Η πρωτεύουσα της Ρουάντα, η λεγόμενη και «Σιγκαπούρη της Αφρικής», είναι μια πόλη που με την πρώτη όψη σε εκπλήσσει ευχάριστα με την καθαριότητά της, την αρμονία και τη νέα εικόνα που διαθέτει. Πίσω από αυτό όμως, κρύβεται καλά, πολύ καλά, μια σύγχρονη τραγωδία. Και ίσως γι’ αυτό το Κιγκάλι να είναι σήμερα μία από τις πιο συγκλονιστικές πόλεις που μπορεί να επισκεφτεί κανείς.

22

Στην ευρύτερη περιοχή της Ρουάντα, για χρόνια οι κάτοικοι ήταν χωρισμένοι σε δύο κοινωνικές ομάδες, τους Χούτου και τους Τούτσι. Οι Χούτου απασχολούνταν κατά βάση σε αγροτικές εργασίες και αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων. Από την άλλη, η ομάδα των Τούτσι συνδεόταν περισσότερο με την κτηνοτροφία και κατείχε τις υψηλότερες κοινωνικές τάξεις της Ρουάντα. Αν ένας Χούτου αποκτούσε τα δικά του ζώα, μπορούσε να αντιμετωπιστεί κοινωνικά ως Τούτσι.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1800, η Ρουάντα περιήλθε στον έλεγχο της Γερμανίας και αργότερα του Βελγίου. Οι δύο αποικιοκράτες βάσισαν το σύστημα διακυβέρνησής τους στον διαχωρισμό των δύο ομάδων. Οι Βέλγοι επέβαλαν τη χρήση ταυτοτήτων, όπου αναγραφόταν αν κάποιος ήταν Χούτου ή Τούτσι, κάτι που παγίωσε ακόμη περισσότερο τον διαχωρισμό τους. Έτσι, έδωσαν περισσότερα δικαιώματα στην ομάδα των Τούτσι, διότι τους θεωρούσαν, με βάση τις φυλετικές αντιλήψεις της εποχής, πιο κοντά στους «Ευρωπαίους». Η προνομιακή αυτή μεταχείριση τούς έδινε και περισσότερες ευκαιρίες στη μόρφωση.

Τη δεκαετία του 1950, οι Χούτου, μη μπορώντας άλλο να δεχτούν την απαξίωση που βίωναν εντός της ίδιας τους της χώρας και ύστερα από επιθέσεις σε βάρος των πολιτικών τους, εξεγέρθηκαν. Το 1959 ξέσπασε βία κατά των Τούτσι, με χιλιάδες νεκρούς και πολλούς ακόμη να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα. Την επόμενη χρονιά έγιναν εκλογές, στις οποίες η πλειοψηφία των Χούτου εξέλεξε πρόεδρο και οι Τούτσι σταδιακά εκδιώχθηκαν σε κοντινές χώρες, χάνοντας και την πρόσβαση που είχαν σε συγκεκριμένα επαγγέλματα με επιρροή. Η Ρουάντα είχε περάσει πια σε πολιτική κυριαρχία των Χούτου. Οι εκδιωκόμενοι Τούτσι ίδρυσαν το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα· έναν στρατό υπό τη διεύθυνσή τους, που ζητούσε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και την επανένταξη σχεδόν μισού εκατομμυρίου αποκλεισμένων Τούτσι πίσω στην πατρίδα τους. Οι Χούτου το εξέλαβαν ως μια προσπάθεια της απέναντι πλευράς για κατάληψη της εξουσίας και, ύστερα από έναν τριετή πόλεμο στον οποίο παραβιάστηκαν ουκ ολίγες φορές τα ανθρώπινα δικαιώματα και από τις δύο πλευρές, η λύση ήρθε με την ειρηνική Συνθήκη της Αρούσα το 1993. Η συνθήκη περιλάμβανε μια μεταβατική κυβέρνηση για τη Ρουάντα, την επανένωση του στρατού αλλά και την επίβλεψη της διαδικασίας από τον ΟΗΕ.

