Από το μυστηριακό Γκεμπεκλί Τεπέ και τα ερείπια του Ανί έως το Νεμρούτ και τα ψηφιδωτά της Ζεύγμα το ταξίδι αυτό αποκαλύπτει ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό διαφορετικών πολιτισμών.
Με ένα οδοιπορικό στην ανατολική και νοτιοανατολική Τουρκία, εκεί όπου η Ανατολία συναντά την Άνω Μεσοποταμία, θα γνωρίσετε μια περιοχή με σπουδαία μνημεία και ιστορικές μαρτυρίες μερικών από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της αρχαιότητας.
Θα επισκεφθείτε το Γκεμπεκλί Τεπέ ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πρώιμης Νεολιθικής περιόδου στον κόσμο. Θα περιπλανηθείτε στο Ντιγιάρμπακιρ με την ατμοσφαιρική παλιά πόλη του, θα εξερευνήσετε τη Σανλιούρφα, αλλά και τη Χαρράν με τα χαρακτηριστικά κυψελοειδή σπίτια της. Θα ανεβείτε στο όρος Νεμρούτ, με τα επιβλητικά γλυπτά του βασιλείου της Κομμαγηνής, και θα θαυμάσετε τα μοναδικά ψηφιδωτά της αρχαίας Ζεύγμα. Σε όλη τη διαδρομή θα ακολουθείτε τα ίχνη διαφορετικών πολιτισμών, θρησκειών και αυτοκρατοριών, γνωρίζοντας παράλληλα τη γαστρονομική παράδοση, τα παζάρια και την καθημερινή ζωή των κατοίκων.
Η Ανατολία υπήρξε για χιλιάδες χρόνια ένας τόπος όπου διαφορετικοί λαοί συναντήθηκαν, εγκαταστάθηκαν, πολέμησαν και άφησαν πίσω τους τα ίχνη τους. Στα εδάφη της αναπτύχθηκε ο πολιτισμός των Χετταίων και ακολούθησαν οι Φρύγες, οι Λυδοί, οι Πέρσες, τα ελληνιστικά βασίλεια και οι Ρωμαίοι, δημιουργώντας ένα σύνθετο πολιτισμικό τοπίο που θα αποκαλυφθεί μπροστά σας στη διάρκεια του ταξιδιού.
Πιο ανατολικά, ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, η Μεσοποταμία υπήρξε ένας από τους σπουδαίους πυρήνες του ανθρώπινου πολιτισμού. Στη νότια Μεσοποταμία εμφανίστηκαν περίπου το 3400–3300 π.Χ. οι πρώτες μορφές γραφής, με τα αρχαιότερα γνωστά δείγματα να προέρχονται από την Ουρούκ, η οποία περίπου το 3200 π.Χ. είχε ήδη εξελιχθεί σε μία από τις πρώτες μεγάλες πόλεις του κόσμου. Η Ουρ υπήρξε επίσης ένα από τα σημαντικά πρώιμα αστικά κέντρα της περιοχής. Στη συνέχεια αναπτύχθηκαν ισχυρά κράτη και αυτοκρατορίες, από τους Ακκάδιους και τους Βαβυλώνιους έως τους Ασσύριους.
Η Ανατολία και η Μεσοποταμία δεν υπήρξαν ποτέ απομονωμένοι κόσμοι. Χάρη σε ποταμούς, ορεινές διαβάσεις και εμπορικούς δρόμους προϊόντα, γνώσεις, θρησκευτικές αντιλήψεις και καλλιτεχνικές ιδέες ταξίδευαν από τόπο σε τόπο. Αυτή η μακραίωνη ώσμωση είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της περιοχής: εδώ δεν θα συναντήσετε έναν ενιαίο πολιτισμό, αλλά ένα μωσαϊκό από παραδόσεις που συνυπήρξαν, συγκρούστηκαν και αλληλεπέδρασαν, αφήνοντας πίσω τους μια εξαιρετικά πλούσια κληρονομιά.
Πρώτος σταθμός το Καρς και η αρχαία πόλη Ανί
Ξεκινήστε το ταξίδι από την Κωνσταντινούπολη απ΄όπου θα πάρετε το αεροπλάνο για το Καρς, στη βορειοανατολική Ανατολία, πολύ κοντά στα σύνορα της Τουρκίας με την Αρμενία. Περιηγούμενοι στην πόλη θα δείτε την εντυπωσιακή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, γνωστή και ως Κουμπέτ Τζαμί, που κτίστηκε μεταξύ 932 και 937. Ξεχωρίζει για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της με τον χαρακτηριστικό οξυκόρυφο θόλο και τα ανάγλυφα των δώδεκα Αποστόλων. Στη συνέχεια ανηφορίστε προς το φρούριο του Καρς που δεσπόζει πάνω από την πόλη. Αυτό που βλέπετε σήμερα κτίστηκε το 1152 και στη συνέχεια καταστράφηκε και ανακατασκευάστηκε αρκετές φορές, διατηρώντας στοιχεία από διαφορετικές ιστορικές περιόδους.
Στα 42 χιλιόμετρα από το Καρς θα κάνετε ένα ταξίδι στον χρόνο, επισκεπτόμενοι το Ανί, γνωστό και ως «Πόλη των Χιλίων και Μίας Εκκλησιών». Ανάμεσα στους κυματιστούς λόφους και τη γυμνή έκταση των συνόρων με την Αρμενία θα αντικρίσετε τα ερείπια μιας πόλης που υπήρξε πρωτεύουσα του αρμενικού βασιλείου των Βαγρατιδών και ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά και εμπορικά κέντρα του μεσαιωνικού Καυκάσου. Η μεγάλη ακμή της ήρθε τον 10ο και στις αρχές του 11ου αιώνα, ιδιαίτερα επί Ασότ Γ ΄ και των διαδόχων του, όταν η στρατηγική θέση της στους εμπορικούς δρόμους συνέβαλε στην ανάπτυξή της.
Χτισμένο σε ένα φυσικά οχυρωμένο οροπέδιο και προστατευμένο από ισχυρά τείχη, το Ανί έγινε σημαντικό κέντρο της αρμενικής τέχνης και αρχιτεκτονικής δημιουργώντας μια ιδιαίτερη παράδοση που έγινε γνωστή ως «Σχολή του Ανί» και οι εκκλησίες που σώζονται διάσπαρτες μέσα στο σχεδόν έρημο τοπίο είναι τα πιο εντυπωσιακά κατάλοιπα εκείνης της εποχής. Ο καθεδρικός ναός ξεχωρίζει για την επιβλητική αρχιτεκτονική του και τις καινοτομίες του αρχιτέκτονα Τρντάτ και οι εκκλησίες του Αγίου Γρηγορίου παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές της αρμενικής αρχιτεκτονικής, με περίτεχνες λιθανάγλυφες διακοσμήσεις και χαρακτηριστικούς τρούλους. Ανάμεσα στα ερείπια θα διακρίνετε επίσης τα ίχνη παλατιών, κατοικιών και άλλων δημόσιων κτιρίων που αποκαλύπτουν το μέγεθος και τη σημασία της μεσαιωνικής πόλης.
Δεύτερος σταθμός το Ντιγιάρμπακιρ
Συνεχίζοντας το ταξίδι σας θα διασχίσετε εντυπωσιακά ορεινά τοπία με φόντο το Αραράτ, το ψηλότερο βουνό της Τουρκίας που φθάνει ως τα 5.137 μέτρα. Το Μεγάλο Αραράτ και γειτονικός κώνος του, το Μικρό Αραράτ, δεσπόζουν στο τοπίο της ανατολικής Τουρκίας -σύμφωνα, μάλιστα, με το βιβλίο της Γένεσης, η Κιβωτός του Νώε «ήρθε να αναπαυθεί» στα βουνά αυτά -μια αναφορά που συνέδεσε για αιώνες την περιοχή με τη βιβλική παράδοση.
Στη συνέχεια θα φτάσετε στη Βαν, τη μεγαλύτερη λίμνη της Τουρκίας που απλώνεται ανάμεσα στα ηφαιστειογενή βουνά της ανατολικής Ανατολίας: βρίσκεται σε υψόμετρο 1.640 μέτρων και καλύπτει περίπου 3.700 τ.χλμ. Φιλοξενεί τέσσερα νησιά, με πιο γνωστό το Ακνταμάρ, όπου δεσπόζει η αρμενική εκκλησία του Τιμίου Σταυρού που χρονολογείται μεταξύ 915 και 921 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα μνημεία της μεσαιωνικής αρμένικης τέχνης και αρχιτεκτονικής.
