Η Βασιλική Κοϊμτζίδου μάς είχε «προειδοποιήσει»: «Πρωί πρωί». Και το εννοούσε. Είχαμε περάσει την προηγούμενη μέρα στη λίμνη Στεφανιάδας. Καγιάκ σε νερά που άλλαζαν χρώμα με το φως, πράσινα ή γαλάζια, ανάλογα με το πού πέφτει ο ήλιος. Εκείνη μπροστά, να κωπηλατεί χωρίς να κοιτάει το νερό, σαν το σώμα της να το θυμάται μόνο του. Αυτή η γυναίκα ξέρει κάθε γωνιά της ευρύτερης περιοχής της Αργιθέας. Τελειώνοντας με τη λίμνη, μας πρότεινε την Πατλιά.

19

Την άλλη μέρα το πρωί, ξεκινήσαμε με το τετρακίνητό της. Το Πετροχώρι στο φως του πρωινού μοιάζει λιγότερο με χωριό και περισσότερο με ζωγραφιά αφημένη στη μέση. Σπίτια από πέτρα που ξεκινούν και χάνονται στο πράσινο, η εκκλησία να στέκει εκεί που στέκουν πάντα οι εκκλησίες στα βουνά, λίγο πιο πάνω από όλα τα άλλα.

Το χωριό είχε άλλο όνομα μέχρι το 1957. Σπυρέλο το έλεγαν, και αυτό το όνομα κάτι κρατάει μέσα του που το «Πετροχώρι» δεν μπορεί να πει εξίσου. Αλλά η πέτρα αφθονεί εδώ, άρα και η μετονομασία έχει τη λογική της.

Με κατεύθυνση την Πατλιά

Ο δρόμος τελείωσε νωρίτερα απ’ ό,τι περιμέναμε. Βράχια κομμένα, πεσμένα στη μέση, έκλεισαν το πέρασμα, αφήνοντας απλώς να εννοηθεί ότι από εδώ συνεχίζεις διαφορετικά. Αφήσαμε το αυτοκίνητο στην άκρη και φορέσαμε τα σακίδια. Η Βασιλική δεν σχολίασε τίποτα, απλώς ξεκίνησε. Το μονοπάτι δεν έχει σήμανση κάθε εκατό μέτρα, δεν έχει ξύλινα κιγκλιδώματα ασφαλείας, δεν έχει τίποτα απ’ αυτά που έχουν συνηθίσει να βλέπουν όσοι ξέρουν τα βουνά μόνο από τα καλοφτιαγμένα μονοπάτια. Αλλά το χώμα έχει αποτυπώματα που μαρτυρούν πόσα πόδια πέρασαν από εδώ, ανθρώπινα και μη. Ακολουθείς σχεδόν ενστικτωδώς.

Τα πρώτα λεπτά η βλάστηση είναι ακόμα πυκνή. Θάμνοι, χόρτα, ό,τι έχει βρει τρόπο να πιαστεί από το χώμα. Σταδιακά όμως αραιώνει, κάνοντας χώρο σε κάτι άλλο. Στη θέση της μπαίνει η πέτρα, πρώτα σποραδικά, μετά παντού. Μεγάλοι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί που μοιάζουν να στέκουν εκεί εδώ και αιώνες. Και ανάμεσά τους, νερό. Παντού νερό. Να πηγάζει από χαράδρες, να τρέχει κάτω από πέτρες, να κυλά σε ρυάκια που δεν περίμενες να συναντήσεις εκεί. Το λιώσιμο του χιονιού τροφοδοτεί ακόμα τις «λούτσες», τις φυσικές κοιλότητες που μάζευαν νερό για τα κοπάδια όλο το καλοκαίρι. Αυτά τα βουνά δεν στερούνται νερό.

Η Βασιλική βάδιζε με το βλέμμα να σκαρφαλώνει συχνά προς τις κορυφές. Η Καράβα εκεί ψηλά, στα 2.184 μέτρα, η υψηλότερη κορυφή των Αγράφων, έστεκε χωρίς να την αγγίζει τίποτα. Αυτό το βουνό έχει και άλλο όνομα: Σχιζοκάραβο. Η τοπική παράδοση λέει ότι εδώ προσάραξε η Κιβωτός του Νώε, ότι η σφοδρή πρόσκρουση άνοιξε το χάσμα στην κορυφή που φαίνεται ακόμα, ότι υπήρχαν σιδερένιοι κρίκοι στο σημείο όπου ήταν δεμένο το πλοίο. Οι θρύλοι σε αυτά τα μέρη είναι ο τρόπος που οι άνθρωποι έβγαζαν νόημα από ένα τοπίο που τους μεγάλωνε και ταυτόχρονα τους φόβιζε. Μετά από κάτι παραπάνω από μία ώρα, με τα πόδια να έχουν ήδη εκτιμήσει πόσο σημαντικό πράγμα είναι το επίπεδο έδαφος, η Πατλιά εμφανίστηκε.

Ο ποιμενικός οικισμός 

Αρκετά πέτρινα κονάκια, πάνω από δέκα, σε μια φυσική λεκάνη, σκορπισμένα με τρόπο που μοιάζει τυχαίος αλλά δεν είναι. Χτισμένα με ξερολιθιά, χωρίς συνδετικό υλικό, μόνο με την τέχνη του χεριού που ήξερε ποια πέτρα να διαλέξει και πώς να την τοποθετήσει. Μερικά στέκουν ακόμα σε καλή κατάσταση. Άλλα είναι μισογκρεμισμένα, με τα τοιχώματα να έχουν παραδοθεί στη βαρύτητα, με πέτρες που έπεσαν η μία συμπαρασύροντας την άλλη, κάποιον χειμώνα, χωρίς κανείς να είναι εκεί να το δει. Αυτά δεν ήταν ποτέ απλά καταφύγια, ήταν εργοστάσια. Μέσα σε αυτές τις καλύβες, από τα τέλη Μαΐου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου, γινόταν η δουλειά: το άρμεγμα στις στρούγκες, η τυροκομία, η παραγωγή φέτας και τσαλαφουτιού από γάλα που έπαιρνε τη γεύση του από τα αλπικά χόρτα της Καράβας. Οι κτηνοτρόφοι έφταναν εδώ μετά από δεκατρείς με δεκατέσσερις μέρες ταξιδιού από τα χειμαδιά, τόσο από την Αιτωλοακαρνανία όσο και από τον Βόλο. Ολόκληρες οικογένειες, κοπάδια, σκύλοι, τα ελάχιστα που χρειάζεσαι όταν ξέρεις πού πας.

Τώρα δεν υπάρχει κανένας. Ούτε ζώο, ούτε φωνή, ούτε κουδούνι κοπαδιού. Η εποχή δεν το επιτρέπει, είπε η Βασιλική, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι εποχές που το επέτρεπαν γίνονται ολοένα λιγότερες. Φέτος μάλλον δεν θα έρθει κανείς με τα κοπάδια του. Μόνο η Βασιλική μπορεί να ανέβει ξανά, καθώς αυτές τις δύο τρεις μέρες που τη γνωρίσαμε, καταλάβαμε αμέσως ότι το βουνό είναι η ίδια της η ζωή. Η σιωπή στην Πατλιά δεν είναι αυτή που βρίσκεις στα ερημωμένα μέρη. Έχει διαφορά. Αυτή εδώ είναι η σιωπή των περιοχών που κάποτε είχαν πολύ θόρυβο μέσα τους και τον θυμούνται ακόμα.

Το εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων στέκει ανάμεσα στα κονάκια. Μικρό, με τοίχους που έχουν πάρει το χρώμα της πέτρας γύρω τους. Καθίσαμε έξω στον ήλιο πρώτα, σε πέτρες που έχουν λειανθεί από χρόνια ανθρώπινης παρουσίας. Μπήκαμε μέσα. Ο χώρος μικρός, αλλά με εκείνη την ιδανική αναλογία. Εικόνες αγίων στους τοίχους, παλιές, με τα χρώματα να έχουν βαθύνει από τον καιρό. Ο αέρας μέσα κρατά κάτι. Δεν ξέρεις αν είναι η υγρασία της πέτρας ή κάτι άλλο που δεν μπαίνεις στον κόπο να το ορίσεις. 

Στην επιστροφή 

Στην κατάβαση, με τα γόνατα να έχουν αρχίσει να διαμαρτύρονται, η Βασιλική έβγαλε το κινητό. Κάλεσε τον κύριο Χρήστο. «Ήμασταν στην Πατλιά», του είπε. «Πήγα στο κονάκι, είδα το μαντρί. Έχουν φύγει δύο τρία τσίγκια, αλλά δεν είναι μεγάλη ζημιά. Έβγαλα και φωτογραφίες. Θα τις στείλω στα παιδιά σου να τις δεις», του είπε.

Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν για τον τόπο τους και καταλαβαίνεις αμέσως ότι για εκείνους δεν είναι μόνο κληρονομιά ή αξιοθέατο. Είναι ένα κομμάτι της ζωής τους. Ο κύριος Χρήστος ήταν ξεκάθαρα ένας από αυτούς. Η Βασιλική χαμογελούσε όσο τον άκουγε, κι αυτό το χαμόγελο έλεγε περισσότερα από οποιαδήποτε απάντηση.

*Το ταξίδι μας έγινε στο πλαίσιο της καμπάνιας προβολής του Υπουργείου Τουρισμού με τίτλο «Ορεινή Ελλάδα. Σε πάει ψηλά. Όλο τον χρόνο».  Στοχεύει στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας των ορεινών προορισμών, προβάλλοντας  την ανάδειξη εμπειριών που σχετίζονται με την φύση, την ευεξία και τον αθλητισμό, τη γαστρονομία, την ιστορία και τον πολιτισμό. H καμπάνια αναδεικνύει την ορεινή Ελλάδα ως προορισμό που προσφέρει όχι μόνο αναψυχή, αλλά και εσωτερική ισορροπία, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη κάθε ηλικίας, να αποσυνδεθεί από την καθημερινότητα και να επανασυνδεθεί με τη φύση.

Διαβάστε ακόμα:

Αποστολή στα Bόρεια Άγραφα: Η εμπειρία του καγιάκ στη Στεφανιάδα

Road trip στα ημιορεινά Άγραφα – Ένα διαφορετικό οδοιπορικό σε έναν μαγευτικό τόπο

Long weekend στα Άγραφα, στην καρδιά της ομώνυμης οροσειράς