Το λιγότερο τουριστικό τμήμα του Πηλίου και πιο ανεξερεύνητο είναι το βόρειο, με πυκνά δάση, απόκρημνες ακτές, μεγάλες παραλίες στο Αιγαίο και παραδοσιακούς οικισμούς με πηλιορείτικη αρχιτεκτονική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο και ολοζώντανο χωριό της Ζαγοράς, φημισμένης για την ιστορία, αλλά και για τα περίφημα μήλα της. Εδώ βρίσκονται και άλλα μικρότερα και αυθεντικά χωριά όπως το Πουρί, το Κεραμίδι και το Βένετο. Περιηγούμενοι θα ανακαλύψετε σημαντικά μοναστήρια, πέτρινα γεφύρια που καταδεικνύουν την τέχνη των παλιών μαστόρων και θα περπατήσετε σε ένα εκτεταμένο δίκτυο παλιών μονοπατιών και καλντεριμιών, που αποτελούν τμήμα του Long Pelion Trail και αναδεικνύουν τη μοναδική φύση και τα μνημεία της περιοχής.
Η Ζαγορά
Είναι κτισμένη αμφιθεατρικά στις βορειοανατολικές πλαγιές του Πηλίου, σε υψόμετρο 450-550 μ., με θέα στο Αιγαίο. Αποτελεί το μεγαλύτερο χωριό του Πηλίου, γεμάτο ζωή όλο το χρόνο καθώς οι περισσότεροι από τους κατοίκους ασχολούνται με την καλλιέργεια και τη συγκομιδή των φημισμένων μήλων Ζαγορίν, κερασιών και κάστανων. Είναι, επίσης, ένα από τα πλουσιότερα και πλέον ιστορικά.
Από μακριά οι τέσσερις γειτονιές της Ζαγοράς -η Αγία Παρασκευή (ή Περαχώρα), η Αγία Κυριακή, ο Άγιος Γεώργιος και του Σωτήρα- διαχωρίζονται σαφώς μεταξύ τους, θυμίζοντας τέσσερα διαφορετικά χωριά που απλά …έτυχε να βρίσκονται πολύ κοντά.
Όλες οι γειτονιές έχουν όμορφες πλατείες, περίτεχνες κρήνες και εντυπωσιακές πετρόχτιστες εκκλησίες οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκαν. Τα πιο εντυπωσιακά μεγάλα σπίτια και πυργόσπιτα, αντιπροσωπευτικά της πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, θα τα δείτε κυρίως στον Άγιο Γεώργιο και στην Αγία Κυριακή.
Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής κατασκευάστηκε το 1803 σε σχέδια του λαϊκού αρχιτέκτονα Δήμου Ζηπανιώτη και της Αγίας Κυριακής (1740) ξεχωρίζει για τον λαμπρό εσωτερικό της διάκοσμο και το χρυσοποίκιλτο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1742. Ο Άγιος Γεώργιος βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του χωριού, χρονολογείται στο 1765 και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα νεοελληνικού μπαρόκ.
Ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα κτίστηκε στη θέση όπου παλαιότερα υπήρχε το ομώνυμο μοναστήρι, το οποίο, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ιδρύθηκε το 1160 και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1867. Αυτό μάλιστα θεωρείται πως αποτέλεσε τον πυρήνα γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε η σημερινή Ζαγορά από τον 12ο αιώνα και ύστερα.
Το Ελληνομουσείο και η Βιβλιοθήκη
Από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας η Ζαγορά αποτέλεσε καταφύγιο Ελλήνων από περιοχές όπου η οθωμανική κυριαρχία ήταν σκληρότερη. Από τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση χάρη στην παραγωγή μεταξιού και σκουτιών (μάλλινων υφασμάτων) και οι Ζαγοριανοί, αξιοποιώντας το λιμάνι του Χορευτού και τα περίφημα καράβια τους, ανέπτυξαν έντονη εμπορική δραστηριότητα στην ανατολική Μεσόγειο. Πολλοί διέπρεψαν αργότερα ως έμποροι στην Αίγυπτο και στη συνέχεια ευεργέτησαν τον τόπο καταγωγής τους.
Η οικονομική ευημερία συνδυάστηκε με σημαντική πνευματική ανάπτυξη. Το Ελληνομουσείο, που λειτουργούσε ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα στη Ζαγορά, υπήρξε κορυφαίο εκπαιδευτικό ίδρυμα του Πηλίου, με μαθητές όπως ο Ρήγας Βελεστινλής. Το 1762 ιδρύθηκε η περίφημη Ιστορική Βιβλιοθήκη Ζαγοράς, η οποία σήμερα διαφυλάσσει περισσότερους από 20.000 τόμους -ανάμεσά τους χιλιάδες σπάνιες εκδόσεις, χειρόγραφα και ιστορικούς χάρτες.
Τα μήλα Ζαγορίν
Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι Ζαγοριανοί στράφηκαν στη γεωργία και ειδικά στον κόκκινο «χρυσό» τους, τα περίφημα μήλα της Ζαγοράς. Προχώρησαν μάλιστα στην ίδρυση Αγροτικού Συνεταιρισμού ήδη από το 1916, για να προωθήσουν καλύτερα τα πεντανόστιμα φιρίκια (τα οποία στην πορεία παραμελήθηκαν) και την ποικιλία Starking Delicious, που αργότερα έγινε γνωστή μέσα από το εμπορικό σήμα Ζαγορίν. Διατίθενται σε όλη την Ελλάδα και εξάγονται σε πολλές χώρες του εξωτερικού.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το χωριό κινείται στους ρυθμούς του μήλου και ο χρόνος μετριέται με τις ασχολίες που το αφορούν. Ιδιαίτερα την εποχή της συγκομιδής, με κορύφωση από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Οκτωβρίου, όλοι καταλαμβάνονται από πραγματική «μηλοφρενίτιδα»!
Το Πουρί
Ο πανέμορφος οικισμός απλώνεται κτισμένος αμφιθεατρικά σε μια απότομη δασωμένη πλαγιά, με μέσο υψόμετρο τα 450 μέτρα. Λόγω της υψομετρικής διαφοράς των περίπου 150 μέτρων ανάμεσα στο ψηλότερο και το χαμηλότερο σημείο, σχεδόν κάθε σπίτι έχει απρόσκοπτη θέα στο Αιγαίο και στο Χορευτό. Τα οικοδομήματα είναι συνήθως διώροφα, πέτρινα με σκεπές από κεραμίδι ή πηλιορείτικη πλάκα. Αυλές, κήποι και μπαλκόνια είναι στολισμένα με γαρδένιες και ορτανσίες.
Ένα πέτρινο καλντερίμι διασχίζει κατακόρυφα ολόκληρο το Πουρί και οδηγεί στην ιδιόμορφη κεντρική πλατεία του, που μοιράζεται σε τρία κλιμακωτά επίπεδα. Στο πρώτο κυριαρχεί ένας μεγάλος πλάτανος, στο δεύτερο μια τεράστια φλαμουριά και στο τρίτο βρίσκεται ο ναός του Αγίου Δημητρίου (1743), μια εντυπωσιακή τρίκλιτη βασιλική με επιβλητικό καμπαναριό.
Ο οικισμός αναφέρεται ήδη σε πηγές των 17ου και 18ου αιώνων, αν και θεωρείται ότι η ίδρυσή του έγινε παλαιότερα.
Η μονή Φλαμουρίου
Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της περιοχής του Βόρειου Πηλίου. Η τοποθεσία όπου βρίσκεται είναι πραγματικά ειδυλλιακή και το επιβλητικό κτίσμα μοιάζει χαμένο μέσα σε ένα δάσος από οξιές, βελανιδιές και αγριοκαστανιές. Σύμφωνα με την παράδοση εκεί προϋπήρχε παλαιότερη μονή και η σημερινή ιδρύθηκε το 1593 από τον όσιο Συμεών τον Ανυπόδητο και Μονοχίτωνα, πρώην ηγούμενο της Μονής Φιλοθέου στο Άγιο Όρος. Λίγο αργότερα ανακηρύχθηκε ως Σταυροπηγιακή. Το καθολικό ολοκληρώθηκε το 1602 και είναι σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός με τρούλο, διακοσμημένος εσωτερικά με εξαιρετικές τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, επηρεασμένες από την κρητική ζωγραφική παράδοση. Γύρω του αναπτύσσονται τα κελιά και βοηθητικά κτίσματα.
