Η Σιθωνία φημίζεται για τις παραλίες της έχει όμως και πολλά ακόμη αξιοθέατα, όπως παραδοσιακούς οικισμούς, αρχαιολογικούς χώρους, το περίφημο Πόρτο Κουφό, τον Ίταμο αλλά και τους αμπελώνες του ιστορικού Porto Karras.

24

Η Παλιά Νικήτη

Είναι χαρακτηρισμένη ως ιστορικός οικισμός και απλώνεται κτισμένη αμφιθεατρικά σε δύο καταπράσινες ρεματιές. Έχει πέτρινα σπίτια του 19ου αιώνα, καλντερίμια και δροσερές πλατείες με τρεχούμενα νερά. Στο ψηλότερο σημείο δεσπόζει ο ναός του Αγίου Νικήτα, που οικοδομήθηκε το 1867 και αναστηλώθηκε μετά τις καταστροφές του Εμφυλίου. Δίπλα του βρίσκεται το παρεκκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα. Αν ανέβετε λίγο ψηλότερα, στο ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία, θα χαρείτε εντυπωσιακή θέα σε όλη την περιοχή και το πέλαγος.

Η βασιλική Σοφρωνίου

Κτισμένη στα μέσα του 5ου αιώνα αποτελεί μια από τις παλαιότερες παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Μακεδονίας και βρίσκεται στην παραλιακή Νικήτη. Ήταν τρίκλιτη ξυλόστεγη με αίθριο, ενδιαφέροντα ψηφιδωτά και πολύ αξιόλογα μαρμαροθετήματα. Τα κλίτη της χωρίζονται με ζεύγη κιόνων, έχει μαρμάρινο τέμπλο και φαίνεται πως διέθετε ξύλινη ανωδομή. Το όνομά της επιβεβαιώνει σωζόμενη επιγραφή με το όνομα του επισκόπου Σοφρωνίου. Η ανασκαφή στη βασιλική ξεκίνησε το 1981 από τη 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής και Αγίου Όρους, έχει γίνει μερική αποκατάσταση, καλύπτεται με στέγαστρο και είναι επισκέψιμη.

Το παραδοσιακό χωριό του Παρθενώνα

Τα πετρόκτιστα σπίτια με τη χαρακτηριστική μακεδονική αρχιτεκτονική, τα καλντερίμια και η πλούσια βλάστηση συνθέτουν την εικόνα του οικισμού που απλώνεται στις πλαγιές του όρους Ίταμος πάνω από τον Νέο Μαρμαρά. Έχει κηρυχθεί παραδοσιακός από το 1978 και από τα ψηλότερα σημεία του η θέα προς τον Τορωναίο κόλπο και το νησάκι Κέλυφος είναι εξαιρετική. Στο επίκεντρό του Παρθενώνα υψώνεται ο ναός του Αγίου Στεφάνου, που κτίστηκε το 1837 επάνω σε παλαιότερο ναό, και είναι τριγυρισμένος από υπεραιωνόβιες βελανιδιές. Στο παλιό δημοτικό σχολείο του 1906 στεγάζεται επισκέψιμη λαογραφική συλλογή.

Μέχρι το 1960 το χωριό είχε σημαντική παραγωγή ελιάς, αλλά στη δεκαετία του ’70 οι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν για να εγκατασταθούν στον Νέο Μαρμαρά. Εδώ και δεκαετίες πολλοί επέστρεψαν, μαζί με ανθρώπους από άλλα μέρη της Ελλάδας, για να αναστηλώσουν παλιά σπίτια και να απολαμβάνουν τα καλοκαίρια την αυθεντική ατμόσφαιρα του παραδοσιακού χωριού. Λειτουργούν ταβέρνες και ξενώνες, ενώ γύρω υπάρχουν ωραία μονοπάτια, με πιο δημοφιλές αυτό που οδηγεί προς τον Νέο Μαρμαρά.

Οι Καβουρότρυπες και το Καρύδι

Οι περίφημες Καβουρότρυπες, στην ανατολική ακτογραμμή της Σιθωνίας, θεωρούνται από πολλούς η καλύτερη παραλία της Σιθωνίας. Διαδοχικοί ορμίσκοι με γλυπτά-βράχια, λευκή άμμο και σμαραγδένια διάφανα νερά, περιβάλλονται από πευκοδάσος και γοητεύουν με την εξωτική ομορφιά τους. Λίγο βορειότερα, στο Καρύδι της Βουρβουρούς, το τοπίο των όρμων με τα γαλαζοπράσινα νερά, τη χρυσή άμμο και τα πεύκα είναι εξίσου παραδεισένιο και τα σχήματα των λείων βράχων εξάπτουν τη φαντασία.

