Λευκοί, κόκκινοι και καφετί σταλακτίτες διαφόρων μορφών γεμίζουν τον αμφιβληστροειδή μας όταν υψώνουμε το βλέμμα μας και τους θαυμάζουμε ενώ η σιωπή μάς κάνει κοινωνούς μαγευτικών στιγμών όπως του ήχου της σταγόνας νερού που πέφτει από την άκρη του σταλακτίτη και καταλήγει στην επιφάνεια του ποταμού καθώς και των νυχτερίδων ενώ εκτελούν διαδρομές στο εσωτερικό του σπηλαίου. Είναι ορισμένες μόνο από τις οπτικές και ακουστικές εικόνες που ανακαλούμε από την περιήγησή μας στο σπήλαιο πηγών Αγγίτη (Μααρά) το οποίο αποτελεί το γεωλογικό «στολίδι» του βόρειου άκρου της λεκάνης της Δράμας, στους νότιους πρόποδες του Φαλακρού όρους.
Κατέχοντας τον τίτλο του μοναδικού επισκέψιμου ποτάμιου σπηλαίου στην Ελλάδα και με ηλικία περί τα 34.000 έτη, το σπήλαιο πηγών Αγγίτη προσφέρει στους επισκέπτες μία συναρπαστική υπόγεια διαδρομή κατά την οποία κάθε βήμα υπόσχεται μια νέα ανακάλυψη. Τα χρώματα και οι σχηματισμοί που ξετυλίγονται ανά το σπήλαιο είναι μοναδικά, αρωγός στην ενατένισή τους η γέφυρα την οποία διασχίζουμε επάνω από τον ποταμό Αγγίτη που πηγάζει από το σπήλαιο και φιλοξενεί ψάρια όπως η μπριάνα, το τυλινάρι, καραβίδες με μπλε πόδια καθώς και άλλα πλάσματα της πανίδας όπως βύδρες και μυοκάστορες.
Και αν αυτά είναι εντυπωσιακά, εξίσου συναρπαστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ανακαλύφθηκε το σπήλαιο το 1978 από Γάλλους και Έλληνες σπηλαιολόγους με επικεφαλής τον Γεώργιο Αβαγιανό. Έγινε με κατάδυση εκκινώντας από το σημείο όπου το νερό εκβάλει από μικρό τοξοειδές άνοιγμα στη βάση ενός θολωτού σπηλαίου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η λεγόμενη «Αίθουσα του Τροχού» και συνάμα το μέρος όπου καταλήγει η μαγευτική περιήγηση που πραγματοποιείται στο σπήλαιο Μααρά.
Η διαδρομή
Η γνωριμία με την υπόγεια κοιλότητα ξεκινά προτού μπούμε σε αυτήν· παρκάρουμε το αυτοκίνητο κάτω από δέντρα με πλούσια φυλλωσιά, ακολουθούμε μικρή καταπράσινη διαδρομή που ντύνεται ηχητικά από την ροή του ποταμού Αγγίτη και φτάνουμε έξω από το σπήλαιο. «Δόθηκε για πρώτη φορά στο κοινό το 2000 έπειτα από εργασίες ανάδειξής του και ανασκαφικές έρευνες» μάς λέει η αντιδήμαρχος Πολιτισμού, Τουρισμού και Βιομηχανικού Πάρκου του Δήμου Προσοτσάνης, Ελένη Βιουγιουκλή και συμπληρώνει: «Η είσοδος την οποία ακολουθούμε είναι τεχνητή, για να δημιουργηθεί έγινε εκσκαφή 10 μ. κατά την οποία βρέθηκαν οστά από άγρια άλογα, ελάφια, ρινόκερους, μεγάκερους και ένας χαυλιόδοντας μήκους 1,5 μ. από μαμούθ ο οποίος εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας».
