Όταν τρυπώνεις στο ατελιέ του Γιώργου Σταθόπουλου, είναι σαν να ταξιδεύεις, παρόλο που εκείνος δεν αγαπάει ιδιαίτερα τα ταξίδια. Όσο μιλάς μαζί του, πλημμυρίζεις εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα, ενώ ο σπουδαίος καλλιτέχνης επιλέγει να λειτουργεί χωρίς δεύτερες σκέψεις ή αναλύσεις και να συζητά περισσότερο με ρεαλισμό. Και μπορεί να τον έχεις ακούσει, δει ή διαβάσει στις συνεντεύξεις του, αλλά κάθε φορά έχει κάτι καινούργιο να πει, συνδέοντας μ’ έναν δικό του, μοναδικό τρόπο την ιστορία με το σήμερα, το μεγαλείο με την απλότητα και τη για κάποιους βαρετή καθημερινότητα με τη χαρά και την αισιοδοξία.
Ως μικρό παιδί μεγάλωσε στην Καλλιθέα Αιτωλοακαρνανίας και δεν είχε το όραμα να γίνει ζωγράφος, δε γνώριζε καν την ύπαρξη της Σχολής Καλών Τεχνών, αλλά τελικά βρέθηκε τυχαία σε αυτό τον χώρο. «Εγώ ήρθα από το χωριό γιατί εκεί δεν είχα μέλλον, ήμουν ο χειρότερος μαθητής. Είχαμε λοιπόν κάτι συγγενείς στην Αθήνα, μ’ έβαλαν σε μία διαφημιστική εταιρεία και τότε, χωρίς υπολογιστές, τα κάναμε όλα στο χέρι. Η ευχέρεια που είχα στα χέρια μου, μ’ έκανε πολύ σύντομα μάστορα. Κάποια στιγμή ένας φίλος του αφεντικού μου, ο Πανουργιάς, με συμβούλεψε να σπουδάσω στη Σχολή Καλών Τεχνών δίνοντάς μου ένα χαρτί με τις απαραίτητες οδηγίες. Δεν ήταν αυτός ο προορισμός μου, αλλά πήγα από περιέργεια και τελικά εκεί ήμουν πιο επιμελής από ποτέ».
Τόσο απλά και φυσικά, γεννήθηκε ένας σπουδαίος ζωγράφος, που θέτει ακόμη τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση γιατί πιστεύει πως «ο χρόνος που αργεί πολύ, θα δείξει τι αξίζει. Μπορεί ένας καλλιτέχνης με μέτριο ταλέντο να είναι επικοινωνιακός και να κάνει καριέρα συγκριτικά μ’ έναν άλλο που έχει ουσιαστικό ταλέντο, αλλά ο χρόνος θα έρθει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους».
Η Σχολή Καλών Τεχνών και οι καθηγητές- προσωπικότητες μίας διαχρονικής εποχής
«Άμα κάνεις μία βόλτα στη Σχολή Καλών Τεχνών, δεν ξέρεις αν είσαι στα Εξάρχεια ή σε ένα πανεπιστήμιο. Κι αυτό το πρόβλημα είναι στη ρίζα, όχι στους νέους. Οι καθηγητές που είχαμε εμείς, ήταν προσωπικότητες, μορφωμένοι άνθρωποι και ταλαντούχοι. Ήταν αυτοί που δικαίως θαύμαζε ο κόσμος, αλλά κι αυτοί που θαύμαζαν οι σπουδαστές όσο τους γνώριζαν. Είχαν σφαιρική παιδεία, αν σκεφτεί κανείς εκτός από την προσωπικότητα του Μόραλη, τον Γιάννη Παππά να μας διαβάζει Μπωντλαίρ και Γάλλους ποιητές που ο ίδιος είχε μεταφράσει. Πρόκειται για πολύ απλούς ανθρώπους, γιατί κανένας σοφός δεν είναι ιδιότροπος και παράξενος, εκτός αν μιλάμε για όσους παριστάνουν κάτι που δεν είναι».
«Σήμερα λένε στους νέους να μη ζωγραφίζουν για τους αστούς και για πείτε μου, πώς θα ζήσει ο καλλιτέχνης και πώς θα εξελίξει τη δουλειά του; Το εμπόριο- από παλιά- είναι αυτό που προάγει τα πάντα, τη μουσική, την τέχνη, τη δημιουργία. Αν αυτό είναι ανύπαρκτο, δεν έχει κανένα μέλλον ούτε ο δημιουργός, ούτε ο εφευρέτης ό,τι και να κάνει».
