Αλλά η Σέριφος δεν είναι μόνο αυτά. Είναι ένα μίγμα με υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο, σε ιστορικά γεγονότα, σε έναν απλό τρόπο ζωής. 

17

Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τη Σέριφο, πριν από τρεις δεκαετίες. Η άφιξη, μέσα Σεπτεμβρίου, αργά το απόγευμα, πρόσφερε το πιο δυνατό θέαμα, βαθιά και μόνιμη εικόνα – ανάμνηση. Η Χώρα να κρέμεται σχεδόν πάνω από το λιμάνι, με τα φώτα να δίνουν την εντύπωση πολλών σειρών μαργαριταριών γύρω από το σκοτεινό λαιμό του λόφου του Κάστρου. Σήμερα, αυτή η αίσθηση παραμένει δυνατή, ατόφια, με την ομορφιά της Χώρας να σκαρφαλώνει και να τυλίγει την κορυφή του λόφου, λουσμένη στο απογευματινό φως αυτή τη φορά. Το Λιβάδι, το λιμάνι του νησιού είναι πολύβουο, με έντονη κινητικότητα, μέσα Ιουλίου, μέσα στην καρδιά της περιόδου μεγάλης επισκεψιμότητας. Οι ημέρες παραμονής μου στο νησί είναι λίγες, δεν επιτρέπουν χρόνο για χάσιμο. Σε ένα πολύ όμορφο παραλιακό εστιατόριο – beach bar, συναντώ, κατόπιν συνεννόησης μέσω Λέσβου, τον Γιάννη Σπιλάνη, καθηγητή περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου και κάτοικο Σερίφου μεγάλο μέρος του χρόνου και τον Γιώργο Γαβαλά, διδάκτορα αρχαιολογίας ο οποίος εργάζεται στην εφορεία αρχαιοτήτων Κυκλάδων στο Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού. Η γνωριμία μας εξελίσσεται πολύ γρήγορα σε μια οικειότητα, η συζήτηση κινείται άνετα μεταξύ της χαλαρότητας του καλοκαιριού, καθώς καθόμαστε μπροστά στην πλαζ του Λιβαδιού, αλλά και της ανταλλαγής πληροφοριών αναφορικά στη Σέριφο του παρελθόντος και του σήμερα. Το άγχος της πίεσης του χρόνου έχει μειωθεί σημαντικά μετά την πρώτη αυτή επαφή, αφού νιώθω ότι δε θα μπορούσα να πέσω σε καλύτερα χέρια για τη μεγάλη βόλτα της επόμενης ημέρας. 

Η ιστορία της Σερίφου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μεταλλευτική της δραστηριότητα, από τα αρχαία χρόνια μέχρι το πρόσφατο παρελθόν, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 όπου και εγκαταλείφθηκε πια η εξόρυξη σιδήρου. Το ανάγλυφο του εδάφους, με τα πολλά υψώματα, του Όρους, του Πετριά, του Τρούλλου, επιτρέπουν στην κατανόηση του μεγέθους του νησιού, τη θέα προς τα διάσπαρτα αγροτόσπιτα, τις αναβαθμίδες, τα πολλά εκκλησάκια να σπάνε με τη λευκότητά τους τη μονοχρωμία του γκρι – καφέ του κατακαλόκαιρου, τις απότομες καθόδους προς μικρούς, καταγάλανους ορμίσκους και παραλίες αλλά και άλλους, σκούρους, από το χρώμα της σκουριάς. Ο αέρας που μπαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα, καυτός και σε ριπές, θυμίζει στον επισκέπτη τη σκληρότητα της ζωής στα νησιά των Κυκλάδων για τους ντόπιους πριν την έλευση του τουρισμού ως προϊόν διαβίωσης. Οι αναβαθμίδες μαρτυρούν την αγροτική παραγωγή του παρελθόντος, παράλληλα στην μεταλλευτική δραστηριότητα η οποία συντηρούσε την οικονομία του νησιού για πολλές δεκαετίες.

Λίγη ώρα αργότερα φτάνουμε στον Αβεσσαλό, στα δυτικά όπου βρισκόταν η έδρα της πρώτης εταιρίας εξόρυξης σιδήρου. Ο στενός δρόμος μπροστά μας είναι κλειστός και απροσπέλαστος. Αφήνουμε τον Γιάννη να γυρίσει το μικρό SUV με δεκαπέντε μανούβρες, κάτω από το ύψωμα με τη μεγαλύτερη εναπόθεση σκουριάς στις Κυκλάδες αλλά και στο Αιγαίο, καθώς ο Γιώργος μου δείχνει τα απομεινάρια από τα πρώτα καταστήματα πριν μεταφερθεί η έδρα της εταιρίας στο Μέγα Λιβάδι, λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα. Η οργάνωση της εξόρυξης και η εμπορία του μεταλλεύματος, σιδήρου με πολύ υψηλή καθαρότητα, περί το 70%, ανατέθηκε στη γαλλική εταιρία «Σέριφος – Σπηλιαζέζα», η οποία με τη σειρά της εκμίσθωσε τα δικαιώματά της στον Γερμανό μεταλλειολόγο και μηχανικό Έμιλ Γκρόμαν. Το Μέγα Λιβάδι και ο Κουταλάς έγιναν τα δύο κύρια σημεία διαχείρισης και φόρτωσης του μεταλλεύματος, όπως έβγαινε από τη γη, αφού χάρη στην υψηλή καθαρότητα δεν υπήρχε λόγος κατασκευής υψικάμινου για την επεξεργασία του. Στο Μέγα Λιβάδι κατασκευάστηκε από τον Γκρόμαν ένας πρότυπος οικισμός, με εργατικές κατοικίες, διοικητήριο, χημείο, αστυνομικό σταθμό, σχολείο. Πίσω από αυτά δημιουργήθηκε ένα πρότυπο αγρόκτημα, με το σπίτι του επιστάτη να το εποπτεύει αλλά και ένα μουσικό περίπτερο όπου, όταν επέστρεφαν οι εργάτες, μια ορχήστρα έπαιζε κλασσική μουσική «…προς τέρψιν αλλά και την εκπαίδευση των εργατών», όπως μου εξιστορεί ο Γιώργος Γαβαλάς. Το διοικητήριο είναι ένα εμβληματικό διώροφο νεοκλασικό κτίριο επηρεασμένο από την αισθητική και το αρχιτεκτονικό στυλ του Ερνστ Τσίλλερ, με συμμετρικές όψεις και στοιχεία αίγλης από την εποχή ακμής των μεταλλείων. Το σπίτι του ίδιου του Γκρόμαν είναι ορατό από μακριά καθώς έχει χτιστεί με έναν τρόπο ονειρικό, στο χείλος του κοκκινωπού βράχου, στα μισά του όρμου, πάνω από τα πεντακάθαρα, σκούρα νερά. Ο Γκρόμαν και οι απόγονοί του, με σκαμπανεβάσματα στις διεθνείς τιμές των μεταλλευμάτων, με άνθηση κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, με διάφορες παλινωδίες αλλά και με εργατικές εξεγέρσεις, με κυριότερη αυτή του 1916, η οποία είχε μεγάλες αναταραχές αλλά και νεκρούς, αλλά και με τη μείωση του ενδιαφέροντος στις αγορές, κλείνουν τα ορυχεία το 1963 και επιστρέφουν στη μητρική εταιρία στο Λαύριο, συμπαρασύροντας τα δύο τρίτα των εργατών μαζί τους.

Καθώς τα μαθαίνω όλα αυτά, για τα πάνω από δέκα σημεία φόρτωσης των οποίων τα απομεινάρια είναι αλλού πιο εμφανή και αλλού η φύση τα έχει κρύψει, για το ότι η εξόρυξη σιδήρου ήταν το βασικό έσοδο στο νησί, ακολουθούμενο από την αμπελουργία και την κτηνοτροφία, για το γεγονός ότι οι ντόπιοι δεν πλούτισαν κατά τη διάρκεια αυτής της δραστηριότητας, για το ότι μαζί με τους εγγεγραμμένους άντρες εργάτες, δούλευαν και πολλές γυναίκες αλλά και παιδιά, «από ήλιο σε ήλιο», η ζέστη και η άγρια σκληρότητα του εδάφους καθώς και το ανελέητο χτύπημα του ήλιου, με μεταφέρουν νοερά σε εκείνη την εποχή, προσπαθώντας να φανταστώ, έστω, την ταλαιπωρία και τις κακουχίες. Μόνο επιδερμικά τολμώ να το πλησιάσω. 

Κατά τη διάρκεια αυτών των σκέψεων και των διάσπαρτων στοιχείων τα οποία μου προσφέρουν από τα μπροστινά καθίσματα οι δύο φίλοι ξεναγοί μου, οι συζητήσεις μεταξύ τους κινούνται σε όλο τα φάσμα της ντόπιας ζωής. Φυσικά δεν καταλαβαίνω τίποτα, σαν να υπάρχει ένας κώδικας μεταξύ τους με άγνωστες λέξεις και έννοιες, γεγονός απίστευτα διασκεδαστικό. 

Η περιήγηση μας πέρασε από τον Άσπρο Πύργο και το εκκλησάκι του Άγιου Χαράλαμπου με την αρχαία δεξαμενή στο εσωτερικό του, από τον Ψαρόπυργο, χτισμένο με πέτρες μακρόστενες, παράξενες και με την υποτιθέμενη σπηλιά του Κύκλωπα στη βάση του για να καταλήξουμε σε μια ακατανόητη κλειστή συρόμενη καγκελόπορτα στο δρόμο λίγο πριν τον Κάβο Κύκλωπα στα νοτιοδυτικά. Κάθε τόπος, ιδιαίτερα αυτοί οι πανέμορφοι βράχοι καταμεσής του λαμπρού Αιγαίου, τα νησιά, έχουν τις τοπικές τους ιστορίες, διεκδικήσεις, διευθετήσεις αλλά και μυστικά τα οποία οι ντόπιοι καλούνται να λύσουν προστατεύοντας τον τόπο αλλά και το περιβάλλον. Η Σέριφος δεν είναι εξαίρεση σε αυτό.

Νωρίς το πρωί της επόμενης, η ημέρα ξεκινά στα σοκάκια της Χώρας. Είναι Κυριακή. Στην εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου τελείται λειτουργία και τα ηχεία στο εξωτερικό του κτιρίου την αναπαράγουν. Ένα παιδί τρέχει στο πλακόστρωτο, εικόνα σχεδόν κλισέ, αν δεν ήταν τόσο αυθόρμητη όσο το παιχνίδι. Η άνοδος προς την κορυφή του Κάστρου είναι δαιδαλώδης, απαιτητική, ήσυχη, με στοιχεία της ζωής πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα μόνο τον ήχο κάποιας τηλεόρασης ή μια απλωμένη μπουγάδα. Η θέα από την κορυφή, με τον ήλιο να χρυσίζει τη θάλασσα, πίσω από το καμπαναριό της Αγίας Βαρβάρας, αποζημιώνει την καταγωγή. Χαράζει δρόμο και παρασύρει σε ονειροπόληση. Η μυρωδιά φρεσκοψημένου ψωμιού, παρότι Κυριακή, με συνεφέρει και με οδηγεί στην κάτω πλατεία όπου οι ντόπιοι συναντιούνται τα πρωινά, μια συνήθεια καθημερινή, σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Στο καφενείο «Οι Μύλοι», μου δείχνουν παλιές φωτογραφίες από το σημείο που βρισκόμαστε, σε χρώμα και σε ασπρόμαυρο, απεικονίζονται άνθρωποι οι οποίοι πέρασαν  τη ζωή τους στο νησί, πρόσφεραν, άφησαν απογόνους και την προσωπική τους ιστορία στο βιβλίο της μνήμης της Σερίφου. 

Ο γύρος του νησιού είναι εύκολη και πολύ ευχάριστη διαδικασία. Οι παραλίες είναι πολλές και πανέμορφες, άγριες αλλά και ήπιες, με καθαρή ψιλή άμμο, με βότσαλα, σε οικισμούς αλλά και σε τελειώματα πεζοπορικών μονοπατιών, με φυσικές σκιές από τα φυτεμένα πριν από 100 χρόνια αρμυρίκια, στις περισσότερες από αυτές. Η σκιά των δέντρων είναι μια απόλυτα δημοκρατική διαδικασία καθώς κινείται όπως κινείται ο ήλιος, χαρίζοντας τη δροσιά τους σε επιφάνεια μεγάλη, δίκαια μοιρασμένη. Υπάρχουν φωτογραφίες τραβηγμένες τη δεκαετία του 1920 οι οποίες αποτυπώνουν κάποιες παραλίες με νεαρές φυτεύσεις. Ένα δώρο των προγόνων στις γενιές που θα ακολουθούσαν. Κατευθυνόμενος βόρεια, ατενίζω τον όρμο Συκαμιάς πάνω από το πανέμορφο χωριό της Παναγιάς με την ιστορική εκκλησιά στην πλατεία.

