρυσι ήταν να έχουμε ένα φεστιβάλ το οποίο να είναι στα ίδια standard με το προηγούμενο και αν καταφέρναμε να δίναμε και μια ένδειξη του τι θα θέλαμε να κάνουμε και ποια θα ήταν η κατεύθυνση στο μέλλον. Η 48η διοργάνωση πήγε πολύ καλά και ενθαρρυνθήκαμε ώστε να πούμε ότι τώρα έχουμε τον χρόνο και αρχίζουμε να χτίζουμε τη συνέχεια, το 49ο Φεστιβάλ».

Όπερ και εγένετο. Στο πρόγραμμα του 49ου DISFF είδαμε σημαντικές και αναγκαίες αλλαγές: δεν υπήρχαν τα τμήματα short green και animation, ωστόσο, η θεματική για το περιβάλλον και η κινηματογραφική γραφή των κινουμένων σχεδίων περιλαμβάνονταν στα υπόλοιπα τμήματα προβολών του Φεστιβάλ. Με χαρά διαπιστώσαμε την προσθήκη του Διεθνούς Διαγωνιστικού Ντοκιμαντέρ στο οποίο όλες οι προβολές ήταν sold out και κάθε δημιούργημα ήταν άξιο να ιδωθεί.

«Χρειάζονταν κάποιες αλλαγές γιατί είμαστε ένα φεστιβάλ μικρού μήκους που είχε επτά διαγωνιστικά προγράμματα τα οποία ήταν πάρα πολλά για μια εβδομάδα που είναι ο χρόνος διεξαγωγής του. Αυτό το εκλάβαμε και από τους θεατές που κάπως δεν ήξεραν σε ποιες προβολές να πρωτοπάνε. Παράλληλα, θέλαμε να αναδείξουμε το ντοκιμαντέρ γιατί νιώθαμε ότι αδικείται ανάμεσα στις ταινίες μυθοπλασίας και δεν μπορεί να αξιολογηθεί σωστά. Γι’ αυτό, φέτος δώσαμε προσοχή στο ντοκιμαντέρ, όχι μόνο με τη σύσταση διαγωνιστικού τμήματος, αλλά και με παράλληλες δράσεις, όπως το αφιέρωμα στην Αλίντα Δημητρίου και εκείνο στις ιστορίες από τα Βαλκάνια. Το κοινό όντως τίμησε αυτό το δυναμικό άνοιγμα στο ντοκιμαντέρ και, ξεκινώντας δειλά με το Διεθνές, σύντομα θα έχουμε και ένα Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα Ντοκιμαντέρ και γιατί όχι στο μέλλον και μια ξεχωριστή διοργάνωση», μάς διευκρινίζει ο Γιώργος Αγγελόπουλος.

Ο λόγος για τον οποίο δεν συστάθηκε από το 2026 ένα Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα Ντοκιμαντέρ; «Ακόμα, η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να στηρίξει ένα ολόκληρο Διαγωνιστικό Τμήμα στα υψηλά επίπεδα που έχουμε στα υπόλοιπα. Ξεκινήσαμε το Διεθνές Διαγωνιστικό Ντοκιμαντέρ και με έναν τρόπο θέλουμε να ενθαρρύνουμε και την ελληνική παραγωγή γιατί είναι το μεγαλύτερο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στη χώρα. Συστήνοντας, το 2026, το νέο τμήμα, δίνουμε κατευθύνσεις και χαράσσουμε πολιτική· πιστεύουμε ότι υπάρχει ένα momentum που θέλουμε να το ενισχύσουμε στο ελληνικό ντοκιμαντέρ και χρόνο με τον χρόνο θα έχουμε και περισσότερες καλές συμμετοχές. Αν του χρόνου όντως φτάσουμε στο επίπεδο να έχουμε 12-13 ελληνικές μικρού μήκους ταινίες ντοκιμαντέρ υψηλού επιπέδου θα είναι η χρονιά που θα γεννηθεί το τμήμα Εθνικό Διαγωνιστικό Ντοκιμαντέρ. Εξαρτάται από την ελληνική παραγωγή και πόσο δυνατή θα είναι την επόμενη χρονιά».

«Η ζωή των ταινιών δεν πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου»

Θέλοντας και μη, προβαίνουμε σε μία σύγκριση: οι ελληνικές ταινίες μικρού μήκους δεν έχουν την ίδια πορεία στη διανομή συγκριτικά με τις μεγάλου μήκους. Αναρωτιόμαστε αν το DISFF μπορεί να συμβάλλει ώστε οι ταινίες αυτές να προβάλλονται στη μεγάλη οθόνη πέρα από τα φεστιβάλ και τις κατά καιρούς κινηματογραφικές «γιορτές». «Μπορεί να είναι όντως ταινίες μικρού μήκους αλλά πρόκειται για κινηματογραφικές ταινίες, άρα ο φυσικός τους χώρος είναι η αίθουσα του κινηματογράφου και γι’ αυτή δημιουργήθηκαν. Συνεπώς, η ζωή τους δεν πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου», μάς αναφέρει ο Γ. Αγγελόπουλος και συνεχίζει.

«Προσπαθούμε μέσω του προγράμματος ”Το Φεστιβάλ Δράμας ταξιδεύει” να έχουμε αυτό το εναλλακτικό μοντέλο διανομής μέσω κινηματογραφικών λεσχών ή άλλων φεστιβάλ που δεν είναι απαραίτητα κινηματογράφου – να έχουμε δηλαδή προβολές των ταινιών στη μεγάλη οθόνη για ευρύ κοινό, ώστε να παρατείνουμε λίγο παραπάνω τη ζωή αυτών των ταινιών αλλά το δανικό για εμάς θα ήταν να επανέλθει όντως στο κανονικό εμπορικό κύκλωμα αιθουσών. Όπως παλαιότερα που πριν από την προβολή ελληνικών ταινιών μεγάλου μήκους, οι αίθουσες πρόβαλλαν μια ελληνική ταινία μικρού μήκους. Αυτή η πρακτική δυστυχώς σταμάτησε και είναι πολύ μεγάλο πλήγμα. Μεταξύ άλλων, οφείλεται στο γεγονός ότι η διάρκεια των ταινιών μεγάλου μήκους έχει ανέβει και είναι πολύ δύσκολο να συμπεριληφθεί στην αρχή άλλη μια μικρού μήκους ταινία».

«Ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο τέχνη, είναι και επάγγελμα»

Ανακαλώ την τοποθέτησή του από τη συνέντευξη Τύπου που είχε παραχωρήσει τον Ιούλιο, πως «ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο τέχνη, είναι και επάγγελμα». Συνεχίζει: «ένας επαγγελματίας κινηματογραφιστής πρέπει να αμείβεται για την ταινία του και για να γίνει αυτό θα πρέπει να είμαστε τυπικοί όλοι από τη θέση που έχουμε και από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την ταινία μικρού μήκους. Ιδανικά, όταν προβάλλεται μια ταινία μικρού μήκους θα πρέπει να αποδίδεται screening fee στον σκηνοθέτη για τα πνευματικά του δικαιώματα και αυτό είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να το διεκδικεί και ο ίδιος ο επαγγελματίας, και μάλιστα είναι κάτι που αρχίζουμε να το διεκδικούμε και εμείς ως Φεστιβάλ εκπροσωπώντας τους Έλληνες επαγγελματίες. Έχουμε καταφέρει την τελευταία χρονιά να εξασφαλίσουμε πολλά screening fees τα οποία δόθηκαν στους σκηνοθέτες και με αυτόν τον τρόπο, για πρώτη φορά πληρώθηκαν για τη δουλειά τους, έστω και συμβολικά – είναι μια αρχή άλλα είναι σημαντικό να μπει στη νοοτροπία όλων ότι το να κάνει κάποιος σινεμά δεν είναι χόμπι. Αντίθετα, είναι κάτι το οποίο γίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία και αφορά κάποιους ανθρώπους· εκτός από έργο τέχνης είναι και προϊόν και πρέπει κάπως να γίνει πιο βιώσιμη αυτή η κατάσταση για τους Έλληνες σκηνοθέτες».

Κάπως έτσι, περνάμε στη φιλοσοφία του Φεστιβάλ, αποτυπωμένη σε μονάχα τέσσερις λέξεις: «περισσότερη ουσία, λιγότερος εντυπωσιασμός». Ξετυλίγοντας το σκεπτικό του, ο Γ. Αγγελόπουλος μάς αναφέρει πως «οι δράσεις του Φεστιβάλ δεν αφορούν απαραίτητα την εβδομάδα διεξαγωγής του κάθε Σεπτέμβριο, αλλά έναν μηχανισμό μεγαλύτερο που να υποστηρίζει τους νέους σκηνοθέτες. Αυτό γίνεται είτε με διεκδίκηση των screening fees είτε με την εξασφάλιση δωρεάν εισόδου των κινηματογραφιστών στις αίθουσες που το θεωρώ επίσης πολύ σημαντικό γιατί για κάποιους είναι πρόκληση το οικονομικό κομμάτι αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ σημαντικό στη φάση αυτή που ξεκινά κάποιος να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο να έχει τη δυνατότητα να βλέπει τις ταινίες στο φυσικό τους περιβάλλον». Η ουσία εντοπίζεται, επίσης, «σε συνεργασίες ώστε να υπάρχει εξωστρέφεια και να προβληθεί το έργο των Ελλήνων δημιουργών σε μεγάλα φεστιβάλ στο εξωτερικό».

Αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως «κάθε χρόνο στη Δράμα βλέπουμε πάρα πολλά νέα πρόσωπα τα οποία, αν και έχουν πάρα πολύ ταλέντο, πολλοί από αυτούς εξαφανίζονται στην πορεία. Εάν, όμως, είχαν υποστηριχθεί στα πρώτα τους βήματα –εκεί που το έχουν περισσότερο ανάγκη– θα είχε μεγαλύτερη διάρκεια η πορεία τους. Ως φεστιβάλ, προσπαθούμε να στηρίξουμε όσο μπορούμε αυτά τα πρώτα βήματα», τονίζει ο Γ. Αγγελόπουλος, σημειώνοντας πως η συνάντηση της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου στη Δράμα, κατά τη διάρκεια του 49ου DISFF και με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας, είναι έμπλεη σημασίας.

Όπως εξηγεί: «εκπρόσωποι από τα σημαντικότερα φεστιβάλ της Ευρώπης –καλλιτεχνικοί διευθυντές, programmers– βλέπουν τις ελληνικές ταινίες, γνωρίζουν τους Έλληνες δημιουργούς σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις, παρέχουν τεχνογνωσία μιλώντας σε πάνελ ή σε εργαστήρια. Αναμφίβολα, πρόκειται για μια μεγάλη κίνηση εξωστρέφειας και συνάμα παρέχει ορατότητα στις ελληνικές ταινίες. Ορισμένοι μάλιστα από τους εκπροσώπους, αν δουν μια ταινία που τους αρέσει, ενδεχομένως να τη συμπεριλάβουν και στο πρόγραμμα του δικού τους φεστιβάλ και έτσι η ταινία θα προβληθεί ακόμα περισσότερο».

«Οι ελληνικές ταινίες είναι σαν πολύχρωμα ψηφιδωτά»

Κάπως έτσι, οι ελληνικές ταινίες καταδεικνύονται ως «πολύχρωμα ψηφιδωτά». Ο χαρακτηρισμός αυτός έλαμψε σαν αστεράκι κατά την ανάγνωση του σημειώματος του Γ. Αγγελόπουλου στο πρόγραμμα του 49ου DISFF. Ξετυλίγει τη σκέψη του: «μπορεί να μην είναι όλα τα ψηφιδωτά τέλεια, κάποια να είναι φαγωμένα, αλλά το σημαντικό είναι ότι σε ένα φεστιβάλ μικρού μήκους που άφορα όλους τους δημιουργούς δεν αναζητάς την τελειότητα. Ψάχνεις την υπόσχεση για το μέλλον, αυτό το potential, αυτό το οποίο είναι στα ξεκινήματά του και αργότερα ίσως δώσει κάτι μεγάλο. Αυτή, άλλωστε, είναι η μαγεία του φεστιβάλ: ότι όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί ξεκινούν από τη Δράμα όπου προβάλλονται οι ταινίες τους και ένας από αυτούς μπορεί σε 20 χρόνια να είναι το μεγαλύτερο όνομα στον κόσμο».