Αφήνοντας τη λίμνη θα συνεχίσετε νότια προς το Ντιγιάρμπακιρ, μία από τις ιστορικότερες πόλεις της Άνω Μεσοποταμίας, στις όχθες του Τίγρη. Η παλιά πόλη, γνωστή ως Σουριτσί, με τα στενά δρομάκια, τα παζάρια, τα χάνια και τα κτίσματα από τη χαρακτηριστική μαύρη βασαλτική πέτρα της περιοχής, διατηρεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Την προστατεύει ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά σύνολα της Ανατολίας, με τείχη που έχουν συνολικό μήκος περίπου 5,8 χιλιομέτρων και διαθέτουν δεκάδες πύργους, προμαχώνες και πύλες. Η ιστορία τους φτάνει στη ρωμαϊκή εποχή και πήραν τη σημερινή τους μορφή μέσα από διαδοχικές επεκτάσεις, επισκευές και ενισχύσεις κατά τους βυζαντινούς, ισλαμικούς και οθωμανικούς χρόνους. Μαζί με τους Κήπους Χεβσέλ στον Τίγρη αποτελούν από το 2015 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Κατά την περιήγησή σας στα πολύβουα σοκάκια της παλιάς πόλης θα συναντήσετε χάνια και παζάρια όπου εξακολουθούν να λειτουργούν καταστήματα με χαλιά, κιλίμια και ασημικά. Ανάμεσα στα ιστορικά χάνια ξεχωρίζει το Χασάν Πασά Χανί, που χτίστηκε το 1573, στην οθωμανική περίοδο, ένα διώροφο κτίριο με μαγαζιά οργανωμένο γύρω από μια εσωτερική αυλή, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ένα σιντριβάνι με θολωτό στέγαστρο.
Τρίτος σταθμός η Ούρφα και τα σημαντικά αξιοθέατα γύρω της
Η Ούρφα, η σημερινή Σανλιούρφα, απέχει περίπου 185 χιλιόμετρα από το Ντιγιάρμπακιρ και είναι μια από τις ιστορικές πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Στην καρδιά της βρίσκεται το Μπαλικλίγκιολ, η λίμνη με τα ιερά ψάρια, που συνδέεται με την παράδοση του προφήτη Αβραάμ, γνωστού ως Ιμπραήμ, ο οποίος θεωρείται κεντρική μορφή και στο Ισλάμ. Λίγο πιο πέρα βρίσκεται η σπηλιά όπου λέγεται πως γεννήθηκε. Ολόκληρη η περιοχή γύρω από τη λίμνη συγκεντρώνει τζαμιά και άλλα ιστορικά κτίσματα.
Στο ιστορικό κέντρο της Ούρφα θα περιπλανηθείτε στα παζάρια, έναν λαβύρινθο με στενούς, σκεπαστούς δρόμους, μικρά καταστήματα και παλιά χάνια. Η αγορά δεν είναι ενιαία, αλλά ένα σύνολο από μικρότερες αγορές καθεμία από τις οποίες ήταν αφιερωμένη σε διαφορετικά είδη εμπορίου. Θα συναντήσετε το Bedesten, την αγορά των υφασμάτων, το παζάρι των χαλιών και των κιλιμιών, την αγορά των χαλκωματάδων και καταστήματα με κοσμήματα, υφαντά και άλλα τοπικά προϊόντα. Σε ορισμένα σημεία θα δείτε, μάλιστα, τους τεχνίτες να εργάζονται μέσα στα μικρά εργαστήριά τους.
Ανάμεσα στα παλιά μαγαζιά ξεχωρίζει το Γκιουμρούκ Χανί κτισμένο το 1563, την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η διώροφη κατασκευή έχει στο κέντρο της μια εσωτερική αυλή όπου σήμερα λειτουργούν παραδοσιακά καφενεία και μικρά καταστήματα. Εδώ αξίζει να καθίσετε για ένα τούρκικο τσάι και να παρατηρήσετε την καθημερινή ζωή της Ούρφα. Αργότερα μπορείτε να πάτε στην περιοχή του κάστρου που υψώνεται πάνω από την παλιά πόλη για να απολαύσετε μια διαφορετική εικόνα της Σανλιούρφα, με τα πυκνοκτισμένα σπίτια, τα τζαμιά και τις παλιές συνοικίες που απλώνονται κάτω από τον λόφο.
