Στη Λέρο επιστρέφω εδώ και χρόνια και κάθε φορά ακολουθώ σχεδόν την ίδια διαδρομή: μια ψαροταβέρνα με τα τραπέζια δίπλα στο νερό, έναν ανεμόμυλο για την ώρα του ηλιοβασιλέματος, ένα ζαχαροπλαστείο που μυρίζει σιρόπι πριν ακόμη περάσεις την πόρτα. Αυτός είναι ο δικός μου χάρτης στο νησί.

16

Παντέλι

Ξεκινάω πάντα από το Παντέλι, το ψαροχώρι κάτω από τον Πλάτανο. Εκεί, με τα τραπέζια ακουμπισμένα σχεδόν στην άμμο, ο Απόστολος Καρπαθάκης κρατάει την «Ψαροπούλα» από το 1962, από τις παλαιότερες ταβέρνες του νησιού. Διαλέγεις το ψάρι σου, η Βαγγελιώ το αναλαμβάνει στην κουζίνα κι εσύ κάθεσαι να φας χταπόδι στη σχάρα ή στιφάδο, μακαρόνια με αστακό, παστό κολιό, με τη ματιά να φεύγει απέναντι, στα νησάκια Αγία Κυριακή και Πιανούσα. Έχει βγει πρωτοσέλιδο ακόμη και σε τουρκική εφημερίδα. Oι απέναντι έρχονται με τη βάρκα για το ψάρι του Αποστόλη.

Λίγο πιο πάνω, στον δρόμο που ανηφορίζει προς το κάστρο, στέκουν οι ανεμόμυλοι. Στον πρώτο ο Χάρης έχει στήσει ένα μπαρ: πέτρα, λίγα τραπέζια σκαρφαλωμένα στη δυτική πλαγιά και, από κάτω, όλο το λιμανάκι στο Παντέλι, με τα κεραμίδια του Πλάτανου. Ανεβαίνεις την ώρα που χαμηλώνει το φως, παραγγέλνεις μια μαργαρίτα, το κοκτέιλ που ξεχωρίζει εδώ και αφήνεις την ώρα να περάσει. Είναι και η στάση σου στην ανηφόρα για το μεσαιωνικό Κάστρο της Παναγιάς. Αν θέλεις να κοιμηθείς κάπου που να μιλάει για τη Λέρο, στην ίδια πλαγιά, κάτω από το κάστρο, στέκει ένα σπίτι, με μπλε πρόσοψη. Το «The Monk» είναι ένα παλιό λεριώτικο αρχοντικό που ο Πρόδρομος Τουφεξής και ο αρχιτέκτονας Γιάννης Ζαχαράκης, που αγάπησαν τη Λέρο και έγιναν και οι ίδιοι Λεριοί, όπως τους αρέσει να λένε, αποκατέστησαν και άνοιξαν το καλοκαίρι του 2025. Κάτω από τους σοβάδες βρήκαν το αρχικό του χρώμα: μπλε, όχι λευκό, γιατί τα νησιώτικα σπίτια δεν ήταν πάντα ασβεστωμένα. Ένα και μόνο δωμάτιο, στο ισόγειο όπου είναι και το υπνοδωμάτιο και στον όροφο, η κουζίνα και το άνετο στιλάτο σαλόνι, με θέα στο κάστρο και στους ανεμόμυλους, πέτρα, ξύλο και λινό. Από εκείνα τα μέρη όπου το «πού μένεις» γίνεται κομμάτι του ταξιδιού.

Αγία Μαρίνα

Δυο βήματα πιο πέρα, στην Αγία Μαρίνα, πάνω στο λιμάνι, είναι ο «Μύλος». Ο πατέρας, ο Τάκης Κουτσουνάρης, τον ξεκίνησε γύρω στο 2000 από το καρνάγιό του. Οι γιοι του, ο Γιώργος στην υποδοχή και ο Μάριος στην κουζίνα, τον μεταμόρφωσαν σε ένα από τα πιο συζητημένα ψαροφαγικά εστιατόρια της χώρας. Ωριμάζουν το ψάρι σε ειδικούς θαλάμους, εφαρμόζουν την ιαπωνική μέθοδο ikejime, μαγειρεύουν το κάθε κομμάτι χωρίς να πετάνε τίποτα. Δίπλα, μέσα στη θάλασσα, στέκει ένας πέτρινος μύλος, λένε ο μόνος χτισμένος στο νερό σε όλη τη Μεσόγειο. Δεν είναι οικονομικό, είναι όμως ένα τραπέζι που το θυμάσαι.

Στην ίδια παραλιακή, σε ένα αρχοντικό, η Νίκη Καρπαθάκη κρατάει ζωντανά τα γλυκά της Λέρου στο «Παραδοσιακό». Φτιάχνει με τις συνταγές της γιαγιάς της, της Αννέτας: ανοίγει το φύλλο στο χέρι, όπως το έμαθε. Σήμα κατατεθέν της η πατσαβουρόπιτα, σερβιρισμένη με παγωτό μαστίχα. Έχει πάει τα λεριώτικα γλυκά μέχρι την Κοπεγχάγη και τις Βρυξέλλες. Εδώ δοκίμασα και την περίφημη Λεριακή τυρόπιτα. Ο γιος της, ο Χάρης, είναι αυτός που σερβίρει τις μαργαρίτες πάνω στον ανεμόμυλο του Παντελιού.

Για κάτι πιο χαλαρό, λίγα μέτρα παρακάτω, «Τα Κρούπια» ψήνουν στα κάρβουνα εδώ και χρόνια. Κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, πάνω στο νερό, με τις βάρκες μπροστά, σερβίρουν γύρο, χειροποίητο σουβλάκι, την πίτα με χαλούμι, μπιφτέκια από ντόπιο κρέας, μέχρι τις δύο το πρωί. Εδώ τρώει το νησί.

Κι αν θέλεις να δεις τη Λέρο από τη θάλασσα, από το λιμάνι της Αγίας Μαρίνας φεύγει κάθε πρωί, γύρω στις έντεκα, το ξύλινο καΐκι «Άγιος Γεώργιος». Σε πάει εκεί που δεν φτάνει δρόμος, στα κάτασπρα Ασπρονήσια, στα Τηγανάκια, στους Αρκιούς και στους Λειψούς. Με στάσεις για μπάνιο σε νερά αδιανόητα διάφανα και μεζέδες, φάβα, ντόπιο τυρί, κάπαρη, ταραμά, στρωμένους πάνω στο κατάστρωμα. Γυρνάς το απόγευμα αλατισμένος, ήσυχος και χορτάτος, από φαγητό και από εικόνες.

Η πιο μυστική στάση θέλει λίγο κόπο. Στην ανατολική ακτή, λίγο πέρα από τα Δύο Λισκάρια, κρύβεται ο «Κρυφός», μια παραλία που κρατάει την υπόσχεση του ονόματός της: δεν τη βλέπεις από πουθενά. Φτάνεις με βάρκα ή μ’ ένα τραχύ μονοπάτι για γερά πόδια. Άμμος, βράχια, νερό πρασινογάλαζο και μια σπηλιά στη γραμμή της θάλασσας, απ’ όπου αναβλύζει γλυκό νερό. Από αυτή την αίσθηση κρυμμένου τόπου μοιάζει να κρατά και το όνομά της. Τον Νοέμβριο του 1943, στη Μάχη της Λέρου, η περιοχή συνδέθηκε με την απόβαση Γερμανών στρατιωτών από υδροπλάνα, ακριβώς λόγω της δυσδιάκριτης θέσης του όρμου. Σήμερα έχει μόνο εσένα, τον ήλιο και την ιστορία. Φέρε νερό, γιατί δεν θα βρεις τίποτα.

Λακκί

Αφήνω για το τέλος το Λακκί, έναν από τους πιο ιδιαίτερους οικισμούς των Δωδεκανήσων: με φαρδιές λεωφόρους και κτίρια του ιταλικού ρασιοναλισμού του ’30, ένα σκηνικό σχεδόν μεταφυσικό. Εκεί κάνω πρωινό στο «Sip it! Coffee & More», ένα μικρό, αγαπημένο καφέ στην καρδιά της πόλης, με καλό καφέ, παγωμένα ροφήματα και ζεστά κρουασάν. Και κλείνω πάντα με ένα γλυκό στον «Ρεπαπή», το ζαχαροπλαστείο του Γιάννη και της Έφης κοντά στον Άγιο Νικόλαο: σπιτική σουμάδα, λεριώτικα πουγκιά γεμάτα αμύγδαλο, αλλά και τούρτες σαν κοσμήματα με φύλλο χρυσού, ανοιχτά μέχρι τις δύο το πρωί το καλοκαίρι. Παίρνεις ένα παγωτό στο χέρι και περπατάς στις άδειες λεωφόρους, με τη Λέρο να χαμηλώνει σιγά σιγά τους ήχους της.

Διαβάστε ακόμα:

Λέρος: Tο πιο κρυφό μυστικό του Αιγαίου

Λέρος: Η «Μέκκα» των ναυαγίων αποκαλύπτεται

Οι καλύτερες διευθύνσεις για φαγητό στη Λέρο