Η καθηλωτική γοητεία της αναγνωρίζεται από όλους και ο μοναδικός της χαρακτήρας ως ένα εντυπωσιακό αμάλγαμα από διαφορετικές κουλτούρες, της έχει χαρίσει μια θέση στη λίστα με τις πόλεις- μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Όντως, ολόκληρη η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας μοιάζει να ανήκει σε άλλη εποχή: αν και λαμπερή κοσμοπολίτισσα που ελκύει επισκέπτες από κάθε γωνιά της Γης, ταυτόχρονα κρατά φυλαγμένες ανάμεσα στα λαβυρινθώδη σοκάκια της και σου ψιθυρίζει ιστορίες που μοιάζουν να ανήκουν σε παραμύθι.

19

Ατμοσφαιρική και μυστηριώδης, μαγευτική κάθε εποχή, η οφείλει το ξεχωριστό της προφίλ σε μεγάλο βαθμό στη διαδοχική κατάκτησή της από διάφορους λαούς. Πρώτοι οι Ενετοί, κράτησαν την Κέρκυρα υπό την κυριαρχία τους για 4 αιώνες, πριν το νησί περάσει σε γαλλική κατοχή για σχεδόν 15 χρόνια, ενώ μόνο μετά τη Βρετανική στρατιωτική διοίκηση που κράτησε 50 χρόνια, ήρθε η ιστορική στιγμή της ένωσης της νήσου με το νέο Ελληνικό κράτος, το 1864.

Φυσικά, η Ενετοκρατία κληροδότησε πολλά στοιχεία που επιβιώνουν τόσο στην κερκυραϊκή κουλτούρα όσο και σε πλήθος διαφορετικών στοιχείων της καθημερινότητας των κατοίκων, ωστόσο σημαντικός ήταν και ο αντίκτυπος της βρετανικής παρουσίας, καθώς η Κέρκυρα βρισκόταν στο επίκεντρο του βρετανικού ενδιαφέροντος για τα Ιόνια νησιά. Ο σχεδιασμός του συστήματος ύδρευσης, το οδικό δίκτυο, η γεωργία και η εκπαίδευση ήταν τομείς όπου επέφεραν σημαντικές μεταρρυθμίσεις, αλλά ήταν το πεδίο της αρχιτεκτονικής και τα νεόκτιστα, μεγάλης κλίμακας κτήρια που προσέδωσαν νέο ύφος στην παλιά πόλη της Κέρκυρας, συνδυάζοντας το Βρετανικό Γεωργιανό με τον Ελληνικό Νεοκλασικό ρυθμό.

Ανάμεσά τους, εξακολουθεί να δεσπόζει το μνημειώδες Ανάκτορο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, που επιβλέπει την εντυπωσιακή πλατεία της Σπιανάδας και το κομψό Λιστόν, καλώντας τον επισκέπτη σε ένα απροσδόκητο ταξίδι στο χρόνο, όπου η κερκυραϊκή ιστορία παντρεύεται με την Ασιατική τέχνη και την -τοπική κυρίως- ζωγραφική παράδοση.

Το αφήγημα ενός μεγάρου βασιλικών προδιαγραφών

Η ιστορία του εξαίσιου ανακτόρου των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου ξεκινά στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ο Thomas Maitland, 1ος Βρετανός Λόρδος Ύπατος Αρμοστής στην Κέρκυρα, θεώρησε ότι το κτήριο εντός του Παλαιού Φρουρίου όπου διέμενε, δεν ήταν αρκετά εντυπωσιακό και ανάλογο του τίτλου του, οπότε αιτήθηκε την ανέγερση μιας νέας κατοικίας στο βόρειο άκρο της πλατείας της Σπιανάδας. Στο μεταξύ, η ίδρυση του Τάγματος των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου στη Βρετανία και η μεταφορά της έδρας του στην Κέρκυρα, προσέφερε και την επίσημη δικαιολογία για την ανέγερση ενός παλατιού που θα εξυπηρετούσε και ως έδρα του Τάγματος. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε ανήμερα των εορτασμών του Αγίου Γεωργίου το 1819, ενώ η τοποθεσία που είχε επιλεγεί από τον Maitland, σε απόσταση αναπνοής από το Ενετικό Κάστρο και τη θάλασσα, επέτεινε το μεγαλείο του εγχειρήματος.