Γνωρίστε το Γκεμπεκλί Τεπέ, ένα μεγάλο μυστήριο της προϊστορίας
Μόλις 18 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ούρφα βρίσκεται ένας από τους πιο συναρπαστικούς αρχαιολογικούς χώρους της Ανατολίας, το Γκεμπεκλί Τεπέ, στην κορυφογραμμή των βουνών Γκερμούς. Η επίσκεψη εκεί αποτελεί από μόνη της λόγο για να κάνετε αυτό το ταξίδι, αφού θα σας φέρει σε επαφή με ένα από τα πιο παράξενα και γοητευτικά κεφάλαια της ανθρώπινης ιστορίας. Οι κυκλικές, οβάλ και ορθογώνιες μεγαλιθικές κατασκευές που θα δείτε δημιουργήθηκαν από ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών σε μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνίες της Άνω Μεσοποταμίας περνούσαν σταδιακά από τον τρόπο ζωής των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στις πρώτες αγροτικές κοινότητες.
Ενταγμένο από το 2018 στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, το φημισμένο διεθνώς μνημείο χρονολογείται από το 9.600 έως το 8.200 π.Χ. περίπου, σε μια εποχή πολύ πριν από τις πρώτες πόλεις και τα οργανωμένα κράτη. Οι κατασκευές του αποτελούν ένα από τα πρώτα γνωστά δείγματα ανθρώπινης μνημειακής αρχιτεκτονικής και μαρτυρούν εντυπωσιακές γνώσεις στην κατεργασία της πέτρας και στην κατασκευή σύνθετων έργων. Η κλίμακά τους μαρτυρά και τον βαθμό της συλλογικής οργάνωσης που μπορούσαν να επιτύχουν οι κοινωνίες της εποχής.
Στον αρχαιολογικό χώρο ξεχωρίζουν οι χαρακτηριστικοί λίθινοι στύλοι σε σχήμα Τ, ορισμένοι από τους οποίους φτάνουν τα 5,5 μέτρα. Πάνω τους βρίσκονται ανάγλυφα άγριων ζώων, όπως φίδια, αλεπούδες, αγριογούρουνα και πουλιά. Οι παραστάσεις αυτές, μαζί με τη μορφή των ίδιων των στύλων, προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι της Άνω Μεσοποταμίας αντιλαμβάνονταν τον κόσμο πριν από περίπου 11.500 χρόνια. Για πολλά χρόνια το Γκεμπεκλί Τεπέ θεωρήθηκε κυρίως ένας τελετουργικός χώρος, όμως οι νεότερες ανασκαφές, έχουν δώσει μια πιο σύνθετη εικόνα, καθώς έχουν εντοπιστεί και κατάλοιπα μη μνημειακών κατασκευών που ενδέχεται να είχαν οικιστική χρήση. Έτσι, το μυστήριο του χώρου παραμένει: δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβαινε εδώ, ξέρουμε όμως ότι οι άνθρωποι που τον δημιούργησαν διέθεταν εντυπωσιακές γνώσεις οργάνωσης, κατασκευής και κατεργασίας της πέτρας.
Τα μνημειακά κτίσματα του Γκεμπεκλί Τεπέ παρέμεναν κρυμμένα κάτω από τον λόφο επί χιλιάδες χρόνια. Η πρώτη αρχαιολογική καταγραφή έγινε το 1963, στο πλαίσιο έρευνας των Πανεπιστημίων Κωνσταντινούπολης και Σικάγου χωρίς όμως να αναγνωριστεί η πραγματική σημασία του χώρου -την οποία αντιλήφθηκε το 1994, ο Γερμανός αρχαιολόγος Klaus Schmidt. Οι συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν το 1995 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Ανακαλύψτε τα κυψελοειδή κωνικά σπίτια από πηλό της Χαρράν
Σε απόσταση περίπου 45 χιλιομέτρων από την Ούρφα, η Χαρράν απλώνεται στη μέση μιας άνυδρης πεδιάδας της Άνω Μεσοποταμίας και έχει ιστορία χιλιάδων ετών. Οι πρώτες γραπτές αναφορές στην πόλη ανάγονται περίπου στο 2250 π.Χ. και η στρατηγική της θέση επάνω στους αρχαίους εμπορικούς δρόμους που συνέδεαν τη Μεσοποταμία με τη Συρία την ανέδειξε σε σημαντικό εμπορικό, θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο. Η Χαρράν ήταν ιδιαίτερα γνωστή για τη λατρεία του θεού της Σελήνης, Σιν, και διατήρησε για αιώνες τις αρχαίες θρησκευτικές της παραδόσεις. Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους συνέχισε να αποτελεί σημαντικό κέντρο και στην ισλαμική περίοδο απέκτησε νέα πνευματική ακτινοβολία. Η περίφημη Σχολή της Χαρράν και το πρώτο ισλαμικό πανεπιστήμιο της πόλης συνδέονται με μια σημαντική παράδοση φιλοσοφικών και επιστημονικών σπουδών.
