Έναν χρόνο. Τόσο περιμέναμε να φτάσει πάλι η καλοκαιρινή μας άδεια, έναν χρόνο και κάτι. Και τώρα βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε, να περιμένουμε έναν ακόμη χρόνο. Το ίδιο κενό συναίσθημα, η ίδια ερώτηση: Εγώ τώρα ξεκουράστηκα; Γιατί να γυρίσω και να μην μείνω για πάντα εδώ;

14

Η επιστροφή όμως δεν αρχίζει από την στεριά. Η επιστροφή ξεκινάει από την επιβίβαση στο καράβι. Εκεί που άλλοτε δεν μπορούσες να ακούσεις την παρέα σου από τις φωνές των υπόλοιπων, τώρα επικρατεί μια ύποπτη, σχεδόν άβολη σιωπή. Ο αέρας ανάμεσά σας είναι πιο βαρύς κάτι σας ενοχλεί, κάτι απροσδιόριστο ή και όχι. Σίγουρα κάτι που κανείς δεν τολμά να ονοματίσει, αλλά έχει όνομα. Δεν το λένε επιστροφή, το λένε Αθήνα. Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται στο πλοίο σκεπτικοί, κλειστοί, απόμακροι. Οι ίδιοι που πριν μια εβδομάδα έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας, τώρα με τα χέρια σταυρωμένα στην κουπαστή προβλέπουν τον χειμώνα που έρχεται.

Θα επικρατούσε άραγε η ίδια ύποπτη σιωπή αν δεν γυρνούσαμε στην Αθήνα;

Η επιστροφή στο Κλεινόν Άστυ είναι για πολλούς μια υπόθεση πολύ δύσκολη. Ξύπνημα το πρωί όχι για να προλάβεις το αρμυρίκι στην παραλία, αλλά για να προλάβεις την κίνηση στην Κηφισιάς. Αυστηρό πρόγραμμα για την επόμενη ημέρα με τον χρόνο να σε πιέζει και τις ώρες να μη φτάνουν. Από τα στενά του νησιού και τους αργούς ρυθμούς του χωριού, ξανά στους μεγάλους δρόμους, στα φανάρια και στις διαδρομές που μετρούνται πια σε λεπτά και όχι σε βουτιές. Τόσες μέρες το πρόγραμμα είχε παραλία, ταβέρνα, ύπνο και το βράδυ ποτό. Τώρα πως γυρνάμε πάλι στην πίεση της πόλης. Ο χρόνος έμοιαζε να απλώνεται σαν καλοκαιρινό απόγευμα. Και ξαφνικά, η Αθήνα ζητά πάλι το δικό της ρυθμό. Υποχρεώσεις, ραντεβού, deadlines, ξυπνητήρια και ένα αυστηρό πρόγραμμα για την επόμενη ημέρα. Είναι σαν να αφήνεις πίσω σου έναν μικρό, ήσυχο κόσμο και να επιστρέφεις σε έναν μεγαλύτερο, πιο γρήγορο και σίγουρα λιγότερο όμορφο.

Γυρνώντας πίσω στην Αθήνα, είναι σαν να ξαναβάζεις τις αισθήσεις σου για ύπνο, ύστερα από όλον τον κόπο που χρειάστηκε για να ξυπνήσουν από τη χειμερία νάρκη τους. Στις διακοπές η όσφρηση έχει δουλειά από το πρωί ως το βράδυ. Η μυρωδιά της θάλασσας και του αλατιού, του πεύκου και του χώματος, τα λουλούδια που ανθίζουν δίπλα στον δρόμο, το φαγητό που έρχεται από την κουζίνα της ταβέρνας και γεμίζει τον αέρα. Και ύστερα είναι η γεύση. Τα καρπούζια και τα ροδάκινα που στάζουν στο χέρι, τα σύκα, τα σταφύλια, μια χωριάτικη σαλάτα με ντομάτα που μυρίζει καλοκαίρι, ένα ψαράκι και ένα ποτήρι ούζο δίπλα στο κύμα. Ακόμη και η όραση μοιάζει να θυμάται πώς είναι να εκπλήσσεται. Σε κάθε διαδρομή μπορεί να εμφανιστεί ένας καινούργιος κόλπος, ένα μικρό χωριό, ένα ξωκλήσι, ένα τοπίο που δεν είχες ξαναδεί και που μένει μέσα σου σαν καρτ ποστάλ. Στην Αθήνα, αντίθετα, επιστρέφουμε σε εικόνες γνώριμες μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια. Ίδιοι δρόμοι, ίδια κτήρια, ίδια φανάρια, ίδιες διαδρομές, ίδια βιαστικά βήματα. Όλα μοιάζουν να έχουν τη θέση τους, τίποτα δεν περισσεύει για την έκπληξη. Και κάπως έτσι, μαζί με τη βαλίτσα, αφήνουμε πίσω μας και εκείνη την αίσθηση ότι κάθε μέρα μπορεί να κρύβει κάτι διαφορετικό. Πρέπει να μάθουμε από την αρχή να μη βλέπουμε, να μη μυρίζουμε, να μη γευόμαστε τόσο έντονα.

Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε και πάλι χωριστά. Η κοινή ζωή που χτίσαμε μέσα στο καλοκαίρι μπαίνει στον πάγο, σαν μια όμορφη παρένθεση που κλείνει μέχρι να ανοίξει ξανά. Φίλοι που περίμεναν 365 μέρες για να βρεθούν πάλι στην ίδια πόλη, στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο τραπέζι, επιστρέφουν ο καθένας στη δική του καθημερινότητα. Οι βαλίτσες κλείνουν, τα δωμάτια αδειάζουν και εκείνη η αίσθηση πως είμαστε όλοι μαζί, πως υπάρχει δίπλα μας ο άνθρωπος που τόσο καιρό βρισκόταν πίσω από την οθόνη μας έστω και για έναν καφέ, μια βουτιά, ένα φαγητό ή μια αυθόρμητη έξοδο, τελειώνει απότομα. Ξαναγυρίζουμε στην αφετηρία μας, στους διαφορετικούς δρόμους, στις δουλειές και στις υποχρεώσεις που μας χωρίζουν. Η καθημερινότητα μας καταπίνει. Ακόμη κι όταν μένουμε στην ίδια πόλη, η συνάντηση χρειάζεται πια οργάνωση ημερών. Η κίνηση, τα τελευταία δρομολόγια των ΜΜΜ, οι κρατήσεις και οι υποχρεώσεις απλώνουν ένα πέπλο νεύρων πάνω από την καθημερινότητα. Και κάπου μέσα στον χειμώνα, εκεί κοντά στο Πάσχα, όταν θα μοιάζουν όλα μακρινά, θα αρχίσουμε πάλι να μετράμε τις μέρες, μέχρι να ξανασυναντηθούμε. Στην ενήλικη ζωή της πόλης, ο αυθορμητισμός που τόσο έχουμε ανάγκη γίνεται πια πολυτέλεια.

Και τη θέση του αυθορμητισμού παίρνει ένα κενό. Μια αίσθηση που σε καταπίνει και σου ψιθυρίζει στο αυτί, πως ούτε αυτό το καλοκαίρι κατάφερες αρκετά. Πως θα μπορούσες να έχεις βγει περισσότερο, θα μπορούσες να έχεις πάει σε περισσότερες παραλίες. Θα έπρεπε να περάσεις καλύτερα. Όλοι γύρω σου πέρασαν καλύτερα από εσένα. Ο ψίθυρος αυτός δεν σταματάει ποτέ, πάντα βρίσκει κάτι να σου πει, κάτι που θα σε πεισμώσει και θα σε κάνει να πεις «Του χρόνου θα τα πάω καλύτερα στις διακοπές μου». Συζήτηση ανώφελη! Ο ψίθυρος λέγεται σύγκριση και η αιτία του είναι η υπερπληροφόρηση που τόσο απλόχερα μας προσφέρει αυτή η πόλη. Τα πήγατε εξαιρετικά και όσο και αν δεν θέλουμε να το αναφέρουμε, τον ψίθυρο αυτόν τον έχουμε όλοι. Το κενό δεν θα γεμίσει όμως με ψιθύρους και εσωτερικές συζητήσεις περί του θέματος, αλλά με κατανόηση και αποδοχή της καθημερινότητας μας.

Η επιστροφή δεν χρειάζεται να γίνει ένας ακόμη λόγος για να τα βάλουμε με την καθημερινότητά μας. Η Αθήνα δεν άλλαξε μέσα σε λίγες εβδομάδες και ούτε εμείς χρειάζεται να περιμένουμε από τις διακοπές να μας αλλάξουν τη ζωή. Θα ξαναμπούμε στους ρυθμούς μας, θα ξανατρέξουμε, θα ξαναγκρινιάξουμε για την κίνηση και θα ψάχνουμε μια ώρα μέσα στην εβδομάδα για να δούμε τους ανθρώπους που το καλοκαίρι είχαμε δίπλα μας κάθε μέρα. Και αυτό είναι μέρος της ζωής μας. Το καλοκαίρι δεν απέτυχε επειδή δεν προλάβαμε να κάνουμε όσα είχαμε φανταστεί, ούτε οι διακοπές μας έγιναν λιγότερο όμορφες επειδή κάποιος άλλος ανέβασε περισσότερες φωτογραφίες από μια παραλία. Κάθε άνθρωπος επιστρέφει από τις διακοπές του με διαφορετικές εικόνες και διαφορετικές αντοχές. Άλλος ξεκουράστηκε πολύ, άλλος λίγο, άλλος καθόλου. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να περάσεις το καλοκαίρι. Υπάρχει μόνο αυτό που έζησες.

Διαβάστε ακόμα:

Το Ταξίδι της ζωής

Γιατί το ταξίδι αξίζει περισσότερο από τον προορισμό

Το Ταξίδι προς την ενηλικίωση