Τα πέτρινα γεφύρια
Στο Βόρειο Πήλιο σώζονται λίγα αλλά ιδιαίτερα αξιόλογα πέτρινα γεφύρια, κρυμμένα μέσα σε πυκνά δάση και ρεματιές. Τα γνωστότερα είναι το γεφύρι του Πόρου και το γεφύρι του Διακουμή, που βρίσκονται στο ρέμα της Λαγωνίκας, βόρεια από το Πουρί. Και τα δύο είναι μονότοξα, λιθόκτιστα και χρονολογούνται πιθανότατα στον 19ο αιώνα. Αποτελούσαν τμήμα του παλιού δικτύου μονοπατιών που συνέδεε τους οικισμούς της περιοχής και σήμερα αποτελούν αγαπημένο προορισμό για τους πεζοπόρους που ακολουθούν το Long Pelion Trail.
Ανακαλύψτε την Παλιά Μιτζέλα
Από τον δασικό δρόμο που οδηγεί από το Πουρί στην Άνω Κερασιά, περίπου 6 χλμ. μετά το Πουρί, ξεκινά ένα σηματοδοτημένο μονοπάτι που οδηγεί στην Παλιά Μιτζέλα. Η διαδρομή περνά από το μονότοξο πέτρινο γεφύρι του Διακουμή, διασχίζει το ρέμα της Λαγωνίκας και ανηφορίζει μέσα σε πυκνό δάσος, ακολουθώντας μονοπάτι που εναλλάσσεται με τμήματα παλιού καλντεριμιού. Ύστερα από περίπου 30 λεπτά πεζοπορίας, εμφανίζονται τα λιγοστά ερείπια του οικισμού.
Το όνομα Μιτζέλα προέρχεται πιθανότατα από τη βλάχικη λέξη Μουντζέλα, που σημαίνει «μικρό δασωμένο βουνό». Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, εκεί ζούσαν 800 άνθρωποι και υπήρχαν 19 εκκλησίες -ιστορικές πηγές, μάλιστα, περιγράφουν ένα σημαντικό ορεινό χωριό με δύο μαχαλάδες. Η οικονομία του βασιζόταν κυρίως στην κτηνοτροφία, την υλοτομία και τη δενδροκαλλιέργεια, χωρίς να αποκλείεται η ανάπτυξη ναυτικών δραστηριοτήτων μέσω των κοντινών όρμων. Έχει διατυπωθεί επίσης η άποψη ότι στην ευρύτερη περιοχή βρισκόταν η αρχαία Κασθαναία, χωρίς όμως να υπάρχουν αρχαιολογικές αποδείξεις.
Η Παλιά Μιτζέλα γνώρισε δύο μεγάλες καταστροφές στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και τελικά εγκαταλείφθηκε. Όσοι κάτοικοι διασώθηκαν πήγαν στη Σκόπελο και παρέμειναν εκεί έως το 1835. Στη συνέχεια, εξαγοράστηκε γη από το Ελληνικό Δημόσιο και ιδρύθηκε η Νέα Μιτζέλα, η μετέπειτα Αμαλιάπολη, στην παραλία του Αλμυρού.
Το Βένετο
Kτισμένο μέσα σε πυκνά δάση δρυός, καστανιάς και πλατανιών σε υψόμετρο περίπου 320 μ. είναι ένα από τα πιο απομονωμένα χωριά του Βόρειου Πηλίου, με λιθόστρωτα καλντερίμια, πέτρινες κρήνες και τη μικρή πλατεία με τον ναό της Υπαπαντής. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής αποτέλεσε σημαντική βάση της Αντίστασης εξ ου και πυρπολήθηκε το 1944 από τα γερμανικά στρατεύματα. Έτσι, πολλά από τα σπίτια που βλέπουμε σήμερα είναι μεταπολεμικές ανακατασκευές, οι οποίες πάντως ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό την πηλιορείτικη αρχιτεκτονική, διατηρώντας την κλίμακα και τον χαρακτήρα του οικισμού.
Ένας απότομος κατηφορικός δρόμος 2 χλμ. οδηγεί στον μικρό όρμο Κουλούρι, που ήταν το επίνειο του χωριού και ένας άλλος, 4 χλμ. θα σας φέρει στην απομονωμένη παραλία Πετρομέλισσο. Η βραχώδης ακτογραμμή είναι γεμάτη θαλάσσιες σπηλιές και καρστικούς σχηματισμούς οι οποίοι προσεγγίζονται κυρίως με σκάφος.
Το Βένετο αποτελεί σταθμό του Long Pelion Trail, της μεγάλης πεζοπορικής διαδρομής μήκους 168 χλμ. που διασχίζει το Πήλιο. Συγκεκριμένο τμήμα της συνδέει το παραθαλάσσιο Καμάρι με το Κεραμίδι και το Βένετο, ακολουθώντας παλιά καλντερίμια και δασικά μονοπάτια.
Το Κεραμίδι
Βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Πηλίου, εκεί όπου ο ορεινός όγκος του συναντά το Μαυροβούνι. Κτισμένο σε υψόμετρο περίπου 350 μ., ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα σε απομονωμένη θέση για προστασία από τις πειρατικές επιδρομές και έχει χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός οικισμός. Η καρδιά του χωριού είναι η πλακόστρωτη πλατεία με τον ναό του Αγίου Γεωργίου (1787), γύρω από την οποία διατηρούνται πετρόχτιστα σπίτια πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής.
Επίνειό του Κεραμιδιού είναι ο μικρός παραθεριστικός οικισμός Καμάρι που βρίσκεται δίπλα σε μια εκτεταμένη βοτσαλωτή παραλία με καθαρά νερά. Ξεχωρίζει για τον επιβλητικό βράχο ο οποίος υψώνεται λίγο έξω από την ακτή και αποτελεί το χαρακτηριστικό τοπόσημό της.
Η Μονή της Παναγίας Ράσοβας
Θα τη βρείτε ανάμεσα στη Ζαγορά και το Πουρί, μέσα σε καστανοδάσος, σε μια θέση με πηγαία νερά. Αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα μοναστήρια του Πηλίου, με ιστορία που ανάγεται στον 13ο αιώνα, και θεωρείται ότι συνέβαλε στη διαμόρφωση του πρώιμου οικισμού της Ζαγοράς.
Από το αρχικό βυζαντινό μοναστήρι δεν σώζονται πολλά κτίσματα. Το καθολικό ωστόσο διατηρείται: οικοδομήθηκε τον 17ο αιώνα, είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και ξεχωρίζει για τους δύο χαμηλούς πέτρινους τρούλους του -ένα ιδιαίτερα σπάνιο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό στον ελλαδικό χώρο.
Η Μονή Σουρβιάς
Η Μονή Σουρβιάς είναι ένα από τα σημαντικότερα οχυρωμένα μεταβυζαντινά μοναστηριακά συγκροτήματα του Πηλίου, κτισμένη σε μια κατάφυτη πλαγιά. Ανακαινίστηκε τον 16ο αιώνα από τον όσιο Διονύσιο τον εν Ολύμπω και το καθολικό ολοκληρώθηκε το 1627. Πρόκειται για τρίκλιτο ναό αθωνικού τύπου αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα που ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη κυματοειδή λιθόστρωτη στέγη και τις αξιόλογες τοιχογραφίες του 17ου αιώνα. Σύμφωνα με τοπικές ιστορικές μαρτυρίες, κατά τη γερμανική Κατοχή στα κελιά του μοναστηριού λειτούργησε παράνομος πολύγραφος που χρησιμοποιήθηκε για την εκτύπωση αντιστασιακού υλικού.
Σήμερα διατηρείται το καθολικό και έχουν αποκατασταθεί κυρίως η επιβλητική φρουριακή πύλη και τμήματα του ψηλού περιβόλου. Άλλα βοηθητικά κτίρια παραμένουν ερειπωμένα.
Από το μοναστήρι της Σουρβιάς ξεκινά σηματοδοτημένο μονοπάτι μέσα σε δάσος από καστανιές, βελανιδιές και πλατάνια, που οδηγεί στο μικρό πέτρινο εκκλησάκι της Παναγίας Λέστιανης, στο ομώνυμο πέτρινο γεφύρι και στα παλιά ασκηταριά της περιοχής.
Διαβάστε ακόμα:
«Ο αγαπημένος μου προορισμός για πάντα»: Το ησυχαστήριο του ηθοποιού Ταξιάρχη Χάνου στο Πήλιο
Ανεξερεύνητοι Τόποι: Μικρό Πηλίου, ένας «κρυμμένος» παράδεισος με φόντο το Αιγαίο