Το Πόρτο Κουφό

Δύο επιβλητικοί φυσικοί βραχίονες αγκαλιάζουν τον βαθύ όρμο αφήνοντας μόνο ένα στενό άνοιγμα, δημιουργώντας έτσι ένα από τα ασφαλέστερα φυσικά λιμάνια της Ελλάδας. Στην αρχαιότητα ήταν γνωστό ως Κωφός Λιμήν, ονομασία που αναφέρει ο Θουκυδίδης στην αφήγησή του για τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου στη Χαλκιδική. Το όνομα συνδέεται με την ιδιαίτερη ακουστική του κλειστού κόλπου, όπου η βοή της ανοιχτής θάλασσας ακούγεται ελάχιστα. Η περιοχή βρισκόταν στην επικράτεια της αρχαίας Τορώνης και το φυσικό αυτό αγκυροβόλιο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη ναυσιπλοΐα στη Σιθωνία ήδη από την αρχαιότητα. Στο Πόρτο Κουφό θα βρείτε μια εκτεταμένη και εύκολα προσβάσιμη αμμώδη παραλία, το λιμανάκι όπου λειτουργούν ψαροταβέρνες και αρκετά μικρά ξενοδοχεία. Στο νότιο άκρο του κόλπου σχηματίζεται λιμνοθάλασσα.

Η Συκιά

Το μεγαλύτερο χωριό της Σιθωνίας αναφέρεται σε έγγραφα του 14ου αιώνα ως Λογγός και στη βυζαντινή εποχή έγινε μετόχι του Αγίου Όρους. Οι Συκιώτες υπήρξαν ανέκαθεν «ελεύθεροι και ανυπότακτοι» και δεν έλεγαν ποτέ όχι όταν επρόκειτο για μάχες. Πήραν μέρος στην επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821 και μετά την καταστολή της, όταν οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό τους, συμμετείχαν σε διάφορα πολεμικά σώματα. Αξιοθέατο της Συκιάς είναι η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου που αρχικά κτίστηκε το 1819 και κάηκε το 1821 και το 1854 για να ξανακτιστεί το 1861. Έχει ξύλινο ταβάνι και ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια του 1703, που πιθανότατα προέρχονται από το Άγιο Όρος. Δίπλα στην εκκλησία βρίσκεται το σχολείο κτισμένο το 1870 με χαρακτηριστικούς πέτρινους κίονες. Περπατώντας στα καλντερίμια θα δείτε τις παλιές γειτονιές του οικισμού που διατηρεί, σε πείσμα της τουριστικής ανάπτυξης, σπίτια με λουλουδιασμένες αυλές και χαγιάτια, που χρονολογούνται στα μέσα του 19ου αιώνα. Στα δυτικά της Συκιάς, στην κορυφή του βραχώδους υψώματος Κούκος, απ’ όπου η θέα προς το Άγιο Όρος και όλη την περιοχή είναι πανοραμική, υπάρχουν ερείπια οχύρωσης. Όπως προέκυψε από ανασκαφές, εκεί υπήρχε σημαντικός προϊστορικός οικισμός.

Το νησάκι Κέλυφος

Απέχει περίπου 2 ναυτικά από το Νέο Μαρμαρά, έχει επιφάνεια 1 τ. χλμ. και αν το κοιτάξεις από μακριά θα σου φανεί σαν χελώνα – εξ ου και το όνομά του. Είναι πετρώδες με πεύκα και αγριελιές και έχει απόκρημνες πλαγιές. Από ίχνη που έχουν βρεθεί πάνω από το μικρό λιμάνι στη βορειοανατολική πλευρά, πιστεύεται πως στα ρωμαϊκά χρόνια το χρησιμοποίησαν ως στρατιωτική εγκατάσταση. Στην ανατολική μεριά της Κελύφου γεννούν οι γλάροι και καθώς τα αυγά τους τα θεωρούσαν καλό μεζέ, οι ψαράδες συνήθιζαν να σκαρφαλώνουν στα επικίνδυνα βράχια ψάχνοντας για τις φωλιές. Χάρη στους απόκρημνους υποθαλάσσιους τοίχους και τις σπηλιές, τους κοραλλιογενείς σχηματισμούς και τη μεγάλη ποικιλία από ψάρια, αστερίες και άλλους θαλάσσιους οργανισμούς, το νησάκι έχει αναδειχθεί σε σπουδαίο καταδυτικό προορισμό της Χαλκιδικής.