Πολλοί από τους Χούτου ήταν αντίθετοι με τη συμφωνία αυτή και έτσι οι εντάσεις με τους Τούτσι αυξήθηκαν. Το 1993 ο ΟΗΕ δημιούργησε την Αποστολή Βοήθειας των Ηνωμένων Εθνών για τη Ρουάντα, συγκεντρώνοντας 2.500 στρατιώτες. Εντός της Ρουάντα, από την άλλη, εξτρεμιστές Χούτου είχαν οργανώσει παραστρατιωτικές ομάδες, τις λεγόμενες «ομάδες θανάτου», με τουφέκια, χειροβομβίδες και μεγάλες ποσότητες από ματσέτες. Ο υπεύθυνος της αποστολής του ΟΗΕ ενημέρωσε για την κατάσταση και η εντολή που έλαβε ήταν αποκαρδιωτική. Η ανάμειξή του θα γινόταν μόνο εάν διαπιστωνόταν πως η χώρα βρισκόταν εν μέσω μιας γενοκτονίας· ουσιαστικά τον «αφόπλισαν». Την ίδια στιγμή, τα μέσα ενημέρωσης της χώρας έβαζαν το δικό τους λιθαράκι στην προπαγάνδα των Χούτου, αποκαλώντας τους Τούτσι με άσχημα υβριστικά επίθετα και καλλιεργώντας ένα κλίμα βίας και μίσους, που στοχοποιούσε ιδιαίτερα και τις γυναίκες Τούτσι.

Το ημερολόγιο δείχνει 6 Απριλίου του 1994 και το αεροπλάνο που μεταφέρει τους προέδρους της Ρουάντα και του Μπουρούντι, και οι δύο Χούτου, καταρρίπτεται από πυραύλους και συντρίβεται. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Αρούσα, την ηγεσία θα αναλάμβανε η Αγκάτε Ουιλινγκιγιμάνα, κάτι που δυσαρέστησε πολύ τις «ομάδες θανάτου», που την επομένη τη δολοφόνησαν. Από αυτήν τη στιγμή και μετά ξεκινούν οι μαζικές δολοφονίες σε όλη τη χώρα, με σκοπό την εξαφάνιση όσων περισσότερων Τούτσι ήταν εφικτό. Ο ΟΗΕ, σε αντίθεση με τις προσδοκίες όλων, διατάζει την απομάκρυνση μεγάλου μέρους της ειρηνευτικής δύναμης, πλην 270 στρατιωτών, παρά την αντίθετη στάση του αρχηγού τους. Αρνήθηκε επίσης να χρησιμοποιήσει τα μέσα που διέθετε με σκοπό να σταματήσουν να εκπέμπουν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που μετέδιδαν φυλετικό μίσος.

Μέσα στις επόμενες 100 ημέρες δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 800.000 άνθρωποι, κυρίως Τούτσι, αλλά και μετριοπαθείς Χούτου που προσπάθησαν να τους βοηθήσουν ή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις δολοφονίες. Οι «ομάδες θανάτου» όμως δεν αρκέστηκαν εκεί. Ανάγκαζαν Χούτου να δολοφονούν συγγενείς και φίλους τους, ενώ δεκάδες χιλιάδες γυναίκες και κορίτσια Τούτσι βιάστηκαν συστηματικά και βάναυσα. Ο στρατηγός Ρομέο Νταλέρ προσπαθούσε με όσους στρατιώτες του είχαν απομείνει να δημιουργήσει ασφαλείς περιοχές για να προστατευτούν οι Τούτσι. Τα κατάφερε και δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν, ενώ ταυτόχρονα ζητούσε μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη από τον ΟΗΕ, δίχως ανταπόκριση. Τα μέλη του Συμβουλίου αρνούνταν πως αυτό που συνέβαινε στη Ρουάντα ήταν εν εξελίξει γενοκτονία, καθώς αυτό θα σήμαινε παροχή χρημάτων και ανθρώπινου δυναμικού από εκείνους. Ύστερα από πέντε εβδομάδες ατελείωτης βίας και σφαγής, ο ΟΗΕ ενέκρινε την αποστολή 5.500 επιπλέον στρατιωτών. Μέχρι εκείνοι να φτάσουν όμως, ήταν ήδη πολύ αργά.