Όσο για τις θεματικές των ταινιών την τελευταία διετία, ο Γ. Αγγελόπουλος σημειώνει ότι ορισμένες επαναλαμβάνονται, όπως αυτή της ελληνικής οικογένειας. «Αυτό που αλλάζει είναι η οπτική, ο επαναπροσδιορισμός,η διαφορετική διάσταση που δίνει κάθε δημιουργός. Για παράδειγμα, σε ταινίες του 49ου DISFF υπήρχε μια πιο ψυχαναλυτική διάσταση στα θέματα σχετικά με την οικογένεια».

Περί οικογένειας ο λόγος και η συζήτηση περνά στους δεσμούς που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια ενός φεστιβάλ: δημιουργοί συναντιούνται στη Δράμα, γνωρίζονται και έρχονται έτσι οι συνθήκες ώστε να συνεργάζονται σε επόμενες ταινίες τους, καθώς η ομαδικότητα είναι η ιδανική συνθήκη για να ανθίσει ο κινηματογράφος. Εύλογο είναι, επίσης, δημιουργοί που έχουν καταθέσει ταινία τους στο Φεστιβάλ, να μην έχουν καταφέρει να προκριθούν. Ως απάντηση σε αυτούς, και συναισθανόμενος την όποια απογοήτευσή τους, ο Γ. Αγγελόπουλος μάς λέει ότι «ο χρόνος που έχει για το πρόγραμμά του το DISFF είναι πολύ περιορισμένος και ο ανταγωνισμός είναι πλέον πολύ πιο σκληρός. Δεχόμαστε χιλιάδες συμμετοχές και είναι απολύτως λογικό να απορριφθεί μια ταινία που μπορεί να είναι καλή, η ”απόρριψη” όμως αυτή δεν σημαίνει τίποτα. Καθετί που αξίζει θα βρει τον δρόμο του και μπορεί μια σειρά απογοητεύσεις να οδηγήσουν τελικά σε κάτι πολύ όμορφο».

«Σπαζοκεφαλιά» για το Φεστιβάλ είναι ο προγραμματισμός των προβολών, σημειώνει και επεξηγεί πως «όσον αφορά και στα διεθνή προγράμματα, θέλουμε πάντα να δείχνουμε τα καλύτερα απ’ όλον τον κόσμο αλλά, ταυτόχρονα, δεν θέλουμε να αποξενώνουμε το απλό, το μη σινεφίλ κοινό. Δεν μας ενδιαφέρει οι επισκέπτες να είναι μόνο σινεφίλ ή επαγγελματίες που ήρθαν από την Αθήνα να δουν ταινίες συναδέλφων τους. Θέλουμε το DISFF να είναι και λίγο πιο ανοιχτό, άρα προσπαθούμε να έχουμε και επιλογές που ενδεχομένως να μην προτείνουν και κάτι καινούργιο στην τέχνη του κινηματογράφου, αλλά να έχουν μια πιο άμεση επικοινωνία με το κοινό· να μπορούν να αγγίξουν και ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν απαραίτητα τη σκηνοθετική μαεστρία ή την πολύ καλή φωτογραφία. Οπότε είναι μια ισορροπία αυτών των πραγμάτων: αφενός να δείξουμε τι έρχεται, το διαφορετικό, το πρωτοεμφανιζόμενο, αυτό που μπορεί να μας απασχολήσει στο μέλλον αλλά ταυτόχρονα να είμαστε σε κάτι πιο σταθερό, πιο γνώριμο, σε κάτι που θα μιλήσει πιο εύκολα και σε ανθρώπους που δεν είναι σινεφίλ».