Ο Ίταμος

Η ορεινή ραχοκοκαλιά της Σιθωνίας φτάνει σε μέγιστο ύψος μόλις τα 817 μ. Παλιά λεγόταν Δραγουντέλης και ήταν το αγαπημένο βουνό των Σαρακατσάνων βοσκών που ξεχειμώνιαζαν εκεί. Το σημερινό όνομα του βουνού συνδέεται με τον ίταμο ή τάξο (Taxus baccata), ένα σπάνιο κωνοφόρο που απαντάται κοντά στην κορυφή, μέσα σε ζώνη μαύρης πεύκης.

Το μεγαλύτερο από τα δέντρα αυτά έχει διάμετρο περίπου 1,2 μέτρα και εκτιμάται ότι η ηλικία του αγγίζει τα 2.000 χρόνια. Ο ίταμος αναπτύσσεται εξαιρετικά αργά και συγκαταλέγεται στα πλέον τοξικά δέντρα της ευρωπαϊκής χλωρίδας – μάλιστα το ιδιαίτερα σκληρό και ανθεκτικό ξύλο του χρησιμοποιούνταν από την αρχαιότητα για την κατασκευή τόξων και άλλων αντικειμένων. Στις πλαγιές του βουνού φύονται επίσης μαύρη πεύκη, βελανιδιές, κουκουναριές και άλλα χαρακτηριστικά είδη της μεσογειακής χλωρίδας. Αποτελεί σημαντικό βιότοπο για αγριογούρουνα, λύκους, τσακάλια, αλεπούδες και πολλά είδη πουλιών, ενώ τμήμα του έχει χαρακτηριστεί Καταφύγιο Άγριας Ζωής.

Η διάσχιση του Ιτάμου από βορρά προς νότο είναι περίπου 40 χλμ. και είναι προτιμότερο να την κάνετε με εκτός δρόμου όχημα. Οι χωματόδρομοι είναι βατοί στα περισσότερα σημεία, χρησιμοποιούνται ως αντιπυρική ζώνη και έχουν πολλές πινακίδες ώστε να μη χαθείτε. Στην πορεία σας θα βρείτε εξόδους προς τους κεντρικούς ασφαλτόδρομους της ανατολικής, ή της δυτικής πλευράς της Σιθωνίας. Ένα χαρακτηριστικό σημείο της διαδρομής όπου αξίζει να κάνετε στάση είναι το πυροφυλάκιο κοντά στην κορυφή του βουνού: από εκεί θα χαρείτε θέα 360 μοιρών προς τις 3 χερσονήσους της Χαλκιδικής.

Η αρχαία Τορώνη

Η Τορώνη ιδρύθηκε από Χαλκιδείς εποίκους τον 8ο -7ο αιώνα π.Χ. και αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Χαλκιδικής, ωστόσο όπως αποκάλυψαν οι ανασκαφές η περιοχή κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια. Η πόλη βρισκόταν στη βόρεια και βορειοδυτική πλευρά του υψώματος Βίγλα, που είναι ο δυτικός λιμενοβραχίονας του Κωφού Λιμένος και εκεί είναι ορατά τείχη των κλασικών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων.

Τον οικισμό κατέλαβαν οι Σπαρτιάτες και οι Αθηναίοι στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, ο Φίλιππος (348 π.Χ.), οι Ρωμαίοι (168 π.Χ.). Στη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή εποχή απέκτησε ισχυρά τείχη για να προστατεύεται από τη θάλασσα και την ξηρά, που φτιάχτηκαν με υλικά από την αρχαία Λήκυθο. Η παρακμή της θεωρείται πως άρχισε στην εποχή της ρωμαιοκρατίας και τον 5ο αιώνα μ.Χ. θα πρέπει να είχε συρρικνωθεί πολύ, καταλαμβάνοντας ένα μικρό κομμάτι από το χώρο της πόλης των κλασικών χρόνων και ίσως τη Λήκυθο.

Ο παλαιοχριστιανικός οικισμός είχε νεκροταφείο και δυο βασιλικές. Έως το 1860 σώζονταν αρκετά κτίρια στην περιοχή ωστόσο καταστράφηκαν κυρίως στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι Τούρκοι πήραν μεγάλες ποσότητες γρανίτη για τη λιθόστρωση δρόμων της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης. Οι νεότερες υποβρύχιες έρευνες έχουν επιβεβαιώσει ότι σημαντικό τμήμα του αρχαίου λιμανιού και των λιμενικών εγκαταστάσεων της Τορώνης βρίσκεται σήμερα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