«Έχω κάνει ό,τι χειρουργείο υπάρχει, αλλά η ψυχολογία μου είναι πάντα τέλεια»
Τι μάθημα σκέφτηκα, όταν άκουσα τη συγκεκριμένη φράση από έναν μεγάλο καλλιτέχνη στα 82 του χρόνια. Ο Γιώργος Σταθόπουλος αποπνέει ότι είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος, απαλλαγμένος από δεύτερες σκέψεις και προβληματισμούς, αλλά χωρίς να είναι αδιάφορος.
«Ένα πράγμα με ενοχλεί μόνο: η βλακεία. Σε όλες τις μορφές της, δεν είναι διαχειρίσιμη. Ούτε οι θεοί στην αρχαία Ελλάδα δεν μπορούσαν να τη διαχειριστούν, και γι’ αυτό τη χαρακτήριζαν ως ανίκητη. Επίσης δεν ζω με αναμνήσεις, γιατί η νοσταλγία γίνεται σαράκι. Ζω με αυτό που έχω τώρα κι αυτό είναι σπουδαίο, γιατί με κάνει υγιή στο μυαλό. Πολλοί φίλοι και συνάδελφοι που εκτιμώ, έχουν αϋπνίες γιατί δεν μπορούν να απαλλαγούν από σκέψεις και τελικά τι καταφέρνουν; Να μην αντιμετωπίζουν αυτό που συμβαίνει σήμερα. Έζησα νορμάλ, σε μία νορμάλ οικογένεια που όταν ήμουν ο χειρότερος μαθητής, το μόνο που ένοιαζε τους γονείς μου, ήταν να μη στενοχωρηθώ για τους χαμηλούς βαθμούς».
Οι γονείς του ασχολούνταν με εργασίες στο χωριό, με τα χωράφια και τα ζώα, ενώ ο πατέρας του διατηρούσε κι ένα μικρό μαγαζί στο χωριό που ήταν «λίγο απ’ όλα» παντοπωλείο, κρεοπωλείο και καφενείο. «Δούλευα κι εγώ εκεί, παρόλο που περνούσαν δύο άνθρωποι την ημέρα να ψωνίσουν. Όμω, όταν ήρθα στην Αθήνα, δούλεψα πραγματικά πολύ γιατί ζούσα μόνος μου».
Το «τάλαντο» και η σημερινή εποχή για τους καλλιτέχνες
Πιστεύει στο ταλέντο, αλλά πιστεύει και στη δουλειά, τονίζοντας τη χαρακτηριστική απάντηση του Πικάσο σε ερώτημα σπουδαστή του «Δάσκαλε τι είναι ταλέντο; Δουλειά, δουλειά, δουλειά».
«Τη δουλειά όμως την υπαγορεύει το τάλαντο που έχεις, αλλιώς δεν πειθαρχείς, δεν το κάνεις αγγαρεία. Το κάνεις με κέφι κι ανακαλύπτεις μέσα από τη δουλειά σου κάποιες αξίες κι αυτό σε οδηγεί να κάτσεις να σχεδιάζεις από το πρωί μέχρι το βράδυ. Είναι εσωτερική ανάγκη να κατακτήσεις κάτι, που μπορεί να είναι κι άχρηστο αλλά εκείνη τη στιγμή ενδιαφέρει εσένα. Κι έτσι μαθαίνεις πολλά πράγματα από την πειθαρχία και τη δουλειά, η οποία δε γίνεται με το ζόρι, μόνος σου το επιλέγεις».
Έχει δηλώσει ότι «Τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα σήμερα. Ζούμε σε μία εποχή, που καλύτερη δε θα υπάρξει». Που το στηρίζει; «Ζούμε σε μία Ελλάδα χωρίς πόλεμο εδώ και 40 χρόνια. Εδώ που βλέπεις, δεν υπήρχε ούτε ένα αυτοκίνητο και σήμερα δεν έχεις να παρκάρεις, δεν βρίσκεις να πας σ’ ένα εστιατόριο χωρίς να κλείσεις τραπέζι. Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που τα βγάζουν πέρα με δυσκολία, αλλά αν με ρωτάς σήμερα μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις κι αν δουλεύεις, δεν πεινάς. Ρωτήστε εμένα που είμαι από 15 χρονών στην Αθήνα, πώς ήταν τότε!».