Το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα, παράλληλα με τη γενοκτονία, βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο με τις ένοπλες δυνάμεις της Ρουάντα. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου, το Π.Μ.Ρ. είχε κερδίσει τον έλεγχο της χώρας και μόνο έτσι κατάφεραν οι Τούτσι να σταματήσουν τη γενοκτονία που υφίσταντο.

Ο εμφύλιος αυτός πόλεμος και η γενοκτονία που συνέβη στη Ρουάντα, με περισσότερα από 800.000 θύματα, έχουν το παράδοξο της εσωτερικής διαμάχης. Οι μεν δολοφονούσαν τους δε, μέσα σε ένα κλίμα μίσους που είχε καλλιεργηθεί για χρόνια στο εσωτερικό της χώρας. Οι γείτονες σκότωναν γείτονες, οι φίλοι τους φίλους και οι οικογένειες άλλες οικογένειες. Το 1999, το πόρισμα του ΟΗΕ ήταν πως ο ίδιος ο Οργανισμός απέτυχε να αποτρέψει και στη συνέχεια να σταματήσει τη γενοκτονία. Σύμφωνα με το πόρισμά του, η Ρουάντα έπεσε θύμα της πολιτικής απροθυμίας της διεθνούς κοινότητας, ενώ ο ΟΗΕ αναγνώρισε την ευθύνη που δεν ανέλαβε εγκαίρως.

Σήμερα όμως, 32 χρόνια μετά την εθνική τραγωδία, το Κιγκάλι δεν θυμίζει σε τίποτα όλα όσα προαναφέρθηκαν. Είναι μια πόλη πρότυπο σε θέματα καθαριότητας και οργάνωσης, που έχει μεταμορφωθεί με τρόπο σχεδόν αδιανόητο. Μέσα σε τρεις δεκαετίες, η Ρουάντα κατάφερε να γίνει μία από τις πιο σταθερές και οργανωμένες χώρες της Αφρικής, ενώ το Κιγκάλι θεωρείται σήμερα μία από τις ασφαλέστερες πόλεις της ηπείρου. Οι πλαστικές σακούλες έχουν απαγορευτεί εδώ και χρόνια και οι δρόμοι είναι εντυπωσιακά καθαροί. Η τεχνολογία, η επιχειρηματικότητα και ο τουρισμός αναπτύσσονται διαρκώς και με γρήγορους ρυθμούς.

Αυτή η μεταμόρφωση, όμως, δεν έγινε τυχαία. Η κυβέρνηση της Ρουάντα επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία μιας νέας εθνικής ταυτότητας. Σήμερα αποφεύγονται ακόμα και οι αναφορές στις ταυτότητες Χούτου και Τούτσι στη δημόσια ζωή. Η επίσημη θέση είναι ότι όλοι είναι Ρουαντέζοι.

Η επίσκεψή σας στη Ρουάντα έχει να σας δώσει ακόμα περισσότερα από όσα περιμένετε από ένα τέτοιο ταξίδι.