Το κάστρο της Ληκύθου

Η βραχώδης χερσόνησος όπου ανασκάφηκαν ίχνη κατοίκησης από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.) και λείψανα οικισμού της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου (11ος–8ος αι. π.Χ.), αποτελούσε μία από τις δύο ακροπόλεις της αρχαίας Τορώνης. Όταν αναπτύχθηκε η πόλη οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, στη Λήκυθο υπήρχε ναός της Αθηνάς. Η άκρη της χερσονήσου προς τη θάλασσα είχε δική της οχύρωση και επικοινωνούσε με το κάστρο μέσω εσωτερικής πύλης.
Κατά τους βυζαντινούς χρόνους η οχύρωση ανακατασκευάστηκε και ενισχύθηκε. Την περίοδο αυτή υπήρχαν πολλά κτίσματα μέσα στον περίβολο του κάστρου, καθώς και ναός πάνω από δίδυμη υδατοδεξαμενή. Σήμερα σώζονται τμήματα των οχυρώσεων και λείψανα των κτισμάτων που μαρτυρούν τη μακραίωνη χρήση της θέσης. Έξω από την κύρια πύλη της Ληκύθου βρισκόταν μικρός οικισμός, ο οποίος συνδεόταν με το κάστρο. Το 1728 το κάστρο αναφέρεται και ως «Καστέλι Ράμπο».

Ο οικισμός των καθηγητών στη Βουρβουρού

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60 η Σιθωνία δεν είχε δρόμους και η τουριστική ανάπτυξη ήταν λέξη άγνωστη. Σε εκδρομές που έκανε το διδακτικό προσωπικό του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με καΐκια από τον όρμο Παναγίας μέχρι το ακρωτήριο Ξιφάρα, είχε δει και θαυμάσει την όμορφη πευκόφυτη έκταση 400 στρεμμάτων που ήταν δημόσια. Τους παραχωρήθηκε και εκεί κτίστηκαν σπίτια με αρχιτεκτονικά στοιχεία και λύσεις από τη μακεδονική οικοδομική παράδοση, εναρμονισμένα με το φυσικό περιβάλλον. Ξεχωρίζει ο ναός του συνοικισμού, καθώς κι ένα σπίτι που έχει την υπογραφή του γνωστού καθηγητή Ν. Μουτσόπουλου.

Τα κρασιά του Πόρτο Καρράς

Στη δυτική πλευρά της Σιθωνίας απλώνονται αμφιθεατρικά οι αμπελώνες του ιστορικού κτήματος. Σχεδιάστηκαν με τρόπο παραδειγματικό όταν ο Γιάννης Καρράς αγόρασε τις εκτάσεις και ανέπτυξε το συγκρότημα του Πόρτο Καρράς. Ο τότε καθηγητής αμπελουργίας του ΑΠΘ Βασίλης Λογοθέτης και η διευθύντρια του Ινστιτούτου Οίνου του Υπουργείου Γεωργίας Δρ. Σταυρούλα Κουράκου, συνεργάστηκαν για την επιλογή της ποικιλιακής σύνθεσης ώστε τα φυτά να προσαρμοστούν στο περιβάλλον της περιοχής και ο συνδυασμός τους να δίνει εκλεκτή ποιότητα κρασιών. Σε αυτούς προστέθηκε και ο «πατέρας» της σύγχρονης οινοποίησης καθηγητής Emile Peynaud του Πανεπιστημίου του Bordeaux, ο οποίος καθιέρωσε την ιστορική διαδρομή του πρώτου ελληνικού Cabernet Sauvignon: προσαρμοσμένο στα ασβεστοσχιστολιθικά χώματα του κτήματος έγινε γνωστό διεθνώς και κέρδισε πολλές διακρίσεις.

Πιστοποιημένος ως βιολογικός από το 1996 ο αμπελώνας όπου καλλιεργούνται σήμερα 28 ποικιλίες απλώνεται σε 110 εκτάρια στις πλαγιές του Μελίτωνα, σε υψόμετρο 200 έως 300 μέτρων, και τα αμπέλια ευνοούνται από τη θαλάσσια αύρα και το ξηρό μεσογειακό κλίμα. Στις λευκές ποικιλίες κυριαρχούν το Ασύρτικο, το Αθήρι, η Μαλαγουζιά, το Sauvignon Blanc και ο Ροδίτης, ενώ στις ερυθρές ξεχωρίζει το ιστορικό Λημνιό, μαζί με Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc, Merlot και Syrah. Γευσιγνωσίες γίνονται όλο το χρόνο στον χώρο Melissanthi, μέσα στο κτήμα.

Website

Διαβάστε ακόμα:

Value for money ψαροφαγία στη Σιθωνία

Οι καλύτερες ταβέρνες της Χαλκιδικής – Από την Κασσάνδρα μέχρι την Σιθωνία και την Ουρανούπολη

Άφυτος: Το χωριό που ξεχωρίζει στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής