Στις 27 Σεπτεμβρίου είναι η Παγκόσμια Ημέρα Τουρισμού και οι περισσότεροι βιώνουμε τον όρο αυτό από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Είμαστε αυτοί που επισκέπτονται τους προορισμούς ως μέρος των διακοπών μας. Διαλέγουμε ένα μέρος με κατευθυντήριες γραμμές του τι θα μας προσφέρει ο τόπος αυτός τις λιγοστές ημέρες που θα τον εξερευνήσουμε. Έχουμε σκεφτεί όμως πώς είναι στ’ αλήθεια ο τόπος αυτός να είναι η μόνιμη κατοικία μας;
Ένα νησί, ένα χωριό, το χωριό μας. Πόσο εύκολη είναι η καθημερινότητα σε αυτούς τους τόπους; Πώς κυλάει η ζωή μακριά από τις μεγαλουπόλεις; Πώς συνεχίζει η ροή όταν εμείς εγκαταλείπουμε τις περιοχές αυτές, γυρνώντας στα σπίτια μας; Και τι θα γινόταν αν αποφασίζαμε μια μέρα να γίνουν εκείνοι ο μόνιμος τόπος κατοικίας μας;
Η ζωή στην επαρχία έχει τόσο διφορούμενο χαρακτήρα που ακόμα και αν έχεις ζήσει όλη σου την ζωή σε έναν τόπο τα συναισθήματα σε διχάζουν. Η ελευθερία, η ασφάλεια, το να ξέρεις πως οι αγαπημένοι σου άνθρωποι βρίσκονται σε μηδαμινή απόσταση από εσένα· έρχονται σε αντιπαράθεση με τις ελάχιστες επιλογές σε νέα μαγαζιά, με την πιθανότητα να πετύχεις το απόγευμα τους ίδιους ανθρώπους που πέτυχες το πρωί και την ίδια καθημερινή ρουτίνα.
Από την άλλη, η ζωή στις μεγάλες πόλεις μπορεί να φαντάζει όνειρο για κάποιους, αλλά στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι κάπου κρυμμένη ανάμεσα στις ψευδαισθήσεις που σου δημιουργούνται. Στην Αθήνα, πριν έρθεις και την ζήσεις από κοντά, περιμένεις να δεις την εγχώρια Νέα Υόρκη. Μεγάλοι και πάντα γεμάτοι δρόμοι, ατελείωτες επιλογές σε διασκέδαση και σε πολιτισμό. Πλήθη κόσμου που δεν τελειώνουν ποτέ. Η ζωή στην πόλη δεν σταματά· από το πρωί μέχρι το επόμενο πρωί πάντα κάτι είναι ανοιχτό, ο κόσμος είναι στους δρόμους και ποτέ δεν σταματάς να ανακαλύπτεις νέα πράγματα, νέα στενά γεμάτα γκράφιτι, ένα νέο μαγαζί που θα γίνει το αγαπημένο σου, μια μικρή θεατρική σκηνή, έναν καλλιτέχνη του δρόμου που θα σε συνεπάρει από μακριά. Όλα αυτά ισχύουν και ίσως τα ζήσεις τον πρώτο καιρό της διαμονής σου στην πόλη. Η αλήθεια όμως, για την καθημερινότητα των περισσότερων, είναι κάπως διαφορετική. Η πλειοψηφία χρειάζεται μια ώρα τουλάχιστον για να φτάσει από το σπίτι στην δουλειά, και άλλο τόσο για την επιστροφή σε αυτό. Σε μία πόλη με σχεδόν 4 εκατομμύρια κατοίκους, η κίνηση στους δρόμους είναι ατελείωτη κάτι που επιβαρύνει τόσο το ωράριο, όσο και την ψυχολογία των κατοίκων της.
Έτσι, ενώ η δυνατότητα για εξερεύνηση νέων περιοχών ή η παρακολούθηση κάποιας από τις εκατοντάδες πολιτισμικές δραστηριότητες που προσφέρονται είναι δίπλα μας, η εξάντληση δεν μας επιτρέπει να το κάνουμε πραγματικότητα. Και εάν κάποια στιγμή καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε κάτι εύκολο όπως το να πάμε στο θέατρο ένα βράδυ, οι σκέψεις πολλαπλασιάζονται γιατί τελικά δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Πώς θα πάμε; Αν πάρουμε αμάξι θα βρούμε να παρκάρουμε; Αν πάμε με τα ΜΜΜ πόσα θα χρειαστεί να αλλάξουμε, ας υπολογίσουμε και έξτρα χρόνο γιατί μπορεί να χαθεί κάποιο δρομολόγιο. Φεύγοντας από την παράσταση πώς θα γυρίσουμε σπίτι; Τα ΜΜΜ λογικά θα έχουν σταματήσει και μάλλον θα χρειαστεί να καλέσουμε ταξί με αποτέλεσμα το κόστος να αυξάνεται κατακόρυφα. Άγχος, πίεση, οικονομική αλλά και ψυχική εξάντληση, όλα αυτά είναι που σε αποτρέπουν από το να κάνεις το βήμα για να δεις κάτι καινούργιο όσο κοντά σου και αν βρίσκεται.
Τι λένε όμως οι άνθρωποι που μένουν μόνιμα στην επαρχία; Άλλοι που γεννήθηκαν και εξακολουθούν να ζουν εκεί, άλλοι που ψάχνουν την κατάλληλη ευκαιρία να φύγουν και άλλοι που έφυγαν και επέστρεψαν πίσω για όλα όσα βρήκαν και έχασαν στην διαδρομή. Φοιτητές, ενήλικες με οικογένεια, άνθρωποι που απλά προτιμούν να ζουν μακριά από το Κλεινόν Άστυ, μας αναφέρουν τα θετικά και τα αρνητικά της επιλογής αυτής.
Η Α.Π. ζει μόνιμα στα Τρίκαλα και η επαρχία την κέρδισε από νωρίς. «Η ζωή στην επαρχία έχει τον δικό της ρυθμό πιο ήσυχο και πιο απλό. Μακριά από την ένταση και τους γρήγορους ρυθμούς της πόλης, η καθημερινότητα κυλάει πιο αργά και σου δίνει την ευκαιρία να παρατηρήσεις πράγματα που ίσως στην πόλη περνούν απαρατήρητα. Ένα «Καλημέρα» στον δρόμο, μια σύντομη κουβέντα ή ένας καφές µε τον γείτονα είναι συνηθισμένα πράγματα. Υπάρχει μια διαφορετική αίσθηση κοινωνικής επαφής, σαν οι άνθρωποι να είναι λίγο περισσότερο μέρος της ζωής ο ένας του άλλου.
Μεγάλο κομμάτι της ζωής στην επαρχία είναι άμεσα συνδεδεμένο µε τη φύση και τις εποχές. Το καλοκαίρι έχει τη ζέστη, τα χωράφια, τις μυρωδιές από τα δέντρα και τα βράδια στις αυλές µε φίλους. Το φθινόπωρο φέρνει τη συγκομιδή και τις πρώτες δροσιές, ενώ τον χειμώνα η ζωή γίνεται πιο ήρεμη, µε το τζάκι, το σπίτι και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Η άνοιξη, από την άλλη, γεμίζει τον τόπο χρώματα και μυρωδιές και κάνει την επαρχία να μοιάζει ακόμη πιο όμορφη.
Ωστόσο, η ζωή στην επαρχία δεν είναι µόνο ρόδινη, έχει κι αυτή τις δυσκολίες της. Η εύρεση εργασίας συχνά γίνεται άθλος καθώς οι επιλογές είναι περιορισμένες. Οι διέξοδοι για διασκέδαση και ψυχαγωγία όπως το σινεμά και το θέατρο είναι μηδαμινές σε σχέση µε τα μεγάλα αστικά κέντρα γεγονός που καθιστά συχνά την ζωή στην επαρχία μονότονη. Ως αποτέλεσμα αυτών, οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την επαρχία, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον σε κάποια μεγαλύτερη πόλη.
Παρόλα αυτά, η επαρχία προσφέρει κάτι που δύσκολα βρίσκεις στην πόλη: περισσότερο χώρο και χρόνο για να ζήσεις. Οι αποστάσεις είναι πολύ μικρότερες δίνοντας την δυνατότητα να απολαύσεις ένα ήσυχο απόγευμα µε φίλους, μια απρόσμενη βόλτα στη φύση ή μια τυχαία συνάντηση µε την παρέα σε κάποια πλατεία κάποιο καλοκαιρινό βράδυ κάτω από τον έναστρο ουρανό. Οι χαρές αυτές είναι μικρές αλλά πολλές φορές είναι πιο ουσιαστικές.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό της ζωής στην επαρχία. Δεν χρειάζονται πάντα πολλά για να περάσεις όμορφα. Ένα σπίτι, μια αυλή, λίγοι καλοί άνθρωποι και χρόνος για μια κουβέντα μπορούν να κάνουν μια συνηθισμένη μέρα ξεχωριστή. Η επαρχία έχει τις δυσκολίες της, αλλά έχει και μια ηρεμία που σε κάνει να θυμάσαι πως η ζωή δεν χρειάζεται να είναι πάντα γρήγορη για να είναι όμορφη.»
Για την Α.Μ. η φύση είναι ο βασικός παράγοντας που εξισορροπεί την μονοτονία της πόλης της. «Η ζωή στην επαρχία και συγκεκριμένα στην πόλη των Ιωαννίνων, έχει πολλές διαφορετικές πλευρές. Συνδυάζει θετικά και αρνητικά στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν την καθημερινότητα και τον τρόπο ζωής των κατοίκων.
Αρχικά, η ζωή σε μια επαρχιακή πόλη μπορεί να γίνει μονότονη και να περιορίσει τις επιλογές για νέες εμπειρίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα, κατά την οποία συναντάς συνεχώς τους ίδιους ανθρώπους στα ίδια μαγαζιά. Είναι σαν να ζεις ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, χωρίς να υπάρχει κάτι διαφορετικό που να σε ενθουσιάζει. Επιπλέον, μπορεί να είναι δύσκολο να βρει κανείς κάτι πραγματικά καινούργιο, ιδιαίτερα αν ζει για πολλά χρόνια στην ίδια πόλη.
Μια σημαντική διέξοδος από αυτήν τη ρουτίνα είναι η φύση της Ηπείρου, η οποία προσφέρει μοναδικές ευκαιρίες για εκδρομές, πεζοπορίες και εξερεύνηση. Κάποιος μπορεί να επισκεφθεί το Ζαγόρι, τα γραφικά χωριά, τα βουνά και τις γύρω περιοχές, ξεφεύγοντας από την καθημερινότητα της πόλης. Έτσι, ακόμη και αν η ζωή στα Ιωάννινα μοιάζει επαναλαμβανόμενη, υπάρχουν δυνατότητες για νέες εμπειρίες σε κοντινές αποστάσεις. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της ζωής στην επαρχία, είναι η έλλειψη ιδιωτικότητας. Στις μικρότερες κοινωνίες οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους και συχνά έχουν εικόνα για τη ζωή των άλλων. Αυτό μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ότι κάποιος δεν μπορεί να κινηθεί ελεύθερα χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Η κοινωνική αυτή οικειότητα, αν και μπορεί να προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας, μερικές φορές περιορίζει την προσωπική ελευθερία και την ανωνυμία που προσφέρει μια μεγαλύτερη πόλη. Από την άλλη πλευρά, η ζωή στα Ιωάννινα προσφέρει το πλεονέκτημα των μικρών αποστάσεων μέσα στην πόλη. Έτσι, είναι πιο εύκολο να οργανώσει κανείς ένα ραντεβού ή να συναντήσει κάποιον χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία ή ακόμη και χωρίς προγραμματισμό. Οι φίλοι συχνά βρίσκονται κοντά και μπορεί να συναντηθούν ακόμη και απρόσμενα, γεγονός που επιτρέπει πιο συχνές επαφές και ενισχύει τις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτή η αμεσότητα προσφέρει συντροφικότητα και μπορεί να κάνει την καθημερινότητα πιο ευχάριστη.»
Η Ε.Α. έχει ως σημείο εκκίνησης μα και λήξης το Ναύπλιο· και αυτή είναι η διαδρομή της. «Είμαι παιδί της επαρχίας. Γέννημα θρέμμα μιας μικρής πόλης, από κείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν με την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι λίγο πιο ανοιχτός απ’ όσο πραγματικά είναι. Μια διαρκής αμφιθυμία χαρακτηρίζει τα συναισθήματά μου γι’ αυτόν τον μικρό ανθρωπότοπο. Μια αμφιθυμία που, όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω πως έχει περισσότερο να κάνει με τα διαφορετικά στάδια της ζωής μου παρά με την ίδια την επαρχία.
Ως παιδί – κι αργότερα ως έφηβη – θεωρούσα δεδομένη την άνεση, την απλωσιά, την ελευθερία. Θεωρούσα αυτονόητο ότι μπορούσα ανά πάσα ώρα και στιγμή να βγω από το σπίτι και να παίξω στις αλάνες, να συναντήσω φίλους στον δρόμο, να περπατήσω ή να πάρω το ποδήλατό μου και να φτάσω στις δραστηριότητες και τα φροντιστήρια μέσα σε πέντε λεπτά. Δεν έζησα τη μανιώδη κίνηση στους δρόμους, ούτε σπατάλησα ζωή σε εξοντωτικές αποστάσεις. Οι διαδρομές ήταν μικρές κι ο κόσμος γύρω μου αρκετά γνώριμος, ώστε να αισθάνομαι ασφαλής. Η επαρχία, τότε, ήταν απλώς η ζωή μου. Δεν την αξιολογούσα. Δεν αναρωτιόμουν αν μου προσφέρει ευκαιρίες ή αν μου στερεί άλλες. Ήταν το αυτονόητο σκηνικό της παιδικής μου ηλικίας και, μέσα σε αυτό, είχα την ελευθερία που μου αναλογούσε.
Μα ύστερα, ήρθε η φοιτητική ζωή στη Θεσσαλονίκη. Για πρώτη φορά βρέθηκα σε έναν κόσμο με διαφορετικούς ρυθμούς. Μια μεγαλούπολη, που μου άνοιξε νέους δρόμους, νέες εμπειρίες, νέες γνωριμίες και κυρίως την αίσθηση ότι οι επιλογές είναι περισσότερες απ’ όσες μέχρι τότε μπορούσα να φανταστώ. Και κάπου εκεί άλλαξε και η οπτική μου. Όταν επέστρεψα, στα 22 μου, η επαρχία μου άρχισε να μοιάζει με ταφόπλακα. Ένιωθα πως με έβαζε σε όρια και καλούπια. Πως η μικρή μου πόλη δεν μπορούσε πια να χωρέσει όλα όσα ήθελα να κάνω, όλα όσα ονειρευόμουν, όλες τις ευκαιρίες που ήθελα να κυνηγήσω. Ήθελα να φύγω. Και αυτό έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Αθήνα έγινε το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου. Για περίπου επτά χρόνια έζησα σε έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό. Έμαθα να κινούμαι γρήγορα, να ψάχνω, να διεκδικώ, να κυνηγώ ευκαιρίες, να προσαρμόζομαι. Να ζω μέσα στην πολυκοσμία και στην αίσθηση ότι πάντα κάτι φασαριόζικο πρέπει να συμβαίνει. Και για κείνη την περίοδο της ζωής μου, η φυγή προς την πρωτεύουσα ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να επιλέξω.
Και η εφταετία έλαβε τέλος.
