Υπάρχουν πόλεις που τις επισκέπτεσαι για να δεις το παρόν τους και πόλεις που τις επισκέπτεσαι για να συνομιλήσεις με τα φαντάσματα του παρελθόντος τους. Η Κωνσταντινούπολη ανήκει αναμφίβολα και στις δύο κατηγορίες. Για την παγκόσμια ιστορία, η 29η Μαΐου 1453 αποτελεί ορόσημο: η ημέρα που η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έδωσε τη θέση της στην Οθωμανική, αλλάζοντας τη ροή της Πόλης και των ανθρώπων της.

30

Για τον ανυποψίαστο ταξιδιώτη, η ημερομηνία αυτή μοιάζει με μια απότομη τομή. Όμως, αν αφήσει κανείς πίσω του τους τουριστικούς οδηγούς και περπατήσει με προσοχή στις γειτονιές της, θα ανακαλύψει κάτι μαγικό· η Πόλη δεν αναγεννήθηκε από το μηδέν. Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής και οι διάδοχοί του δεν θέλησαν να γκρεμίσουν ολόκληρο το μεγαλείο της, αλλά να κατοικήσουν μέσα σε αυτό, να το οικειοποιηθούν και, σε πολλές περιπτώσεις, να το προστατεύσουν.

Αν βρεθείτε στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη Μαΐου, όταν ο καιρός γλυκαίνει και ο Βόσπορος παίρνει εκείνο το βαθύ, μυστηριώδες πορφυρό χρώμα, αξίζει να κάνετε έναν διαφορετικό ιστορικό περίπατο, έναν περίπατο αφιερωμένο σε όλα εκείνα που έμειναν αναλλοίωτα, όρθια και ανέγγιχτα από το πέρασμα του χρόνου και τις γεωπολιτικές θύελλες. Εκείνα που έβλεπαν καθημερινά οι πρόγονοί μας πριν από την Άλωση και που τώρα μπορούμε να δούμε, να ζήσουμε, να αγγίξουμε και εμείς.

Τα Θεοδοσιανά Τείχη

Το ταξίδι μας ξεκινά από εκεί που κρίθηκαν όλα: τα Θεοδοσιανά Τείχη. Εκτείνονται σε μήκος σχεδόν επτά χιλιομέτρων, από την ακτή του Μαρμαρά μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο, και αποτελούν ένα από τα πιο επιβλητικά αμυντικά συστήματα του αρχαίου και μεσαιωνικού κόσμου. Χτισμένα τον 5ο αιώνα μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄, αυτά τα τείχη άντεξαν σε δεκάδες πολιορκίες για πάνω από χίλια χρόνια. Μια ήταν η επίθεση που μπόρεσε να τα διασπάσει: αυτή του 1453.

Σήμερα, αν απομακρυνθείτε από το πολύβουο κέντρο και κατευθυνθείτε προς τις περιοχές Topkapı, Yedikule ή Ayvansaray, θα βρεθείτε μπροστά σε μια ιστορική θέα που απλώνεται γύρω σας. Τα τείχη είναι ακόμα εκεί. Σε πολλά σημεία τους, η πέτρα και η βυζαντινή πλίνθος στέκονται ακριβώς όπως ήταν το πρωινό της 29ης Μαΐου. Μπορείτε να δείτε τις πολεμίστρες, τις βαθιές τάφρους που τώρα έχουν μετατραπεί σε αστικούς μπαξέδες, και τις μνημειακές πύλες από τις οποίες πέρασαν νικητές και ηττημένοι.

Το να περπατάς στη σκιά των τειχών είναι μια εμπειρία βαθιάς σημασίας. Η οθωμανική διοίκηση όχι μόνο δεν κατέστρεψε τα τείχη μετά την Άλωση, αλλά τα επισκεύασε επανειλημμένα, καθώς συνέχισαν να προστατεύουν την πόλη για τους επόμενους αιώνες. Για τον σημερινό επισκέπτη, είτε Έλληνα που αναζητά τα ίχνη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου είτε Τούρκο που τιμά την ιστορία του Fatih, του Πορθητή, τα τείχη είναι το κοινό σημείο αναφοράς: το μνημείο όπου έκλεισε μια ιστορική περίοδος και άνοιξε μια άλλη.

Η Βασιλική Κινστέρνα (Yerebatan Sarnıcı)

Αν στην επιφάνεια της γης η Κωνσταντινούπολη άλλαξε αρχιτεκτονική ταυτότητα, κάτω από το έδαφος ο χρόνος πάγωσε στον 6ο αιώνα μ.Χ. Λίγα βήματα μακριά από την Αγία Σοφία, κρύβεται ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά μνημεία της ανθρωπότητας: η Βασιλική Κινστέρνα ή Yerebatan Sarnıcı, το «Βυθισμένο Παλάτι», όπως την αποκαλούν «ποιητικά» οι Τούρκοι.

Κατασκευασμένη επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού για να εξασφαλίζει την ύδρευση του Μεγάλου Παλατιού, η κινστέρνα αυτή είναι ένα «δάσος» από 336 μαρμάρινους κίονες που αναδύονται μέσα από το νερό. Όταν η πόλη άλλαξε χέρια το 1453, η κινστέρνα συνέχισε να χρησιμοποιείται, τροφοδοτώντας με νερό τους κήπους του νέου παλατιού του Τοπ Καπί. Μάλιστα, για πολλά χρόνια, οι κάτοικοι των από πάνω σπιτιών άνοιγαν τρύπες στα πατώματά τους, έριχναν κουβάδες και ανέβαζαν δροσερό νερό, ή ακόμα και ψάρια, χωρίς να συνειδητοποιούν πλήρως το αρχιτεκτονικό θαύμα που βρισκόταν κάτω από τα πόδια τους.

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά σήμερα, η αίσθηση της υγρασίας, ο χαμηλός, υποβλητικός φωτισμός και ο ήχος των σταγόνων που πέφτουν στο νερό δημιουργούν μια πύλη στον χρόνο. Στο βάθος της κινστέρνας, τα δύο περίφημα μαρμάρινα κεφάλια της Μέδουσας, τοποθετημένα ανάποδα στη βάση των κιόνων, συνεχίζουν να κοιτούν το σκοτάδι με το ίδιο βλέμμα που είχαν πριν από 1.500 χρόνια. Εδώ δεν υπήρξε καμία «άλωση»: υπήρξε μόνο η απόλυτη ανάγκη για επιβίωση, που κράτησε το μνημείο ζωντανό μέσα στους αιώνες.

Η Μονή της Παμμακαρίστου (Fethiye Camii)

Ενώ η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας είναι παγκοσμίως γνωστές, υπάρχει ένα μνημείο στη γειτονιά του Τσάρσαμπα (Çarşamba) που διηγείται μια μοναδική ιστορία συνύπαρξης και συνέχειας: η Μονή της Παμμακαρίστου.

Μετά το 1453, η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε τζαμί, όμως ο Μωάμεθ Β΄ αναγνώρισε θεσμικά τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τους χριστιανούς υπηκόους του και, λίγα χρόνια αργότερα, η Μονή της Παμμακαρίστου έγινε η νέα έδρα του. Για περισσότερα από 130 χρόνια μετά την Άλωση, αυτός ο χώρος υπήρξε η καρδιά της ελληνικής ορθόδοξης κοινότητας στην οθωμανική πρωτεύουσα.

Αργότερα, ένα μέρος του ναού μετατράπηκε σε τζαμί με το όνομα Fethiye Camii (Τζαμί της Κατάκτησης), αλλά το παρεκκλήσι διατηρήθηκε, διασώζοντας μερικά από τα πιο συγκλονιστικά βυζαντινά ψηφιδωτά του 14ου αιώνα. Είναι ένας χώρος ηρεμίας, μακριά από τα πλήθη, που προσφέρει στον ταξιδιώτη μια αυθεντική γεύση της μεταβατικής εκείνης εποχής.

Ο Ιππόδρομος (Sultanahmet Meydanı)

Αν καθίσετε σε ένα παγκάκι στην πλατεία Sultanahmet, ανάμεσα στο Μπλε Τζαμί και την Αγία Σοφία, βρίσκεστε στον χώρο όπου απλωνόταν ο αρχαίος Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης. Για τους Βυζαντινούς, ο χώρος αυτός ήταν το επίκεντρο της πολιτικής, κοινωνικής και αθλητικής ζωής, εδώ ξεσπούσαν επαναστάσεις, όπως η Στάση του Νίκα, εδώ αποθεώνονταν όμως και οι αυτοκράτορες.

Μετά το 1453, ο χώρος δεν έχασε τη σημασία του. Οι Οθωμανοί τον ονόμασαν At Meydanı, Πλατεία των Αλόγων, και συνέχισαν να τον χρησιμοποιούν για ιππικούς αγώνες, μεγάλες γιορτές, αλλά και για πολιτικές συγκεντρώσεις. Τρία μεγάλα μνημεία της βυζαντινής εποχής στέκονται ακόμα εκεί, στον χώρο της παλιάς πλατείας:

Ο Αιγυπτιακός Οβελίσκος: Μεταφέρθηκε από το Λούξορ και στήθηκε στον Ιππόδρομο επί Θεοδοσίου Α΄, ενώ οι ανάγλυφες παραστάσεις στη βάση του δείχνουν ακόμα τον βυζαντινό αυτοκράτορα να παρακολουθεί τους αγώνες.

Η Στήλη των Όφεων: Το αρχαίο ελληνικό χάλκινο μνημείο που μεταφέρθηκε από τους Δελφούς, αφιερωμένο στη νίκη των Ελλήνων κατά των Περσών στις Πλαταιές. Αν και λείπουν τα κεφάλια των φιδιών, τμήμα ενός από αυτά φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, ο κορμός στέκεται ακόμα στη θέση του στον Ιππόδρομο.