Ποιος ο ρόλος των καλλιτεχνών αν είναι να αναθέσουν στην τεχνητή νοημοσύνη τη δημιουργία μιας ταινίας;

Έχοντας αναφερθεί στους καλλιτέχνες και τα δημιουργήματά τους, η συζήτηση αλλάζει κατεύθυνση και «κλείνει» με ερώτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, καθότι έχει παρατηρηθεί δημιουργία καλλιτεχνικών έργων με τη χρήση εργαλείων της ΑΙ. «Είναι ένα νέο εργαλείο και όπως συμβαίνει συνήθως με κάτι τόσο νέο, γίνεται κακή χρήση του, με λάθος προθέσεις, και αυτό ακυρώνει και την ίδια την έννοια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κάτι, ένα έργο τέχνης, για να επικοινωνήσουμε κάτι οι ίδιοι, να εκφράσουμε μια προσωπική μας ανάγκη, οπότε, αν είναι να αναθέσουμε σε κάποιον άλλον να το δημιουργήσει για εμάς, ποιος ο ρόλος μας στην τελική; Δεν θα έχει το δικό μας, προσωπικό στοιχείο, και ελπίζω και να μην το αποκτήσει ποτέ», τονίζει.

Αναφέρει πως στο DISFF έχουν υποβληθεί ταινίες στις οποίες έχει γίνει χρήση ΑΙ, και οι οποίες, σαφώς, δεν συμπεριλήφθηκαν στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ. «Αυτό το οποίο μας φοβίζει είναι πως γίνεται όλο και πιο εύκολο να μην γίνει αναγνωρίσιμη η χρήση ΑΙ σε μια ταινία και ανησυχούμε ότι σύντομα θα λαμβάνουμε ταινίες για τις οποίες δεν θα μπορούμε να ανιχνεύσουμε τι εργαλεία ΑΙ έχουν χρησιμοποιηθεί».

Διερωτώμαστε αν υπάρχει κάποιο σύστημα φιλτραρίσματος στο οποίο να ανιχνεύεται η χρήση εργαλείων ΑΙ. «Ακόμα όχι», μας απαντά. «Στην περίπτωση όμως που θα υπάρξει, θα λειτουργήσει σε έναν βαθμό, έπειτα σε λιγότερο βαθμό και λίγο αργότερα σε ακόμα λιγότερο βαθμό, και αυτό διότι το ΑΙ εξελίσσεται διαρκώς. Είναι ένα νέο ”παιχνίδι” και ο ενθουσιασμός που υπάρχει είναι μεγαλύτερος από όσο θα έπρεπε. Ελπίζω γρήγορα να ξεφουσκώσει και οι προβολείς να πέσουν μόνο στους πραγματικούς δημιουργούς», καταλήγει ο Γιώργος Αγγελόπουλος.

Άλλωστε, οι δημιουργοί είναι και αυτοί πρωταγωνιστές· αυτοί οι οποίοι έχουν εκκολάψει την ιδέα, έχουν κοπιάσει και επενδύσει χρόνο να βρουν συνεργάτες για να γίνει πραγματικότητα η ταινία τους, αγωνιούν ώστε να είναι όπως την έχουν ονειρευτεί και έπειτα επίσης αγωνιούν για να περιληφθεί στο πρόγραμμα ενός φεστιβάλ, ώστε να βρει το κοινό της. Ευχής έργον, να συναντήσει κοινό και εκτός φεστιβαλικής ή άλλης διοργάνωσης. Διότι η μικρού μήκους ταινία μιλά βαθιά στην ύπαρξη του ανθρώπου και η μικρή φόρμα έχει απεριόριστες δυνατότητες, και της αξίζει να προβάλλεται στη μεγάλη οθόνη. Αυτό μας το υπενθυμίζει το Φεστιβάλ Δράμας και το τονίζει με όλες του τις δυνάμεις ο Γιώργος Αγγελόπουλος.

Διαβάστε ακόμα:

Αυλαία για το Φεστιβάλ Ταινιών Δράμας: Μεγάλος νικητής η θέληση για ζωή