Τα εξώφυλλα των δίσκων που φιλοτέχνησε και οι καλοί φίλοι
Ο Γιώργος Σταθόπουλος έχει δημιουργήσει πολλά εξώφυλλα δίσκων σημαντικών ανθρώπων όπως Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Κουγιουμτζής κ.ά. «Και τώρα έφτιαξα ένα για τον μουσικό Ν. Νικολόπουλο, που θα τραγουδήσει ο φίλος μου ο Μανώλης Μητσιάς. Ωστόσο θέλω να τονίσω ότι ένας δίσκος ή τα τραγούδια δεν ερμηνεύονται με ένα εξώφυλλο, αλλά το εξώφυλλο διακοσμεί το υλικό για να είναι ελκυστικό, να το προσέξει και να το αγοράσει το κοινό. Όπως μία ωραία γυναίκα, φοράει ένα όμορφο ένδυμα κι ένα κόσμημα και τα χρησιμοποιεί για την ομορφιά της αλλά δεν είναι αυτά που τελικά την εκφράζουν».
«Ήμουν φίλος με τον Μάνο Χατζιδάκι και κολλητός με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Είχα μία αμοιβαία συμπάθεια με τον Κουγιουμτζή, που ήταν ωραίος άνθρωπος και υπήρχαν κι άλλοι που μου τους επέβαλε η εταιρεία. Μια φορά έκανα εξώφυλλο για τον Μαρκόπουλο που ήταν αριστερός αλλά φορούσε κι έδειχνε ένα χρυσό ρολόι. Του είχα πει λοιπόν, επειδή δεν καταλαβαίνεις τίποτα θα μείνεις μία ζωή Μαρκόπουλος». Με την πολιτική δεν ασχολήθηκε ποτέ αλλά έχει πολιτική σκέψη, του αρέσει η δημοκρατία και αυτό που ζει σε αυτή τη χώρα.
«Κι εδώ έγιναν εκτελέσεις κι εμφύλιοι πόλεμοι. Τώρα δεχόμαστε το αντίστοιχο με χιούμορ, ακόμη και η κακία αντιμετωπίζεται με χιούμορ. Εγώ έζησα τα Δεκεμβριανά στο χωριό μου στην Καλλιθέα και μέχρι το ’50 κυνηγούσαν οι μεν τους δε. Θυμάμαι ακόμη τις σκληρές εικόνες που έβλεπα ως παιδί παρόλο που τότε τις αντιμετώπιζα με έναν αμυντικό τρόπο, σαν να μην έβλεπα νεκρό ή βασανισμένο μπροστά μου».
Ο Γιώργος Σταθόπουλος υπήρξε επίσης στενός φίλος με τον Αλέκο Φασιανό. «Ήμασταν πολύ φίλοι, με καθημερινή επικοινωνία». Μάλιστα με αφορμή το Μουσείο του Αλέκου Φασιανού, που ιδρύθηκε μετά θάνατον, ο ίδιος λέει σε σχετική ερώτησή μου «Εμένα δε μ’ ενδιέφεραν πολλά πράγματα και δε σκόπευα να επωφεληθώ κάτι ως καλλιτέχνης, Αν αξίζει κάτι, θα γίνει μόνο του. Λέω στον γιο μου ότι κι αυτά που έχουν μείνει εδώ, πέταξέ τα, μη χαλάσεις τη ζωή σου». Εξάλλου ο ίδιος δεν πιστεύει τόσο στα μουσεία, αλλά στο ότι η τέχνη είναι για όλους, είναι για το κοινό. «Τα έργα δεν έγιναν για μουσεία, αλλά για να συνοδεύουν τον άνθρωπο στη ζωή του».
Η οικογένεια, η γυναίκα και ο έρωτας στη ζωή & την τέχνη (του)
Εκτός από καλλιτέχνης, είναι και μπαμπάς του μοναχογιού του Ορέστη και παππούς της σχεδόν δεκάχρονης εγγονής του, που λέει πως «είναι θαύμα» και γεμίζει η έκφρασή του. Τον ρώτησα αν την έχει ζωγραφίσει και για ακόμη μία φορά με αφόπλισε λέγοντας «Ποτέ κανένας ζωγράφος δε μπόρεσε να αποτυπώσει το μεγαλείο των παιδιών. Αυτή η λάμψη είναι ασύλληπτη κι όσοι παλαιότεροι το έχουν προσπαθήσει, έκαναν κάτι τέρατα. Δεν τα κατάφεραν».
«Τη γυναίκα την αγαπώ και γι’ αυτό τη ζωγραφίζω. Ο έρωτας είναι ενιαίο πράγμα, όπως και η τέχνη. Ούτε από διαφήμιση ούτε από συλλαλητήρια καταλαβαίνει, λειτουργεί μόνος του και δε μπορεί να τον εμποδίσει κανείς. Αυτά τα αρχέγονα ένστικτα δουλεύουν από μόνα τους κι ο έρωτας φτιάχνει τη ζωή στα ζώα, στα φυτά, στα σκουλήκια, στους ανθρώπους. Είναι αυτός που ενώνει τα πράγματα.
Όσο για το κάλλος στην τέχνη; «Εδώ ολόκληρη εποχή στην αρχαία Ελλάδα ήταν βασισμένη στην ομορφιά. Αυτό δεν έχει μία δύναμη από μόνο του; Μία ωραία γυναίκα, ένας όμορφος άνθρωπος θα περάσει, θα τον κοιτάξεις και θα τον θαυμάσεις».
«Η ομορφιά είναι και κάτι που δε μπορεί να στο εξηγήσω. Εμείς που δουλεύαμε τα μοντέλα στη σχολή, όταν μελετάς έναν άνθρωπο βλέπεις τι αρμονία έχει το πρόσωπό του. Ζωγραφίζεις το μοντέλο κι αν το παρακολουθήσεις, βλέπεις τη μύτη, το πηγούνι, τους όγκους στο πρόσωπό του να είναι τόσο αρμονικοί και να βγάζουν αυτό το αποτέλεσμα. Άλλο το εντυπωσιακό, αλλά το όμορφο. Την ομορφιά τη βλέπεις και στην έκφραση. Οι αρχαίοι έλεγαν «το ωραίο είναι με την ώρα», δηλαδή εσύ μπορεί να είσαι ωραία γιατί εμπνέεσαι από εμένα και μετά γίνεσαι άσχημη γιατί βλέπεις ή ζεις κάτι άσχημο».
«Η τελειότητα και ομορφιά είναι μοναδική και υπάρχει και στην τέχνη αυτό που σου λέω. Στην Περσία υπάρχουν μεγάλα αριστουργήματα, ερχόμενος προς τα εδώ βλέπεις αυτή την ομορφιά στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα. Εκεί που χαλάει το πράγμα, είναι στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Ρώμη, γιατί εκεί αντέγραφαν τα αρχαία ελληνικά αγάλματα και δε βγάζουν μια ομορφιά των Ρωμαίων. Όπως συνηθίζω να λέω «Τα αγάλματα στη Ρώμη δεν είναι γυμνά, είναι ξεβράκωτα». Αν δεις τον Ηνίοχο των Δελφών, δε βλέπεις έναν που κρατάει μόνο τα ηνία, βλέπεις έναν νέο και όλη την Ελλάδα μαζί του. Αυτή η αγνότητα, δεν έχει τίποτα φτηνό».
50 χρόνια στο ίδιο εργαστήριο, λίγες διακοπές, στοχευμένα μόνο ταξίδια
«Δεν έχω ανάγκη από πολλά πράγματα, γιατί νομίζω ότι είμαι ολοκληρωμένος άνθρωπος αφού όλα τα πράγματα πέρασαν στη ζωή μου και μπορούσα και χωρίς αυτά. Τα ταξίδια δε με ενδιαφέρουν, παρά μόνο αν έχω κάποια έκθεση. Θεωρώ ότι με τα ταξίδια χάνω τον καιρό μου, γιατί δεν υπάρχουν καινούργια να δεις. Ο Κινέζος φιλόσοφος Βοκάκιος έχει πει ότι μπορείς να γνωρίσεις όλο τον κόσμο, χωρίς να βγεις από την πόρτα του σπιτιού σου κι όσο πιο μακριά ταξιδεύεις, τόσο απομακρύνεσαι από την αλήθεια και τη γνώση».