Ο Κτιστός Οβελίσκος, η στήλη του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, κάποτε ήταν καλυμμένος με χάλκινες πλάκες.

Καθώς βλέπεις τα παιδιά να τρέχουν σήμερα γύρω από αυτά τα μνημεία και τους μικροπωλητές να πουλούν κουλούρια (simit) και ψημένα κάστανα, καταλαβαίνεις ότι η καθημερινότητα της δημόσιας ζωής της Πόλης διατήρησε κάτι από τη συνέχειά της: η πλατεία αυτή ήταν, είναι και θα είναι η σκηνή των μεγάλων γεγονότων.

Το Φανάρι και ο Γαλατάς

Ίσως το πιο ζωντανό στοιχείο που διατηρήθηκε μετά την Άλωση δεν είναι οι πέτρες, αλλά οι ίδιοι οι άνθρωποι και οι δρόμοι που κρατάνε ακόμα ζωντανές τις θύμησές τους. Αν θέλετε να νιώσετε το κλίμα των ημερών εκείνων, πρέπει να χαθείτε στα ανηφορικά σοκάκια του Φαναρίου και του Γαλατά.

Πριν από το 1453, ο Γαλατάς ήταν μια ευημερούσα γενοβέζικη αποικία, ένας εμπορικός σταθμός γεμάτος Καθολικούς, Έλληνες και Εβραίους. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, οι Γενοβέζοι κράτησαν μια στάση ουδετερότητας. Όταν η πόλη πέρασε στον Μωάμεθ Β΄, ο ίδιος υπέγραψε μια συνθήκη που επέτρεπε στους κατοίκους του Γαλατά να κρατήσουν τις περιουσίες τους και τη θρησκεία τους. Ο επιβλητικός Πύργος του Γαλατά, χτισμένος από τους Γενοβέζους το 1348 ως «Πύργος του Χριστού», παρέμεινε όρθιος. Σήμερα, περπατώντας γύρω από τον πύργο, στα στενά που θυμίζουν μεσογειακή πόλη, νιώθεις ότι το εμπορικό, κοσμοπολίτικο πνεύμα εκείνης της εποχής δεν έσβησε ποτέ.

Λίγο πιο πέρα, κατά μήκος του Κεράτιου Κόλπου, το Φανάρι έγινε το καταφύγιο και το κέντρο της ελληνικής κοινότητας. Αν και το σημερινό κτίριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι μεταγενέστερο, η παρουσία της κοινότητας στην ίδια περιοχή για αιώνες αποτελεί μια ζωντανή γραμμή σύνδεσης με το παρελθόν. Η Μεγάλη του Γένους Σχολή, που δεσπόζει σαν κόκκινο κάστρο στον λόφο, υπενθυμίζει σε όλους ότι η παιδεία και ο πολιτισμός συνέχισαν να ανθίζουν ακόμα και κάτω από το νέο καθεστώς.

Η Πόλη ως Παλίμψηστο

Στην ορολογία της χειρογραφίας, «παλίμψηστο» ονομάζεται ένας πάπυρος ή μια περγαμηνή που ξύνεται για να γραφτεί πάνω της ένα νέο κείμενο, αλλά τα ίχνη της παλιάς γραφής παραμένουν ορατά. Αυτό ακριβώς είναι η Κωνσταντινούπολη. Η 29η Μαΐου 1453 δεν ήταν το σβήσιμο της πρώτης γραφής, αλλά η αρχή της δεύτερης, που μπλέχτηκε αριστοτεχνικά με την προηγούμενη.

Για τον ταξιδιώτη του 21ου αιώνα, αυτή η επέτειος δεν χρειάζεται να είναι πηγή θλίψης ή εθνικιστικού θριάμβου αλλά μια ευκαιρία για στοχασμό. Όταν μπαίνεις στην Αγία Σοφία (Ayasofya) και βλέπεις το φως να πέφτει από τα παράθυρα του τρούλου πάνω στα χριστιανικά ψηφιδωτά και ταυτόχρονα στις ισλαμικές επιγραφές, συνειδητοποιείς ότι η ομορφιά αυτού του τόπου κρύβεται στην πολυπλοκότητά του.

Η Κωνσταντινούπολη δεν ανήκει αποκλειστικά σε μία αυτοκρατορία ή σε έναν πολιτισμό· ανήκει στην ανθρωπότητα. Τα μνημεία που επέζησαν μετά την Άλωση είναι η τρανή απόδειξη ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές και βίαιες στιγμές της ιστορίας, ο άνθρωπος αναγνωρίζει το μεγαλείο και επιλέγει να το διατηρήσει.

Διαβάστε ακόμα:

Περιπλανηθήκαμε στα στενά του Εμίνονου στην Κωνσταντινούπολη

Μπαλάτ-Φανάρι: Η μελαγχολική συνοικία όπου χτυπάει η καρδιά της παλιάς Κωνσταντινούπολης

Κωνσταντινούπολη: Πού θα δοκιμάσετε το καλύτερο φαγητό στη Μητρόπολη των δύο κόσμων