Κρατάμε την πληροφορία και περνάμε από την πόρτα της τεχνητής εισόδου που μόλις άνοιξε. Ευθύς, μάς «τυλίγει» ένα ευχάριστο κύμα δροσιάς που οφείλεται στη θερμοκρασία του σπηλαίου η οποία είναι στους 17 βαθμούς όλον τον χρόνο ενώ το νερό στους 13 βαθμούς. Η υγρασία είναι αισθητή καθ’ όλη την τουριστική διαδρομή των 500 μ. Συνολικά, έχουν εξερευνηθεί 12 χλμ. και οι ερευνητές εκτιμούν ότι το σπήλαιο φτάνει τα 25 χλμ. ενώ την αρχή δεν την έχουν βρει ακόμα.
Κατά τη διαδρομή των 500 μ. δεν σταματάμε να παρατηρούμε σταλακτίτες και τους διαφορετικούς χρωματισμούς ανά σημεία του σπηλαίου, κάποια από αυτά παραπέμπουν σε κάστρο κάποια άλλα μας ταξιδεύουν σε αρχιτεκτονικά σχέδια. Σε ορισμένες πλευρές του σπηλαίου υπάρχουν φωλιές νυχτερίδων – τις καταλαβαίνουμε από το μαύρο χρώμα το οποίο έχει καλύψει τις αποχρώσεις των πετρωμάτων. Σκύβουμε το βλέμμα και παρατηρούμε τη στάθμη του νερού· «είναι πεντακάθαρο. Παλιά το χρησιμοποιούσαν για την ύδρευση της γύρω περιοχής όμως, όταν βρέχει, τα νερά του λεκανοπεδίου του Κάτω Νευροκοπίου διασχίζουν το βουνό και μαζί τους παρασέρνουν ό,τι υπάρχει στο διάβα τους, μεταξύ αυτών και άμμο. Οπότε, κάθε φορά που κατεβαίνει νερό και άμμος, αλλάζει και η στάθμη του πυθμένα με αποτέλεσμα αλλού να είναι 10 εκατοστά, αλλού 1-1,5 μ., ακόμα και 2 μ.».
Το βλέμμα μας πέφτει σε ορισμένους σταλακτίτες των οποίων η άκρη είναι βυθισμένη στην άμμο και στο νερό και αυτό οφείλεται στην άνοδο της κοίτης του ποταμού όπως μας διευκρινίζει η κα. Βουγιουκλή, τονίζοντας πως «για να αναπτυχθεί ένα εκατοστό σταλακτίτη χρειάζεται περίπου ένας αιώνας» και αυτή η φράση είναι αρκετή για να αντιληφθούμε την ιστορία του σπηλαίου.
Φτάσαμε στο σημείο όπου η γέφυρα σταματά να επεκτείνεται προς το εσωτερικό του σπηλαίου και κάνει στροφή για να οδηγηθούμε προς τα έξω. Στεκόμαστε λίγο και παρατηρούμε ένα μικρό μονοπάτι από πέτρες και έπειτα ένα μικρό άνοιγμα. Είναι το σημείο όπου συνεχίζεται η χιλιομετρική διαδρομή ανακάλυψης του σπηλαίου, σαφώς δεν είναι προσβάσιμη προς το κοινό αλλά μαθαίνουμε γι’ αυτήν.
«Όσο προχωράμε προς τα μέσα οι αίθουσες είναι πιο ψηλές, οι σταλακτίτες πιο ψηλοί και σε πολλά σημεία λαμπυρίζουν. Στα 1.100 μ. υπάρχει η λεγόμενη ”Αίθουσα της Ακρόπολης”, μία μεγάλων διαστάσεων αίθουσα της οποίας η αριστερή πλευρά δεν διασχίζεται από τον ποταμό με αποτέλεσμα να σχηματιστούν σταλαγμίτες περί τα 20 μ. Είναι το μοναδικό σημείο στο οποίο υπάρχουν σταλαγμίτες ενώ σε όλο το υπόλοιπο σπήλαιο υπάρχουν μόνο σταλακτίτες», όπως εξηγεί η κα. Βουγιουκλή.