Στη στροφή επάνω εμφανίζεται το «φρούριο» της Μονής Ταξιαρχών, κέντρο θρησκευτικό, οικονομικό και διοικητικό του νησιού για πολλούς αιώνες, με πλούσιο ιστορικό αρχείο της Σερίφου. Η μικρή, διακριτική πινακίδα με οδηγεί δεξιά, ψηλά, επάνω στην περιοχή του Προφήτη Ηλία, με το ομώνυμο εκκλησάκι. Εδώ με περιμένει ο Χρήστος Χρυσολωράς, οινοποιός, γέννημα θρέμμα της Σερίφου. «Μόνο για τις σπουδές και για τη στρατιωτική θητεία έχω φύγει από το νησί», μου λέει αφού έχουμε καθίσει στο μικρό, καλόγουστο γραφείο του κάτω από έναν πίνακα με μοτίβο Τσαρούχη. Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 450 μέτρων και τα αμπέλια του Χρήστου, το μεγαλύτερο μέρος των 32 στρεμμάτων που καλλιεργεί, βρίσκονται εδώ. Έκανε τον πρώτο τρύγο το 2015 και συνεχίζει με πίστη και μεγάλο πάθος, όπως ακούγεται όταν μιλά για τη δουλειά του. Ασύρτικο, μαντηλαριά, μονεμβασιά, μια τοπική ποικιλία ερυθρωπή, το ψαροσύρικο αλλά και την απόλυτα τοπική ποικιλία του Σεριφιώτικου καλλιεργεί και οινοποιεί ο Χρήστος Χρυσολωράς. «Μέχρι τη δεκαετία του 1960 μπορεί να υπήρχαν μέχρι και 20.000 στρέμματα αμπελοκαλλιέργειας στο νησί», μου λέει, προσθέτοντας την πραγματικότητα της εγκατάλειψης της προσπάθειας καλλιέργειας αμπελιού. Μαζί με τους δύο μόνιμους συνεργάτες του, τη Maura Rodis και το Γιάννη Κόντε, συνεχίζουν σταθερά την καλή δουλειά, η οποία χαίρει μεγάλης εκτίμησης από τους ντόπιους επιχειρηματίες εστίασης και όχι άδικα αφού τα αποτελέσματα είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Η συζήτησή μας κινείται, εκτός από το κρασί, πολύ και στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά και στην έννοια της ζωοφιλίας και της προστασίας των ζώων, η οποία τείνει μερικές φορές να μεταφράζεται με λάθος τρόπο προκαλώντας προβλήματα στις τοπικές κοινωνίες. Το οινοποιείο Χρυσολωρά, πέραν του βιολογικού τρόπου καλλιέργειας, είναι πρότυπο βιώσιμης επιχείρησης. Δεν σερβίρουν εμφιαλωμένο νερό, χρησιμοποιούν για τα ποτίσματα και άλλες ανάγκες συλλεγμένο βρόχινο και δεν παράγουν καθόλου πλαστικό. Το οινοποιείο είναι επισκέψιμο όλο το χρόνο, το καλοκαίρι με σταθερό ωράριο και το χειμώνα κατόπιν ραντεβού. «Το μεγαλύτερο γεγονός στο νησί αναφορικά στο κρασί, γίνεται στις 11 Νοεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Ιωάννη του Καλοκρασσά», συμπληρώνει ο Χρήστος καθώς με αποχαιρετά με μια δυνατή χειραψία. «Στη χάρη του οι Σεριφιώτες δοκιμάζουν τα νέα κρασιά»!

www.chrysoloras.gr

Λίγο πριν σουρουπώσει, ζεσταίνονται τα όργανα στο στενό σοκάκι, έξω από το παραδοσιακό παντοπωλείο του «Πετριά». Η αλμύρα στο δέρμα αλλά και ο αέρας στο πρόσωπο ολημερίς, δίνουν την απόλυτη αίσθηση του ελληνικού καλοκαιριού με τις νότες από το βιολί και το λαούτο να τσιμπάνε ευχάριστα τις αισθήσεις σαν το αλάτι και τα αρώματα από θρούμπι, θυμάρι αλλά και γιασεμί.

Διαβάστε ακόμα:

Αποστολή στη Σέριφο: 9 προτάσεις για νόστιμο φαγητό στο όμορφο νησί των Δυτικών Κυκλάδων

Αποστολή σε Σίφνο και Σέριφο: Η εμπειρία δύο παραδοσιακών πανηγυριών στις Δυτικές Κυκλάδες

Από την Αθήνα στη Σέριφο: Δύο αδελφές έδωσαν ζωή σε έναν νέο πολιτιστικό προορισμό στο νησί