Τα σχέδια του ανακτόρου ανατέθηκαν στον Βρετανό George Whitmore, που διατελούσε μέλος των Βασιλικών Μηχανικών και έκανε τη θητεία του στην Κέρκυρα ως υπολοχαγός του Maitland. Το γεγονός ότι είχε επίσης υπηρετήσει στη Μάλτα, σαφώς έπαιξε ρόλο στην επιλογή του μαλτέζικου ασβεστόλιθου για την κατασκευή του παλατιού, αλλά και στην απόφασή του να φέρει Μαλτέζους εργάτες για να συμμετάσχουν στο έργο. Ως το 1824 το επιβλητικό κτήριο είχε ολοκληρωθεί. Το στυλ Regency –η τελευταία φάση του Γεωργιανού ρυθμού στην αρχιτεκτονική– ενσωματώνει με απόλυτη κομψότητα μια μακρά σειρά Δωρικών κιόνων οι οποίοι σχηματίζουν τη μπροστινή κιονοστοιχία, με δύο συμμετρικές, αψιδωτές πύλες που φέρουν τα ονόματα των δύο αγίων. Μια σειρά γλυπτών αναπαραστάσεων των Iονίων νήσων κοσμεί την πρόσοψη, ολοκληρώνοντας τη γεμάτη θεατρικότητα εικόνα ενός ξεχωριστού οικοδομήματος.

Η μεγαλειώδης αίσθηση συνεχίζεται εντός και υπογραμμίζεται ιδιαίτερα από τη χρήση μαρμάρου και μπρούντζου στο εσωτερικό του διώροφου ανακτόρου. Στην Κεντρική Αίθουσα που υποδέχεται τον επισκέπτη, τα σκήπτρα παίρνει ο Ιωνικός ρυθμός, καθώς τον χώρο περιβάλλει διπλή σειρά κιόνων, με σκηνές από την Οδύσσεια, με την αναπαράσταση ζωικών και φυτικών μοτίβων, να ολοκληρώνει τον διάκοσμο. Στο ισόγειο σήμερα στεγάζονται οι κατά καιρούς φιλοξενούμενες περιοδικές εκθέσεις, όπως αυτή των κειμηλίων από την ιστορία του Τάγματος των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, μια θαυμάσια ευκαιρία να παρατηρήσει και να θαυμάσει κανείς αυθεντικά ενδύματα εμβλήματα, μετάλλια και πίνακες, μαζί με λεπτομερείς πληροφορίες γύρω από την ιστορία και τη σημαντικότητα του Τάγματος.

Ωστόσο, το πιο σημαντικό τμήμα του ισογείου παραμένει η Αίθουσα Συνεδριάσεων της Ιονίου Γερουσίας, καθώς το ανάκτορο στέγαζε επίσης την έδρα της Γερουσίας. Αποτελούμενη από έξι μέλη, η Ιόνιος Γερουσία όριζε τη διακυβέρνηση του ενωμένου κράτους των Ιονίων νήσων και μαζί με την Ιόνιο Βουλή αποτελούσαν το σύμβολο της ανεξαρτησίας των νησιών του Ιονίου. Οι πρόεδροί της και πολλοί γερουσιαστές είχαν μάλιστα τιμηθεί με τον τίτλο του ιππότη του Τάγματος των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου. Η αυθεντική επίπλωση παραμένει στο χώρο, με κεντρικό κομμάτι την εξαθέσια ροτόντα, που πλαισιώνεται από τα πορτρέτα των επιφανών μελών της Γερουσίας που κοσμούν τους τοίχους.