Δημιουργούμε νοητά την εικόνα της «Αίθουσας της Ακρόπολης» καθώς κάνουμε αναστροφή και διαπιστώνουμε ότι ο βράχος πάνω από το κεφάλι μας χαμηλώνει σταδιακά σε ύψος ώσπου καταλήγουμε στην έξοδο που αποτελεί τη φυσική είσοδο του σπηλαίου και ένα επιφώνημα ζωγραφίζει τα χείλη μας προτού προλάβουμε να το αντιληφθούμε. Το κενό μέχρι τον βράχο είναι μεγάλο, βλέπουμε το σημείο από όπου βγαίνει ο ποταμός και είναι εκείνο από όπου μπήκαν οι σπηλαιολόγοι το 1978, δίπλα του ένας υδραυλικός τροχός διαμέτρου 8 μ. και από την άλλη πλευρά το φυσικό άνοιγμα: ένας μικρός λόφος με δέντρα που λούζονται από το φως του ήλιου.
«Βρισκόμαστε στην ”Αίθουσα του Τροχού” όπου βρέθηκαν οστά ζώων, όπλα, είδη οικιακής χρήσης από τους προϊστορικούς χρόνους. Το μέρος αυτό κατοικήθηκε περιστασιακά, ποτέ μόνιμα. Στην κορυφή του λόφου υπάρχουν ερείπια παλιού κάστρου του οποίου οι άνθρωποι, όταν βρίσκονταν σε αποκλεισμό, κατέβαιναν από το φυσικό άνοιγμα και προμηθεύονταν νερό», μάς εξηγεί η κα. Βουγιουκλή. Όσο για τον σιδηροτροχό, «είναι του 1936 και αντικατέστησε έναν ξύλινο που βρισκόταν εδώ από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και χρησιμοποιείτο για την ύδρευση και άρδευση των γύρω χωριών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 καθιερώθηκε νέο σύστημα υδροδότησης και τέθηκε σε αχρηστία. Ούτως ή άλλως, η στάθμη του νερού δεν επαρκεί για να μπορέσει να γυρίσει, αυτή τη στιγμή γυρίζει με ηλεκτρισμό για τουριστικούς λόγους».
Θαυμάζουμε τον χώρο, εκεί πραγματοποιήθηκε μέρος των γυρισμάτων της ταινίας «Μολυβένιος Στρατιώτης» (2025) του Μπραντ Φέρμαν. Στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος σε ένα μέρος με μακρά ιστορία, μακριά από τα μάτια των ανθρώπων ώσπου είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου να ανακαλυφθεί από πού προέρχονται τα νερά τα οποία έβγαιναν από τον βράχο. Από ένα πανέμορφο μέρος όπου κάθε σταλακτίτης μαρτυρά το αποτύπωμα του χρόνου.
Ένα σπήλαιο απαράμιλλης ομορφιάς που δέχεται επισκέψεις καθημερινά, από όσους θέλουν να θαυμάσουν τη μαγεία ενός σπηλαίου, όσους θέλουν να εκπαιδεύσουν το βλέμμα τους, να βρεθούν για λίγα λεπτά σε ένα μέρος εντελώς διαφορετικό από τα συνήθη και παρατηρώντας κάθε σπιθαμή του σπηλαίου να κάνουν τους δικούς τους συνειρμούς. Ένας από αυτούς, πως οι σταλακτίτες μοιάζουν με πύργους κάστρων, χέρια της γης ή και δάκρυά της. Οι σχηματισμοί αφήνουν καθέναν ελεύθερο να κάνει τις δικές του παρομοιώσεις, αρκεί μία επίσκεψη η οποία είναι μοναδική για όσους επισκεφτούν τη Δράμα, από την οποία το σπήλαιο πηγών Αγγίτη απέχει μόλις 23 χλμ.
Διαβάστε ακόμα:
Δύο αιώνες φωτογραφίας «ξετυλίγονται» στη Δράμα
Εξερευνώντας τα αληθινά χρώματα της Φύσης: Μια ξεχωριστή πεζοπορική διαδρομή στο Παρανέστι Δράμας

