Μια παράδοση δυνατή, στιβαρή, με έρεισμα θρησκευτικό, μια γιορτή σύνδεσης, μοιράσματος και ευχής η οποία κρατάει γερά μέσα στον χρόνο. Τα πανηγύρια στα νησιά των Κυκλάδων είναι μια εμπειρία κατανόησης του εκάστοτε τόπου, της ιστορίας του και της λαογραφίας του. Κατ’ επέκταση, των ανθρώπων του.

21

Λίγες μόνο ώρες μετά την άφιξη στο νησί της Σίφνου και οι επαφές με ντόπιους κατοίκους και επιχειρηματίες, αποστάζουν έναν πρώτο σκελετό της θεματολογίας μου, αναφορικά στη ζωή και τις δραστηριότητες του νησιού, ικανό να ζωντανέψει μια πλευρά του, παράλληλη με αυτήν της αναγκαίας πια για την επιβίωσή του τουριστικής ανάπτυξης. Μέσα στον καταιγισμό πληροφοριών, έρχεται η πρώτη αναφορά σε ένα τοπικό γεγονός, ένα πανηγύρι σε ένα ξωκλήσι μακρινό, ψηλά, στο τέρμα ενός δύσβατου χωματόδρομου στην κορυφή μιας ράχης με θέα δυτική. Το ίδιο βράδυ κιόλας. Το πρώτο της παραμονής μου στην όμορφη Σίφνο. Με σεβασμό και μια δόση εμπιστοσύνης, με λίγες κουβέντες, γεμάτες ταπεινότητα αλλά και πολλή ευγνωμοσύνη από πλευράς μου, οργανώνουμε τη μετάβασή μας στον τόπο του ετήσιου αυτού γεγονότος, σημαντικού για τους διοργανωτές του αλλά και για τους άμεσα εμπλεκόμενους.

Σίφνος, 16 Ιουλίου 2026

Η συνάντηση γίνεται αργά το απόγευμα σε μια διασταύρωση, λίγα χιλιόμετρα από την Απολλωνία. Παρκάρουμε τα μηχανάκια στην άκρη του δρόμου, κάτω από τα πλούσια κλαδιά μιας ελιάς και περιμένουμε τον έναν από τους «πανηγυράδες», όπως αποκαλούν τους διοργανωτές του, να περάσει να μας πάρει με το «σκληρό» αγροτικό του, ικανό να μας μεταφέρει μέχρι το μονοπάτι που οδηγεί στην είσοδο της Αγίας Μαρίνας στο Φλάμπουρο.

Γιορτάζει αύριο, 17 Ιουλίου και οι εορτασμοί λαμβάνουν χώρα την παραμονή το βράδυ. Στη διαδρομή, αντιλήφθηκα το λόγο των γέλιων όταν πρότεινα να ανέβω μόνος με τη vespa, αφού το χτύπημα στην καρότσα καθώς καβαλούσαμε κοτρόνες και νεροφαγώματα απαιτούσε γερό κράτημα από τις κουπαστές της αλλά και μια κόντρα φρεναρίσματος με το πόδι για να μην χτυπιέται ο επιβάτης πέρα δώθε, σε μια διαδικασία υπέροχη, παιδική μνήμη αλλά και περιπέτεια μαζί. Ο ήλιος έχει δύσει και τα χρώματα του ουρανού, αναμεμιγμένα με τα σύννεφα σκόνης που σηκώνει το αγροτικό, δημιουργούν πίνακες ζωγραφικούς, κυκλαδίτικους. Μέσα σε γέλια αλλά και μια προσπάθεια να τραβήξω κάποιες φωτογραφίες από την εμπειρία μου αυτή, μέσα στο μισοσκόταδο, φτάνουμε στην κορυφή μιας ράχης όπου κι άλλα λίγα, ανθεκτικά οχήματα είναι ήδη παρκαρισμένα. Η μυρωδιά της κοπριάς φανερώνει την ύπαρξη μιας στάνης κάπου κοντά. Αφού ξεπεζεύουμε την καρότσα, η εκκλησία εμφανίζεται στο βάθος, ολόλευκη, φωτισμένη μέσα στο σκοτάδι της πλαγιάς και κάτω από το βαθύ μωβ του ουρανού.

Το φεγγάρι και τα πιο φωτεινά αστέρια κρέμονται ήδη αναμμένα στον καμβά καθώς περπατάμε τις πλατιές πλάκες του μονοπατιού μέχρι τη σκάλα της εισόδου. Φανοστάτες οι οποίοι λειτουργούν με φωτοβολταϊκά, βοηθούν στο πιο ασφαλές βάδισμα μέσα στην άγρια γεωλογία των Κυκλάδων. Η αυλή της εκκλησίας φανερώνεται μετά το πέρασμα από τη χτιστή καμάρα και είναι γεμάτη κόσμο. Ντόπιοι Σιφναίοι οι περισσότεροι αλλά και άλλοι, με καταγωγή από εδώ, έχουν παρακολουθήσει ήδη τη Θεία Λειτουργία και έχουν ακροβολιστεί σε κάθε γωνιά της χτιστής αυλής, δημιουργώντας πηγαδάκια, ανταλλάσσοντας κουβέντες χαρούμενες αλλά και τα νέα τους. Κάποια κινητά αποτυπώνουν τις στιγμές που εκτυλίσσονται, από τον απίθανο ουρανό μέχρι το μοίρασμα του καθαγιασμένου άρτου ο οποίος προσφέρεται σε ένα τεράστιο καλάθι που περιφέρεται και προσφέρεται σε κάθε παρευρισκόμενο, ντόπιο ή επισκέπτη.

Η παράδοση των πανηγυριών είναι βαθιά ριζωμένη στην τοπική κουλτούρα και κρατάει ζωντανό το πνεύμα της φιλοξενίας και της κοινότητας. Δεν υπάρχει μήνας, είτε χειμώνας είτε καλοκαίρι, που να μην γιορτάζει κάποιο από τα 235 ξωκλήσια ή μοναστήρια του νησιού. Αυτά τα πανηγύρια δεν διοργανώνονται από τις εκκλησίες ή τις τοπικές αρχές, αλλά από τους ίδιους τους κατοίκους, τους λεγόμενους “πανηγυράδες”, που αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου την προετοιμασία και το κόστος της γιορτής. Την ιερή εικόνα της Αγίας, την παίρνουν μαζί τους οι εκάστοτε διοργανωτές και τη φυλάνε για ολόκληρη τη χρονιά, μέχρι το επόμενο ραντεβού και τον επόμενο πανηγυρά ο οποίος θα την πάρει και αυτός μαζί του, διατηρώντας μια παράδοση αιώνων.

Στη διπλανή αίθουσα ακούγονται ρυθμικά χτυπήματα των μαχαιροπήρουνων στα πιάτα κατόπιν παρότρυνσης ενός εκ των πανηγυράδων προς τιμήν είτε των σερβιτόρων, είτε των μαγείρων είτε και αυτών των ίδιων των διοργανωτών αυτής της γιορτής. Καθώς στο μικρό προαύλιο ήδη ετοιμάζονται τα δύο παραδοσιακά όργανα, το βιολί και το λαούτο, το «τακίμι» δηλαδή, φωνάζουν εμάς, τους επόμενους, για να περάσουμε στη σάλα του φαγητού. Εκεί, σε μια τραπεζαρία βγαλμένη από τα πιο βαθιά κιτάπια της διαχρονικότητας, σε σχήμα «Γ», καθόμαστε όσοι χωρούμε, ο ένας δίπλα στον άλλο και αντικριστά και απολαμβάνουμε ρεβιθάδα, μακαρόνια με κιμά αλλά και άφθονο, ασταμάτητο, ντόπιο κρασί.