Γιατί κάποια στιγμή στη ζωή αλλάζουν οι ανάγκες μας, οι προτεραιότητές μας. Και μαζί τους αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο κοιτάμε τα ίδια πράγματα. Όταν έκανα τη δική μου οικογένεια, κάτι μέσα μου με γύρισε πίσω. Τα συναισθήματα της παιδικής μου ηλικίας επέστρεψαν, αυτή τη φορά όμως όχι ως ανάμνηση αλλά ως συνειδητή επιλογή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, επέστρεψα στην επαρχία. Όχι επειδή ξέχασα τι μου έδωσε η πόλη. Ούτε επειδή σταμάτησα να θέλω να εξελίσσομαι, να δημιουργώ και να κυνηγώ πράγματα. Αλλά επειδή πλέον ήθελα κάτι άλλο. Ήθελα να προσφέρω στην κόρη μου κάτι που κάποτε είχα εγώ και που, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πόσο πολύτιμο ήταν. Ήθελα να γνωρίσει την ξεγνοιασιά. Να μπορεί να βγει από το σπίτι και να τρέξει. Να παίξει χωρίς να κοιτάζει συνεχώς το ρολόι. Να κάνει ποδήλατο. Να περπατήσει. Να γνωρίσει τα παιδιά της γειτονιάς της. Να μεγαλώσει με την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο τέσσερις τοίχοι κι ένα πρόγραμμα γεμάτο υποχρεώσεις. Να τρέξει μέχρι εκεί που δεν πάει μέσα στην απλωσιά των παιδικών της χρόνων. Να λερωθεί, να πέσει, να σηκωθεί, να γυρίσει σπίτι κουρασμένη και χαρούμενη. Να έχει αναμνήσεις από μια παιδική ηλικία που δεν χωρά μόνο σε ελεύθερο χρόνο κατόπιν ραντεβού. Και ίσως αυτό είναι τελικά το παράδοξο της επαρχίας. Είναι ο ίδιος τόπος που στα 22 μου με περιόριζε και που σήμερα αισθάνομαι πως μπορεί να δώσει στο παιδί μου ανάσες. Δεν άλλαξε απαραίτητα η επαρχία. Άλλαξα εγώ και ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι την ευτυχία. Σήμερα μπορώ να βλέπω και τις δύο πλευρές. Ίσως λοιπόν η σχέση μου με την επαρχία να μην ήταν ποτέ μια σχέση αγάπης ή απόρριψης. Ήταν πάντα μια σχέση εξελικτική. Κάποτε ήθελα να φύγω για να ανοίξω τα φτερά μου. Κι αργότερα επέστρεψα για να δώσω στην κόρη μου τον χώρο να ανοίξει τα δικά της. Κι ήταν ό,τι καλύτερο έχω κάνει.»
Τα περισσότερα θετικά αλλά και αρνητικά που αναφέρθηκαν, είναι κοινά. Δεν υπάρχει καθολικά σωστή ή λανθασμένη απόφαση. Η μόνιμη εγκατάσταση στην επαρχία, η απόσταση από τις μεγάλες πόλεις, ειδικά τόσο μακριά όπως όσο ένα νησί, κρύβει πολλές δυσκολίες στην καθημερινότητα. Η έλλειψη από νοσοκομεία με πλήρη εξοπλισμό, οι ελάχιστες πολιτιστικές δραστηριότητες που προσφέρονται, ειδικά για μικρά παιδιά, είναι στοιχεία που κάποιος πρέπει να λάβει υπόψιν πριν πάρει μια μεγάλη απόφαση. Ενώ από την άλλη, τα θετικά που βρίσκεις στην ζωή μακριά από την πόλη είναι πολλά και γνωστά. Η επαφή με την φύση έχει πολλαπλά θετικά στον οργανισμό μας. Η επαφή με τους ανθρώπους έχει ακόμα περισσότερα οφέλη.
Κάθε επιλογή έχει πολλά θετικά και αρνητικά που φέρνει μαζί της. Η απόφαση στο τέλος είναι βασισμένο στα αρνητικά που ο κάθε ένας θεωρεί πιο εύκολο να ξεπεράσει. Η άλλη πλευρά του τουρισμού, η καθημερινότητα που συνεχίζει όταν εμείς επιστρέφουμε στην Αθήνα, είναι μια καθημερινότητα ίσως πιο κοντά με την δική μας από όσο θα περιμέναμε.
Διαβάστε ακόμα:

