Για την αέναη σχέση του Λονδίνου με τις τέχνες, δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Από εμβληματικά μουσεία παγκόσμιας κλάσης ως πρωτοποριακές γκαλερί κι από ανεξάντλητες συλλογές γεμάτες θησαυρούς διεθνούς κύρους ως εξειδικευμένες αλλά μεγάλου ενδιαφέροντος περιοδικές εκθέσεις, οι πολιτιστικές προτάσεις είναι αρκετές για να κρατήσουν κάποιον απασχολημένο για ολόκληρες εβδομάδες. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό, είναι η στενή σχέση του περίφημου Victoria & Albert Museum, του μεγαλύτερου μουσείου διακοσμητικών τεχνών στον κόσμο, με τη μόδα.
Πράγματι, αυτή η κατηγορία καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας αποτελεί μόνιμο μέρος των εκτενέστατων συλλογών του V&A, όπως αποκαλείται από τους πιστούς φίλους του, συνιστώντας σχεδόν κάθε χρόνο τον αφηγηματικό άξονα τουλάχιστον μίας περιοδικής έκθεσης. Είτε πρόκειται για τη μοναδική οπτική κορυφαίων φωτογράφων όπως οι Tim Walker, Irving Penn και Richard Avedon, είτε για εκθαμβωτικά κοσμήματα εμβληματικών οίκων σαν τον Cartier, είτε για γοητευτικά μοντέλα με εντυπωσιακή καριέρα όπως η Naomi Campbell, είτε για την αξεπέραστη κληρονομιά οίκων όπως οι Chanel και Dior, το V&A αποδεικνύει με κάθε ανάλογο αφιέρωμα, ότι η μόδα πέρα από ένα λαμπερό, πολυδιάστατο σύμπαν, αποτελεί όντως μια μορφή τέχνης. Ακριβώς όπως είχε δηλώσει η ριζοσπαστική σχεδιάστρια Elsa Schiaparelli, στην οποία αφιερώνεται η τρέχουσα συναρπαστική έκθεση του μουσείου: «Για εμένα, ο σχεδιασμός ρούχων δεν είναι επάγγελμα, αλλά τέχνη».
Από την Ιταλία στα παρισινά σαλόνια υψηλής ραπτικής και στο Λονδίνο του σήμερα
Γεννημένη στη Ρώμη, κόρη ενός ζεύγους διανοουμένων, αυτοδίδακτη στην τέχνη και τη μόδα, η Elsa Schiaparelli (1890-1973) εξελίχθηκε σε μια καινοτόμο, προκλητική και πνευματώδη σχεδιάστρια υψηλής ραπτικής με έδρα το Παρίσι, ιδρύοντας το 1927 και διευθύνοντας ως το 1954, έναν εξαιρετικά επιτυχημένο διεθνή οίκο μόδας με 400 εργαζόμενους, που ως τις μέρες μας φέρει το όνομά της. Η συναναστροφή και η συνεργασία της με καλλιτέχνες, το πάθος της να συλλέγει έργα μοντέρνας τέχνης και η ενσωμάτωση αναφορών από την ιστορία της τέχνης στα σχέδιά της, έκαναν τις δημιουργίες της συγκλονιστικά πρωτότυπες, τολμηρές και ασυμβίβαστες. Αποπνέοντας δραματικότητα και θεατρικότητα, τα σύνολα που υπέγραφε αντικατόπτριζαν μια πρωτοφανή για την εποχή της σύζευξη τεχνών και μόδας, που έμελλε να εξελιχθεί σε σήμα κατατεθέν του Οίκου Elsa Schiaparelli.
Μια ανάσα πριν τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την ίδρυσή του, η έκθεση «Fashion Becomes Art», η πρώτη έκθεση στο Ηνωμένο Βασίλειο που αφιερώνεται στην Elsa Schiaparelli, αναδεικνύει την επιρροή της οραματίστριας σχεδιάστριας στη διαμόρφωση του προσωπικού στυλ ως τρόπου έκφρασης. Παρακολουθώντας την πορεία του οίκου από τα πρώτα του βήματα στο Παρίσι ως τη διεθνή καταξίωση και την εξέλιξή του υπό τη διεύθυνση του σημερινού Καλλιτεχνικού Διευθυντή, Daniel Roseberry, η έκθεση που εγκαινιάστηκε στα τέλη Μαρτίου, συγκεντρώνει περισσότερα από 400 αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων ενδυμάτων, κοσμημάτων, πινάκων ζωγραφικής, φωτογραφιών, γλυπτών, επίπλων, αρωμάτων και αξεσουάρ και εντυπωσιάζει όχι μόνο για το πλούσιο περιεχόμενό της, αλλά και για την εξαιρετικά επιμελημένη παρουσίασή του.
Η προσέγγιση δεν περιορίζεται σε μια απλή αναβίωση αρχειακών σχεδίων του οίκου. Στην ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική κατασκευή για την αίθουσα Sainsbury Gallery, ένα ασπρόμαυρο φόντο πολυτελούς αισθητικής γίνεται το σκηνικό που αναδεικνύει έντονες υφές και αποχρώσεις, και στο οποίο ξεδιπλώνεται μια απτή και απολαυστική αφήγηση, που τελικά εξελίσσεται σε βιωματική εμπειρία. Επισκεπτόμενοι την έκθεση, πιάσαμε συχνά τον εαυτό μας και παρατηρήσαμε πολλούς επισκέπτες, να περιφέρονται γύρω από ένα ένδυμα για να το δουν από διαφορετική οπτική γωνία, σαν να επρόκειτο για ένα έργο τέχνης. Κάθε ενότητα της έκθεσης -από τα πουλόβερ με την τεχνική της οφθαλμαπάτης -trompe l’oeil- που εκτόξευσαν την καριέρα της Schiaparelli, καθώς και τα σχέδιά της για τον αθλητισμό -Pour le sport-, την πόλη -Pour le ville- και τις βραδινές εξόδους -Pour le soir-, ως τη συλλογή «Circus» της περιόδου Φθινόπωρο/Χειμώνας 1938 και το χαρακτηριστικό έντονο ροζ χρώμα «shocking pink»-, λειτουργεί σαν ένα ζωντανό αρχείο μνήμης αποτυπώνοντας την ταυτότητα του οίκου.
Όταν ο σουρεαλισμός γίνεται τρόπος έκφρασης μιας τολμηρής προσωπικής αισθητικής
Δεν ήταν μόνο η αντισυμβατική φύση της Schiaparelli και τα αντικομφορμιστικά της σχέδια που αντλούσαν έμπνευση από την τέχνη. Αντίστοιχα, η προσωπικότητα και το έργο της προκαλούσαν το ενδιαφέρον σπουδαίων καλλιτεχνικών μορφών και ανθρώπων των πνεύματος. Και η διάσταση αυτή, επιβεβαιώνει ακόμη περισσότερο τον εύστοχο τίτλο της έκθεσης και την προσέγγιση που ακολούθησε το V&A σε στενή, 18μηνη συνεργασία με την ομάδα διαχείρισης της κληρονομιάς του οίκου Schiaparelli, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι η σχέση της Schiaparelli με τους καλλιτέχνες υπήρξε μια διαδικασία αμφίδρομης αλληλεπίδρασης.
Ρίχνοντας φως στο ευρύτερο ενδιαφέρον που έτρεφαν οι καλλιτέχνες του 20ού αιώνα για τη μόδα και την ικανότητά της να αμβλύνει τα όρια μεταξύ της μοντέρνας τέχνης και της σύγχρονης ζωής, παρουσιάζονται έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν ως απόκριση σε σχέδια της Schiaparelli. Διαπιστώνουμε έτσι, ότι στο πορτρέτο της Nusch Eluard από τον Pablo Picasso, η εικονιζόμενη φορά δημιουργία της Schiaparelli, ενώ και η ίδια η σχεδιάστρια ποζάρει για καλλιτέχνες φίλους της αναδεικνύοντας τις εντυπωσιακές βραδινές τουαλέτες της, όπως στο πορτρέτο της από τον Γάλλο Art Deco σχεδιαστή και ζωγράφο Jean Dunand που θεωρούσε ότι τα σχέδιά της ταίριαζαν με το μοντερνιστικό του στυλ.
Παράλληλα, μια παρέλαση από εμπνευσμένα όσο και ριζοσπαστικά τολμηρά σακάκια, με εκπληκτικά κεντήματα σε απρόσμενα μοτίβα και βραδινά ενδύματα που θυμίζουν δημιουργίες γλύπτη, ειδικά όταν φέρουν περίτεχνους φιόγκους – ένα ακόμη σήμα κατατεθέν της Schiaparelli- επιβεβαιώνουν το Harper’s Bazaar που το 1932 εντόπιζε στοιχεία μοντέρνας αρχιτεκτονικής στα σχέδιά της. Ταυτόχρονα, η αναβίωση ακόμη κι αυτής της πρώτης βιτρίνας του παρισινού καταστήματος του Οίκου, υπογραμμίζει το στοιχείο της έντονης θεατρικότητας που επικρατούσε στον σύμπαν της Schiaparelli. Καθώς το σκηνικό σε κάποιους από τους χώρους της έκθεσης φέρει εικονογραφήσεις που θυμίζουν το ύφος του Jean Cocteau, ο επισκέπτης γίνεται κοινωνός της σχέσης αμοιβαίου θαυμασμού και συνεργασίας της Ιταλίδας σχεδιάστριας τόσο με τον ίδιο τον πολυσχιδή, avant-garde Γάλλο καλλιτέχνη, όσο και με τη μεγάλη μορφή του Σουρεαλισμού, Salvador Dalí.
Ο μεν Cocteau επαινούσε τη δραματική θεατρικότητα που διέκρινε τα σακάκια και τις κάπες της σχεδιάστριας, συχνά διακοσμημένα με εξαιρετικής δεξιοτεχνίας κεντήματα -όπως η κάπα με σχέδια εμπνευσμένα από τους Κήπους των Βερσαλλιών που λαμποκοπά σαν ξεχωριστό έκθεμα- ή το σακάκι με τα ανάγλυφα μεταξωτά τριαντάφυλλα. Κι ενώ παρομοίαζε το ατελιέ της Place Vendome ως ένα εξωπραγματικό εργαστήρι ιδεών, ο Dalí θεωρούσε ότι εκεί χτυπούσε η καρδιά του παριζιάνικου σουρεαλισμού. Αναγνωρίζοντας και οι δύο την ικανότητα της Schiaparelli να μεταμορφώνει τις γυναίκες, μοιράστηκαν μαζί της τις σουρεαλιστικές αναζητήσεις τους γύρω από τη μονιμότητα και το εφήμερο, την υψηλή και τη λαϊκή κουλτούρα: άλλοτε απεικονίζοντας γυναικείες μορφές με δικά της σχέδια και άλλοτε σχεδιάζοντας για εκείνη, όπως το βραδινό φόρεμα με τον αστακό, που η Ιταλίδα και ο Ισπανός καλλιτέχνης δημιούργησαν από κοινού και το οποίο αποτελεί ένα από τα highlights της έκθεσης, ανάμεσα σ΄ένα πίνακα του Dalí που ανήκε στη Schiaparelli και στο εμβληματικό έργο «Τηλέφωνο-Αστακός» του μεγάλου σουρεαλιστή.
Ειδική μνεία γίνεται και στο παράρτημα του οίκου Schiaparelli στο αριστοκρατικό Mayfair του Λονδίνου, ως τον πρώτο σουρεαλιστικό χώρο της πόλης, αλλά και στον κύκλο των γυναικών -φίλων, ομότεχνων και πελατισσών- της Schiaparelli, όπως οι Marlene Dietrich, Millicent Rogers, Marie-Laure de Noailles, Lady Jane Clark, Elsie de Wolfe και Daisy Fellowes, οι οποίες επέλεγαν σύνολα που αντανακλούσαν τις γνώσεις τους στην ιστορία της τέχνης και υποδήλωναν τη συμμετοχή τους στην ανερχόμενη σκηνή της μοντέρνας τέχνης.
Ο διάχυτος σουρεαλισμός και των αξεσουάρ που ολοκλήρωναν τις προτάσεις του οίκου, έρχεται να ολοκληρώσει αυτή τη θεματική, ως μια ακόμη πτυχή του ονειρικού σύμπαντος της Schiaparelli. Θεαματικά κοσμήματα με ρευστές καμπύλες , υπερμεγέθη περιδέραια τύπου choker που θυμίζουν άλλοτε τις ακτίνες του ήλιου κι άλλοτε στολίζονται με κρεμαστά κουκουνάρια, ακόμη και αρώματα με εντελώς ασυνήθιστα μπουκάλια, σε φόρμες καθημερινών και μη αντικειμένων. Όπως και μια ατελείωτη συλλογή από κουμπιά στα πιο απίθανα σχέδια: για όποιον δεν τα παρατήρησε πάνω στα υπέροχα βραδινά σακάκια, εδώ θα δει από καρότα και μπρόκολα ως υδρογείους, θεατρικές μάσκες και μικρές κολυμβήτριες: είναι οι λεπτομέρειες – έργα τέχνης που επισφραγίζουν τη μοναδικότητα κάθε δημιουργίας, αντίστοιχα με τα πλούσια κεντήματα. Όλα, εμπνευσμένα δείγματα της παιχνιδιάρικης και αντισυμβατικής προσέγγισης της Schiaparelli και στο κεφάλαιο των αξεσουάρ.
Η αναγέννηση ενός θρύλου μέσα από την εμπνευσμένη οπτική ενός χαρισματικού διάδοχου
Ρευστά παραμένουν σε όλη την έκταση της έκθεσης τα όρια παρελθόντος-παρόντος, παρότι πέρασαν πάνω από πέντε δεκαετίες από το 1954 που η Elsa Schiaparelli έκλεισε το ατελιέ της ως το 2006 που εξαγοράστηκε από τον Diego Della Valle και επέστρεψε στην πρωτοπορία του χώρου με την ανάθεση της δημιουργικής διεύθυνσης στον Daniel Roseberry το 2019.
Ήδη από την πρώτη ενότητα, συνυπάρχουν το «Φόρεμα-Πνεύμονας» – «Lung Dress»- του Daniel Roseberry – με το εντυπωσιακό ορειχάλκινο κόσμημα λαιμού που φόρεσε η Bella Hadid στις Κάννες το 2021- και το goth ύφους φόρεμα με ανάγλυφο μοτίβο σκελετού που δημιούργησε η Elsa Schiaparelli σε συνεργασία με τον Salvador Dalí το 1938, το οποίο είχε φορέσει η Αμερικανίδα ηθοποιός και μοντέλο Ruth Ford. Γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι ο σχέδιο του Roseberry θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει την υπογραφή «Schiaparelli», ενώ η μοντέρνα αισθητική του φορέματος της Schiaparelli θα ταίριαζε απόλυτα σε μια σύγχρονη κολεξιόν.
Κι όσο προχωρά κανείς στο χώρο της έκθεσης, επιβεβαιώνει ότι πολλά από τα τολμηρά, γλυπτικά σχέδια του Daniel Roseberry που εκτίθενται σε δύο ξεχωριστές αίθουσες, είναι απόλυτα σύμφωνα με την αναγνωρίσιμη, γεμάτη χρώμα, υπερβολή και θεατρικότητα οπτική γλώσσα της Ιταλίδας σχεδιάστριας. Ανάμεσα στα κομμάτια που κλέβουν την παράσταση ξεχωρίζει η τουαλέτα «Ruby Slipper» -ένας φόρος τιμής στο καπέλο-παπούτσι που προέκυψε από τη συνεργασία των Schiaparelli και Dalí το 1937-38- την οποία φόρεσε η Ariana Grande στα Όσκαρ του 2025. Επίσης, εκτίθεται το μαύρο βραδινό φόρεμα με τα ανάγλυφα, χρυσά κόκκαλα που επέλεξε η Dua Lipa για τα βραβεία Golden Globes το 2024, καθώς και το λευκό νυφικό από τη συλλογή Υψηλής Ραπτικής με το μπούστο που παραπέμπει στα σχέδια τσαντών της Schiaparelli του 1935 με το μοτίβο του λουκέτου, το οποίο η ίδια σταρ φόρεσε για να παρακολουθήσει την επίδειξη Φθινόπωρο/Χειμώνας 2025 στο Παρίσι. Τελικά, θολώνοντας την απολυτότητα του χρόνου, εντείνοντας το διάλογο ανάμεσα στις ιστορικές και τις σύγχρονες συλλογές, η έκθεση «Schiaparelli: Fashion Becomes Art» αναδεικνύει μια σπάνια προσωπικότητα και δημιουργό, που καταργώντας τα όρια ανάμεσα στη μόδα και την τέχνη κατάστησε την αισθητική κληρονομιά της αξεπέραστη και διαχρονική.
Διαβάστε ακόμα:
St James’s: Mία μέρα στην πιο αριστοκρατική συνοικία του Λονδίνου
Selfridges: Η ιστορία του εμβληματικού πολυκαταστήματος που μόλις πωλήθηκε έναντι 4 δις λιρών
Εκεί όπου «χτυπά» η καρδιά του Στέμματος: Ξενάγηση στα βασιλικά αξιοθέατα του Λονδίνου