Για αρχή, αξίζει μια στάση στο Kigali Genocide Memorial, έναν χώρο μνήμης και εκπαίδευσης για τη γενοκτονία, αλλά και στο Camp Kigali Memorial. Θα μάθετε ακόμα περισσότερες πληροφορίες για όσα συνέβησαν και θα μιλήσετε από κοντά με τους ξεναγούς αλλά και τους ανθρώπους της πόλης, που ποτέ δεν βαριούνται να μιλάνε για την ιστορία του τόπου και των οικογενειών τους. Στο Κιγκάλι υπάρχουν όμως και άλλα μουσεία που μπορείτε να επισκεφτείτε. Εξερευνήστε τις γκαλερί τέχνης, όπως είναι η Niyo Art Gallery και το Inema Arts Centre, για να δείτε από κοντά πώς μοιάζει η σύγχρονη ρουανδέζικη τέχνη.

Η αγορά Kimironko είναι ίσως το καλύτερο μέρος για να νιώσει κανείς τον παλμό της πόλης. Εκεί, ανάμεσα σε θόρυβο, χρώματα και φωνές, καταλαβαίνετε ότι η Ρουάντα δεν είναι μόνο η ιστορία της γενοκτονίας, αλλά μια χώρα γεμάτη νέους ανθρώπους που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Στους δρόμους της πόλης θα δείτε νέους με τζιν, ακουστικά και κινητά να περπατάνε δίπλα σε ανθρώπους με παραδοσιακές, πολύχρωμες ενδυμασίες.

Και ύστερα υπάρχει η τόσο ανεπιτήδευτα όμορφη αφρικανική φύση. Γύρω από το Κιγκάλι απλώνονται καταπράσινοι λόφοι που θυμίζουν γιατί η Ρουάντα αποκαλείται «η χώρα των χιλίων λόφων». Το φως, πέφτοντας πάνω τους, σε μαγνητίζει, μπορείς να μείνεις να το κοιτάς ώρες. Τα απογεύματα, όταν ο ήλιος δύει πίσω από τις κορυφές, η πόλη μοιάζει σχεδόν γαλήνια, στατική. Είναι δύσκολο να συνδυάσεις την εικόνα αυτή με όσα συνέβησαν στους δρόμους που περνάς. Μπορείτε να συνδυάσετε τη διαμονή σας στο Κιγκάλι με σύντομες αποδράσεις. Μπορείτε να οργανώσετε μια ημερήσια εκδρομή στο Εθνικό Πάρκο Akagera για σαφάρι ή άλλες οργανωμένες ξεναγήσεις σε εθνικά πάρκα της χώρας, όπου, με απόλυτο σεβασμό στη φύση και την ηρεμία των ζώων, μπορείτε να δείτε από κοντά γορίλες και χιμπατζίδες, πάντα από απόσταση ασφαλείας.

Τέλος, δεν γίνεται να μην δοκιμάσετε την τοπική γαστρονομία της Ρουάντα. Είναι απλή και βασίζεται σε φρέσκα, τοπικά αγροτικά προϊόντα. Στην κουζίνα κυριαρχούν υλικά όπως οι πράσινες μπανάνες, matoke, τα φασόλια, οι γλυκοπατάτες και η μανιόκα. Τα δημοφιλέστερα πιάτα που μπορείτε να δοκιμάσετε είναι το isombe, με φύλλα μανιόκας, και τα brochettes, τα τοπικά σουβλάκια, συνήθως με κατσίκι. Το φαγητό δεν είναι ιδιαίτερα καυτερό, σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, ενώ ξεχωρίζουν τα παραδοσιακά milk bars, στα οποία οι κάτοικοι αντικαθιστούν το αλκοόλ με φρέσκο ή ζυμωμένο γάλα και συχνά το συνδυάζουν με κέικ, μπισκότα, αυγά ή μπανάνες, αλλά και τα φρέσκα ψάρια που προέρχονται από τη λίμνη Κίβου.

Διαβάστε ακόμα:

Ταξίδι ζωής στη Ναμίμπια: Εκεί όπου η έρημος σμίγει με τον ωκεανό

Στην Όαση της Σίβα: Ένα θαύμα της φύσης στη μέση της ερήμου

Addis Ababa: Ταξίδι στην καρδιά της Αιθιοπίας