Αφήνοντας το ισόγειο, μια μνημειώδης κεντρική κλίμακα οδηγεί στον πρώτο όροφο, όπου το στυλ της διακόσμησης αλλάζει υιοθετώντας τον Κορινθιακό ρυθμό στο περιστύλιο που οδηγεί σε μια σειρά από τελετουργικούς χώρους. Πρόκειται για το πιο εντυπωσιακό τμήμα του ανακτόρου, εκεί όπου κάποτε οι τρεις επίσημες αίθουσες έσφυζαν από ζωή: Η κεντρική Αίθουσα Υποδοχής ή Ροτόντα,ένας κομψός κυκλικός χώρος με απαλά γαλάζια χρώματα, είναι διακοσμημένη με καθρέφτες και εσοχές με αγάλματα, ενώ ο εντυπωσιακός θόλος της οροφής που μιμείται αυτόν του Ρωμαϊκού Πανθέου επιτρέπει στο λαμπερό κερκυραϊκό ήλιο να διαχέεται μέσα από το μοναδικό, στρογγυλό παράθυρο στο κέντρο του. Από εδώ οδηγούμαστε στα δύο άλλα επίσημα δωμάτια εκατέρωθέν της – την Επίσημη τραπεζαρία και την Αίθουσα του θρόνου. Στην Αίθουσα των Συμποσίων, τις εντυπώσεις κλέβουν οι νωπογραφίες της οροφής, ενώ ο πιο θεαματικός χώρος είναι αναμφίβολα η Αίθουσα του Θρόνου με τους βαρύτιμους κρυστάλλινους πολυέλαιους, τις βαθυκόκκινες ταπετσαρίες, τις βαριές κουρτίνες, τα πλούσια χαλιά και φυσικά το θρόνο πάνω σε ξύλινο βάθρο. Αξίζει να αναφερθεί ότι όλα τα έπιπλα σχεδιάστηκαν από τον αρχιτέκτονα του κτηρίου, George Whitmore, ενώ ο σπουδαίος Κερκυραίος γλύπτης Παύλος Προσαλέντης συνεργάστηκε στενά με τον Whitmore, όντας εξ΄ολοκλήρου υπεύθυνος το σύνολο του ανάγλυφου διακόσμου του παλατιού.

Στον ίδιο όροφο βρίσκονταν το σαλόνι, η τραπεζαρία και τα υπόλοιπα διαμερίσματα του Αρμοστή, που δυστυχώς για τον Maitland, αλλά προς όφελος του λαού της Κέρκυρας που δυσανασχετούσε με την απολυταρχική, δεσποτική και υποτιμητική του συμπεριφορά, δεν πρόλαβε να κατοικήσει ποτέ. Διάδοχός του υπήρξε ο Frederick Adam, ο νέος Βρετανός Λόρδος Ύπατος Αρμοστής των Iονίων νήσων, ο οποίος απέδειξε τη μεγάλη αγάπη και το ενδιαφέρον του για το νησί, αναθέτοντας την κατασκευή δημοσίων κτηρίων και βελτιώνοντας το σύστημα ύδρευσης, ενώ σε προσωπικό επίπεδο, διάλεξε ως σύζυγο την Κερκυραία Νίνα Παλατιανού. Το έργο του εκτιμήθηκε πολύ από τους κατοίκους του νησιού και είναι το δικό του άγαλμα -φιλοτεχνημένο και αυτό από τον Παύλο Προσαλέντη-αυτό που βλέπουμε να δεσπόζει στον κήπο μπροστά στο ανάκτορο.

Το θεαματικό κτήριο διατήρησε τον ανακτορικό του ρόλο και μετά την ένωση των νησιών του Ιονίου με το Ελληνικό κράτος το 1864. Οι σοβαρές ζημιές που υπέστη στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα κατά τη χρήση του ως προσωρινό καταφύγιο προσφύγων μετά τον εμφύλιο, αποκαταστάθηκαν το 1954, κυρίως χάρη στο καταπίστευμα που οργάνωσε ο τότε Βρετανός πρέσβης στην Ελλάδα, Sir Charles Peake. Με τις τρεις επίσημες αίθουσες να έχουν ανακτήσει την παλιά τους αίγλη, το παλάτι χρησιμοποιήθηκε από τον τελευταίο βασιλιά της Ελλάδας, Κωνσταντίνο, για επίσημες περιστάσεις κατά το διάστημα που διέμενε προσωρινά στο κοντινό Mon Repos, τη βίλα που είχε χτίσει αρχικά ο Frederick Adam.

Ο σπουδαίος, σύγχρονος πολιτιστικός ρόλος

Πέρα από αξιοθαύμαστο αρχιτεκτονικό τοπόσημο της Κέρκυρας και αφηγητής ενός σημαντικού μέρους της ιστορίας του νησιού, στη εποχή μας το Ανάκτορο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, λειτουργεί ως πόλος έλξης για τους φιλότεχνους, στεγάζοντας δύο εξαιρετικά ενδιαφέροντα πολιτιστικά ιδρύματα. Από τη μια, το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης – το μοναδικό του είδους του στην Ελλάδα- παρουσιάζει μια εκτενέστατη εξωτική συλλογή 15.000 αντικειμένων τέχνης και αρχαιoτήτων από την Άπω Ανατολή, συνθέτοντας ένα μοναδικό ταξίδι στη σφαίρα της ανατολικής κουλτούρας, με έργα τέχνης χαρακτηριστικά του Κινέζικου, Ιαπωνικού, Ταϊλανδέζικου, Κορεάτικου, Πακιστανικού και Ινδικού πολιτισμού. Από την ίδρυσή του το 1928 με αφορμή τη γενναιόδωρη προσφορά της σινοϊαπωνικής συλλογής του Γρηγορίου Μάνου και το σταδιακό εμπλουτισμό του με έργα ιδιωτικών συλλογών και δωρεές μεμονωμένων αντικειμένων, το μουσείο χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης, ενώ συχνά φιλοξενεί σχετικής θεματολογίας περιοδικές εκθέσεις, σε συνεργασία με πολιτιστικά ιδρύματα του εξωτερικού.

Παράλληλα, η ανατολική πτέρυγα των Παλαιών Ανακτόρων, αλλοτινός χώρος εστίασης και διαμονής της στρατιωτικής φρουράς, αποτελεί από το 1995 τη μόνιμη στέγη της Δημοτικής Πινακοθήκης της Κέρκυρας, που περιλαμβάνει μια πολύ αξιόλογη συλλογή ζωγραφικών και χαρακτικών. Τα έργα, αντιπροσωπευτικά της νεοελληνικής ζωγραφικής της περιόδου μεταξύ 16ου-20ου αιώνα, αποδίδονται σε σημαντικούς Κερκυραίους καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων οι Σπυρίδωνας και Παύλος Προσαλέντης, Γεώργιος Μηνιάτης, Χαράλαμπος Παχής, Βικέντιος Μποκατσιάμπης και Άγγελος Γιαλλινάς, και πλαισιώνονται από μια σειρά φορητών εικόνων, κάποιες από τους Μιχαήλ Δαμασκηνό και Εμμανουήλ Λαμπάρδο.

Το πλούσιο καλλιτεχνικό πανόραμα στο χώρο του ανακτόρου, συμπληρώνεται από το γαλήνιο σκηνικό των κήπων που κάποτε ανήκαν στο ανάκτορο, αλλά τώρα αποτελούν το δημόσιο πάρκο «Ο Κήπος του Λαού». Λουλούδια, εξωτικά δέντρα, αγάλματα και γλυπτά σύγχρονης τέχνης, συνθέτουν ένα από τα πιο ειδυλλιακά και γραφικά κομμάτια της Παλιάς Πόλης της Κέρκυρας, με υπέροχη θέα προς το παλιό Ενετικό φρούριο, το νησάκι Βίδο και την παραλία Φαληράκι, που αυτή την εποχή προσφέρεται για μια γρήγορη, αναζωογονητική βουτιά χωρίς να ξεμακρύνετε από το κέντρο της πόλης.

Διαβάστε ακόμα:

5 ιστορικές εκκλησίες που αξίζει να γνωρίσετε στην παλιά πόλη της Κέρκυρας

Μια περιήγηση σε εντυπωσιακά κάστρα των Επτανήσων

«Είναι οι ρίζες και το λιμάνι μου»: Η Κέρκυρα της δημοσιογράφου, Ευλαμπίας Ρέβη