Το Halloween δεν είναι δική μας παράδοση, όσες κολοκύθες κι αν δούμε στις βιτρίνες αυτές τις μέρες. Η Ελλάδα όμως δεν χρειάστηκε ποτέ εισαγόμενους φόβους. Έχει τα δικά της Ψυχοσάββατα, τα δικά της μοιρολόγια και μια σχέση με τον Κάτω Κόσμο που ξεκινά από τον Όμηρο. Οι αρχαίοι ήξεραν ακριβώς πού βρίσκονταν οι πύλες του Άδη. Οι παππούδες μας ήξεραν ποιο νησί είχε τους περισσότερους βρικόλακες. Και αν το φθινόπωρο είναι η εποχή που οι μέρες μικραίνουν και οι ιστορίες μακραίνουν, αυτοί είναι έξι τόποι που αξίζει να επισκεφθείτε, για να ανατριχιάσετε λίγο με τον δικό μας, τον ελληνικό τρόπο.
Νεκρομαντείο του Αχέροντα, Πρέβεζα
Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πάργα, στο χωριό Μεσοπόταμος, βρίσκεται ένας από τους πιο παράξενους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. Εδώ, κοντά στο σημείο όπου ο Αχέροντας συναντούσε τον Κωκυτό, φέρνοντας στον νου τα μυθικά ποτάμια του Άδη, οι αρχαίοι τοποθετούσαν την είσοδο στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Και εδώ έρχονταν για να ρωτήσουν για τους νεκρούς τους.
Ο Ηρόδοτος γράφει ότι ο τύραννος της Κορίνθου, Περίανδρος, έστειλε απεσταλμένους στο νεκρομαντείο για να ρωτήσουν την πεθαμένη γυναίκα του, τη Μέλισσα, πού είχε κρύψει έναν θησαυρό. Η απάντηση που πήρε είναι μια ιστορία που αξίζει να διαβάσετε μόνοι σας. Οι επισκέπτες περνούσαν μέρες στο σκοτάδι, ακολουθώντας ειδική δίαιτα, πριν κατέβουν στη μεγάλη υπόγεια αίθουσα, η κατασκευή της οποίας είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εντυπωσιακών ακουστικών και ψυχοακουστικών φαινομένων. Η αίθουσα σώζεται ακόμα σήμερα κάτω από ένα μεταβυζαντινό μοναστήρι. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά της, το ελάχιστο φως κάνει τα υπόλοιπα.
Αφού ανεβείτε ξανά στο φως, μην φύγετε αμέσως. Λίγα χιλιόμετρα βορειότερα, στο χωριό Γλυκή, βρίσκονται οι πηγές του Αχέροντα. Εκεί, το ποτάμι που οι αρχαίοι φοβούνταν τόσο, κυλά καταγάλανο και παγωμένο ανάμεσα σε βράχια και πλατάνια. Μπορείτε να περπατήσετε μέσα στο νερό, στο φαράγγι, ή απλώς να καθίσετε σε μια από τις ταβέρνες στην όχθη. Είναι μάλλον ο πιο ειρωνικός τρόπος να τελειώσει μια επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο: με πέστροφα και κρασί δίπλα στα νερά του.
Ακρωτήριο Ταίναρο, Μάνη
Στο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας, εκεί όπου τελειώνει η στεριά και η Μάνη μοιάζει να κρατά την ανάσα της, οι αρχαίοι τοποθετούσαν μία ακόμα είσοδο στον Κάτω Κόσμο. Από εδώ, λέει ο μύθος, ο Ηρακλής ανέβασε τον Κέρβερο στο φως, και από εδώ κατέβηκε, σύμφωνα με τον Βιργίλιο και τον Οβίδιο, ο Ορφέας για να φέρει πίσω την Ευρυδίκη. Με τι αποτέλεσμα, το ξέρουμε όλοι.
Ένα μονοπάτι περίπου μισής ώρας οδηγεί από τα ερείπια του ιερού του Ποσειδώνα ως τον φάρο, στην άκρη του ακρωτηρίου. Τον χειμώνα, με τον αέρα να σφυρίζει ανάμεσα στις πέτρες, η ιδέα ότι κάπου εδώ ανοίγει η γη δεν θα σας φανεί και τόσο τραβηγμένη. Συνδυάστε την επίσκεψη με τα Σπήλαια Διρού και τους πέτρινους πύργους της Μάνης, που κουβαλούν τις δικές τους ιστορίες από βεντέτες και μοιρολόγια.
Μύκονος
Ναι, η Μύκονος του Πέτρου του πελεκάνου και της Μικρής Βενετίας. Στις αρχές του 18ου αιώνα, ο Γάλλος βοτανολόγος και περιηγητής Joseph Pitton de Tournefort βρέθηκε στο νησί και έγινε μάρτυρας μιας ομαδικής υστερίας.
Οι κάτοικοι ήταν πεπεισμένοι ότι ένας νεκρός χωρικός, ιδιαίτερα αντιπαθής κατά τη διάρκεια της ζωής του, είχε γίνει βρικόλακας. Τον ξέθαψαν, προσπάθησαν να τον «σκοτώσουν» ξανά και στο τέλος τον έκαψαν, μέσα σε έναν πανικό που κράτησε εβδομάδες. Ο Tournefort κατέγραψε τα πάντα με την ψυχραιμία επιστήμονα και την έκπληξη ανθρώπου που δεν πιστεύει στα μάτια του.
Το νησί του σήμερα, με τα beach bars και τα αλλεπάλληλα πάρτι, δύσκολα θυμίζει εκείνη τη Μύκονο. Ίσως όμως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον: ότι κάτω από κάθε διάσημο προορισμό κρύβεται μια ιστορία που δεν χωράει στην καρτ ποστάλ.
Σαντορίνη
Σήμερα είναι το νησί του ηλιοβασιλέματος και των γαμήλιων φωτογραφίσεων. Για αιώνες, όμως, η Σαντορίνη είχε μια εντελώς διαφορετική φήμη: ήταν το νησί των βρικολάκων. Στη λαϊκή παράδοση, οι βρικόλακες από άλλα μέρη «στέλνονταν» εκεί. Λέγεται μάλιστα ότι το ηφαιστειακό χώμα του νησιού διατηρούσε τα σώματα των νεκρών ακέραια, γεγονός που φούντωνε τις φήμες.
Η φήμη ταξίδεψε τόσο μακριά, που σε ξένες γλώσσες καταγράφηκε έκφραση αντίστοιχη με τη δική μας «γλαύκα εις Αθήνας»: «να κουβαλάς βρικόλακες στη Σαντορίνη». Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε στα σοκάκια της Οίας μετά το ηλιοβασίλεμα, όταν φύγουν τα πλήθη και απομείνουν μόνο οι σκιές πάνω στους ασβεστωμένους τοίχους, θυμηθείτε ότι το νησί είχε κι άλλη ζωή πριν από τα Instagram stories.
Γεφύρι της Άρτας
Ίσως ο πιο σκοτεινός θρύλος που μάθαμε όλοι στο σχολείο, χωρίς να καταλαβαίνουμε τότε πόσο σκοτεινός ήταν. Σαράντα πέντε μάστοροι και εξήντα μαθητάδες έχτιζαν όλη μέρα το γεφύρι, κι εκείνο γκρεμιζόταν κάθε βράδυ. Ώσπου ένα πουλί είπε στον πρωτομάστορα τι έπρεπε να κάνει: να χτίσει στα θεμέλια τη γυναίκα του. Η παραλλαγή της κατάρας της, «αν τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι, κι αν πέφτουν τα πετούμενα, να πέφτουν οι διαβάτες», ή της μετέπειτα ευχής της, είναι από τους πιο δυνατούς στίχους της δημοτικής μας ποίησης.
Το πέτρινο γεφύρι με τις τέσσερις μεγάλες καμάρες (μία κύρια και τρεις βοηθητικές) στέκει ακόμα πάνω από τον Άραχθο, στην είσοδο της πόλης. Περπατήστε το νωρίς το πρωί, με την ομίχλη να σηκώνεται από το ποτάμι. Και αν νιώσετε κάποια πέτρα κάτω από τα πόδια σας να τρέμει ελαφρά, αποδώστε το στους πολλούς πρωινούς καφέδες καλύτερα.
Παλιαχώρα Αίγινας
Σαράντα λεπτά με το ταχύπλοο από τον Πειραιά κι όμως ελάχιστοι επισκέπτες της Αίγινας ανεβαίνουν ώς εδώ. Η Παλιαχώρα ήταν για αιώνες η πρωτεύουσα του νησιού. Χτίστηκε ψηλά στον λόφο, μακριά από τη θάλασσα και τους πειρατές, και εγκαταλείφθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι κάτοικοι κατέβηκαν ξανά στο λιμάνι. Τα σπίτια χάθηκαν. Έμειναν όμως τα εκκλησάκια, δεκάδες σκόρπια στην πλαγιά, μερικά με τοιχογραφίες που ακόμα διακρίνονται.
Περπατώντας ανάμεσά τους, σε μια σιωπή που σπάει μόνο ο αέρας και ίσως κάποιο κατσίκι, έχεις την αίσθηση ότι μπήκες σε ένα χωριό του οποίου οι κάτοικοι μόλις βγήκαν για λίγο. Κι απλώς δεν γύρισαν ποτέ.
Οι πύλες του Άδη δεν έχουν ταμπέλες και οι βρικόλακες έχουν πάψει από καιρό να ταράζουν τα νησιά. Οι ιστορίες όμως μένουν, κολλημένες στις πέτρες, στα ποτάμια και στα ερειπωμένα ξωκλήσια. Δεν χρειάζεστε μάσκα ούτε κολοκύθα για να τις ακούσετε. Αρκεί να πάτε λίγο πιο αργά, αργά το απόγευμα, όταν το φως αρχίζει να φεύγει.