Έρχεται και η σειρά μας να ακολουθήσουμε το κάλεσμα προς τιμήν των μαγείρων αλλά και των υπολοίπων διοργανωτών και γεμίζουμε τον μικρό χώρο με μια ενθουσιώδη και δυνατή νότα από το χτύπημα των πιρουνιών στα πιάτα μας. Από τα εσωτερικά παράθυρα έρχονται τα πιάτα, εκεί επιστρέφουν, άδεια πια και όταν περνάει η σειρά μας για να ετοιμαστεί η αίθουσα από την αρχή για τους επόμενους. Έξω, με τον ολοζώντανο αιγαιοπελαγίτικο αέρα να λυσσομανάει, εντελώς νύχτα πια, τα νιάτα κυριαρχούν, οι απόγονοι των κατοίκων, οι συνεχιστές των γνήσιων παραδόσεων, χωρίς την όποια εμπορευματοποίηση. Τα ποτήρια δεν επιτρέπεται να μένουν αδειανά και η μουσική έχει βρει το τέμπο της και τη δύναμη που χαρακτηρίζει ήχους και λόγια των, ερωτικών κυρίως, τραγουδιών αυτής της ευλογημένης γωνιάς του κόσμου. Κατά την επιστροφή, στο δύσβατο μονοπάτι μέχρι το υποτυπώδες πάρκινγκ, μέσα στη νύχτα και μετά την ευλογημένη για μένα παρουσία μου σε αυτό το μοναδικό, κάθε φορά, γεγονός, ακόμη και ο ήχος και ο πόνος από το τράβηγμα στη δεξιά μου γάμπα σε έναν άτσαλο βηματισμό μου, δεν στάθηκε ικανός να αφαιρέσει ίχνος αυτής της εμπειρίας. Ίσως να λειτούργησε και ως υπενθύμιση μιας ευθραυστότητας αλλά και της αναπόφευκτης θνητότητας.

Σέριφος, 20 Ιουλίου 2026

«Αύριο να είσαι έτοιμος κατά τις 8 το πρωί», μου αναγγέλλει ο Γιάννης Σπιλάνης, ομότιμος καθηγητής περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, κάτοικος και της Σερίφου και, εδώ και λίγες ώρες, εθελοντής «ξεναγός» μου στο νησί. Είναι 19 Ιουλίου, παραμονή του Προφήτη Ηλία, Αγίου σημαντικού σε όλα τα νησιά μας με πολλούς και διάφορους εορτασμούς προς τιμήν της ανάληψής του στους ουρανούς, κατά τη χριστιανική παράδοση. Από το νυχτερινό πανηγύρι της Σίφνου στο πρωινό της Σερίφου, ανήμερα του εορτασμού αυτή τη φορά και όχι την παραμονή.

Ο ήλιος είναι ήδη ψηλά την ώρα που ξεκινάμε από το ραντεβού μας, στο γεφυράκι στο Λιβάδι και η θερμοκρασία προβλέπεται να ανέβει σε όρια ανοχής. Ο πρώτος καύσωνας του φετινού καλοκαιριού είναι πραγματικότητα και η ευγνωμοσύνη μου στο γεγονός ότι βρίσκομαι στο Αιγαίο και όχι στα τσιμέντα της Αττικής, δεν μετριέται με λόγια.

Το χρώμα στις πλαγιές των λόφων καθώς οδηγούμε από τη Χώρα προς το εσωτερικό του νησιού, είναι όμοιο. Είναι αυτό της αφυδατωμένης βλάστησης, της πέτρας και του χώματος. Η μυρωδιά είναι ένα μείγμα από θρούμπι, ρίγανη και θυμάρι. Φτάνοντας στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία στα Βουνιά, η αντηλιά φανερώνει την ύπαρξη αυτοκινήτων ακριβώς έξω από την είσοδο, οπότε αποφασίζουμε να παρκάρουμε λίγα μέτρα πριν την τελική ανηφόρα και να το περπατήσουμε. Ένα ηλιόπανο έχει στηθεί στη μικρή αυλή, πάνω από τη μεγάλη τράπεζα όπου θα σερβιριστεί το φαγητό. Λίγοι είναι οι επισκέπτες, ντόπιοι κυρίως και κάποιοι με καταγωγή από τη Σέριφο. Είμαι ο μοναδικός ξένος. Το καλωσόρισμα όμως από τους «κτήτορες», τους διοργανωτές της γιορτής, όπως λέγονται στη Σέριφο, είναι θερμό και εγκάρδιο. Στα περισσότερα ξωκλήσια και μοναστήρια γίνονται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο παραδοσιακά πανηγύρια με κοινά δείπνα που θυμίζουν την αρχαία “εστίαση” και τις πρωτοχρονιάτικες “αγάπες”.

Στο μικρό ναό η λειτουργία βρίσκεται σε εξέλιξη και στην κατάνυξη προστίθεται και μια επιπλέον συγκίνηση αφού τελείται παράλληλα και ένα μνημόσυνο. Στο διπλανό χώρο, έναν κύβο, χωρίς ρεύμα, ικανό να φιλοξενήσει τους λίγους και καλούς προσκυνητές του πανηγυριού, η διαδικασία προετοιμασίας του φαγητού βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Το κρέας γεμίζει το δωμάτιο με τα αρώματά του, το νερό στη διπλανή εστία γκαζιού σχεδόν βράζει, σε ετοιμότητα για να ριχτεί το ζυμαρικό μόλις τελειώσει η Θεία Λειτουργία.

Η αγάπη και η προσήλωση στο καθήκον της τέλεσης του πανηγυριού, είναι έκδηλη στα πρόσωπα αλλά και στις κινήσεις των διοργανωτών. Η προετοιμασία είναι άρτια. Η ζέστη έχει αρχίσει να κάνει έντονη την παρουσία της. Το πλούσιο δέντρο της αυλής φιλοξενεί μια σφηκοφωλιά και ο αέρας κάνει τα έντομα να πραγματοποιούν διαρκώς αναγνωριστικές πτήσεις αφού σήμερα «έσπασε» η ρουτίνα τους με τον κόσμο αλλά και τις καινούριες μυρωδιές. Το τραπέζι έχει στρωθεί. Ο άρτος μοιράζεται στους κτήτορες.

Ο ιερέας ευλογεί τη συνάθροιση. Ούτε τριάντα δεν είμαστε, όλοι κι όλοι, μα αρκετοί για το νιώσιμο, την κατανόηση της ενέργειας αυτής, τη συνέχιση της παράδοσης. Το «σουλούδικο» ζυμαρικό έχει βράσει σωστά και μοιράζεται στα πήλινα πιάτα με το όνομα του Αγίου γραμμένο επάνω τους. Το κρασί έχει αρχίσει να ρέει. Σεριφιώτικο.

Γνωστό και ασύγκριτο στο είδος του. Κάποιοι κινούν να φύγουν. Αγκαλιάζονται και χαιρετιούνται ανανεώνοντας, πιθανώς, το ραντεβού τους. Οι λίγοι που απομένουμε, περνάμε στο εσωτερικό του κύβου, για δροσιά και σκιά. Μοιραζόμαστε στους πάγκους και στις καρέκλες που γεμίζουν το χώρο. Τα όργανα έχουν βγει από τις τσάντες τους. Με τη βοήθεια του κρασιού έχουν αρχίσει να ακούγονται και τα παρατσούκλια των παρευρισκόμενων. Μια συνήθεια, σχεδόν έθιμο τα παρατσούκλια, για το γούστο αλλά και την καλή διάθεση μεταξύ τους. Για την ευκολία των πειραγμάτων αλλά και το διαχωρισμό των συνονόματων. Τα τραγούδια αρχίζουν, οι δυνατές φωνές γεμίζουν το χώρο. Τραγουδούν όλοι. Γνωρίζουν όλα τα λόγια, όλα τα τραγούδια. Τα φελιζόλ κάτω από τα τραπέζια είναι γεμάτα πάγο και νερά. Το βιολί του Νίκου Λιβάνιου ή «Κατσούλη», κελαηδά. Το κρασί μοιάζει να είναι ατελείωτο. Τα τραγούδια μεγεθύνουν το χρόνο…

Διαβάστε ακόμα:

Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τα ικαριώτικα πανηγύρια, μια αξέχαστη εμπειρία που δεν θα βρείτε πουθενά αλλού

Η Στυλιανή στηρίζει την ανάγκη των νέων για επιστροφή στις ρίζες τους

Γιατί οι νέοι αγαπούν τόσο πολύ τα πανηγύρια