«Έχω γνωρίσει σοφούς ανθρώπους, όπως και Έλληνες σαν τον Γκάτσο που δεν ταξίδεψε ποτέ στη ζωή του. Μάλιστα όχι μόνο δεν ταξίδεψε, αλλά πήγαινε κάθε μέρα στου Φλόκα με τον Ελύτη και τον Χατζηδάκι, ακολουθώντας πάντα τον ίδιο δρόμο από την Κυψέλη όπου έμενε».
«Δεν κάνω διακοπές, γιατί τι να διακόψω;».
Ο Γιώργος Σταθόπουλος δηλώνει ένας ευχάριστος άνθρωπος, που θέλει τα έργα του να είναι κυρίως χαρούμενα καθώς η αισιοδοξία είναι ο στόχος του. «Μπορεί να έχω και λίγο μελαγχολικά έργα, αλλά δε μεταφέρουν το άσχημο και τραγικό. Όπως ήταν και τα αρχαία, αν δεις που δείχνουν έναν τραυματισμένο πολεμιστή δεν τον λυπάσαι. Ας είναι κάτω σκοτωμένος με το βέλος στο σώμα του, δεν τον λυπάσαι. Τέτοιου είδους συναισθήματα, όπως η μελαγχολία, είναι ο λαϊκισμός στην τέχνη που υπάρχει όπως είναι στην πολιτική. Ο λαϊκισμός πουλάει πολύ και γαργαλάει τα συναισθήματα των ανθρώπων, όπως άλλωστε έχουμε δει και στα τραγικά δυστυχήματα των τελευταίων ετών. Το θέμα είναι να μην ξύνεις τα ευαίσθητα πράγματα στον άνθρωπο».
Αγαπάει τη μουσική– τελευταία ακούει τούρκικα λαϊκά- το φαγητό και του αρέσει, όταν δεν είναι στο ατελιέ του, να μαγειρεύει. Έχει πει ότι η φύση είναι πιο δυνατή από τον άνθρωπο και πως αυτό που σας φοβίζει περισσότερο είναι το γήρας και η πιθανή αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης. Την ίδια στιγμή, όμως, δηλώνει ότι «ζωγραφίζω γιατί έτσι απαλύνει τη ροή του χρόνου – είναι τρόπος ζωής, κάτι που αγαπώ και όχι αγγαρεία».
«Η φυσική πορεία όταν έρθεις στο σημείο και δε γλιτώνει κανείς ούτε πλούσιος ούτε φτωχός ούτε υγιής ούτε μη, τότε έρχεται ο εξευτελισμός του ανθρώπου το πιστεύω και το είδα παντού. Δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί η ζωή σου. Αυτό που λέω, είναι πολύ καθαρό, χωρίς τίποτα από πίσω. Την απαλύνεις έτσι κι αλλιώς όταν ξεχνάς τον κόσμο, κάνοντας αυτό που σου αρέσει. Περνάει ο χρόνος και μετά νύχτωσε και λες ας φύγω να βγω από αυτό το μπουντρούμι να πάρω λίγο αέρα, να δω το φως. Κάνεις απλά αυτό που σε παρασύρει».
Και μπορεί να μην αγαπάει τα ταξίδια, αλλά ταξιδεύει καθημερινά μέσα από την ανάγνωση βιβλίων, μέσα από παγκόσμιους καλλιτέχνες, μέσα από την αδυναμία στην αρχαία Ελλάδα και μέσα από τις μουσικές του κόσμου. «Η μουσική και η τέχνη που μας αρέσει, μας αρέσει γιατί ακουμπάει μέσα μας. Γι’ αυτό πολλές φορές δε χρειάζεται να καταλάβεις τα πάντα στην τέχνη ή να γνωρίζεις τη γλώσσα ενός τραγουδιού που σε συγκινεί. Συμβαίνει γιατί το περιέχεις, είναι και δικό σου κομμάτι και έρχεται ο μουσικός ή καλλιτέχνης να στο αναδείξει».
Διαβάστε ακόμα:
Ζανής Ρούσσας: Ο αυτοδίδακτος καλλιτέχνης της Σύρου
Η ζωγράφος που δημιουργεί έργα τέχνης από μετάξι και κουκούλι στο Σουφλί