Ο σύγχρονος οικισμός αναπτύσσεται γύρω από τον πυρήνα της αρχαίας πόλης όπου σώζονται το μεγάλο ανάχωμα, τα τείχη, το κάστρο και τα κατάλοιπα του Μεγάλου Τζαμιού και του μεσαιωνικού πανεπιστημίου. Αυτό που θα σας εντυπωσιάσει περισσότερο είναι τα περίφημα κυψελοειδή σπίτια με τους κωνικούς θόλους που αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής αστικής αρχιτεκτονικής της πόλης και κτίστηκαν πριν από 250 χρόνια, με τούβλα που προέρχονταν από τον αρχαιολογικό χώρο. Οι θόλοι τους κατασκευάζονταν χωρίς ξύλινα δοκάρια, με την τεχνική της επάλληλης τοποθέτησης των τούβλων. Οι τοίχοι και η ίδια η μορφή των κτισμάτων βοηθούν ώστε το εσωτερικό να παραμένει πιο δροσερό το καλοκαίρι και πιο ζεστό τον χειμώνα. Οι κωνικές κατασκευές, που θυμίζουν κυψέλες ή μεγάλες πήλινες καμπάνες, είναι κτισμένες πάνω σε μια τετράγωνη βάση και στενεύουν σταδιακά προς την κορυφή. Οι θόλοι μπορούν να φτάσουν σε εσωτερικό ύψος 5 μέτρων και η εικόνα τους έτσι όπως προβάλλουν μέσα στην ανοιχτή πεδιάδα αποτελεί σήμερα το πιο αναγνωρίσιμο στοιχείο της Χαρράν.
Επόμενος σταθμός το Αντιγιαμάν κοντά στο περίφημο όρος Νεμρούτ
Από την Ούρφα θα συνεχίσετε βόρεια, προς τον Ευφράτη, όπου θα αντικρίσετε την τεράστια τεχνητή λίμνη του φράγματος Ατατούρκ που συγκεντρώνει τα νερά του ποταμού και τα διοχετεύει για άρδευση, αλλάζοντας εδώ και δεκαετίες το αγροτικό τοπίο της νοτιοανατολικής Ανατολίας. Στη συνέχεια θα φτάσετε στο Αντιγιαμάν, μια εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς ορεινή περιοχή, όπου μπορείτε να διανυκτερεύσετε για να επισκεφθείτε από εκεί το φημισμένο όρος Νεμρούτ, στην κορυφογραμμή των Ανατολικών Ταύρων.
Για να πάτε ως εκεί θα ανέβετε σε υψόμετρο περίπου 2.000 μέτρων όπου βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης και θα συνεχίσετε πεζή στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής. Στα 2.150 μέτρα θα βρεθείτε μπροστά σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της ελληνιστικής Ανατολής όπου τον 1ο αιώνα π.Χ., ο Αντίοχος Α ΄, βασιλιάς της Κομμαγηνής, δημιούργησε το ιεροθέσιό του, ένα μνημειακό ταφικό και λατρευτικό συγκρότημα αφιερωμένο στη δική του μνήμη, στους προγόνους του και στους θεούς. Το Νεμρούτ εντάχθηκε το 1987 στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Στο κέντρο του συγκροτήματος δεσπόζει ο τεράστιος ταφικός τύμβος με διάμετρο περίπου 145 μέτρα που έφτανε αρχικά σε ύψος περίπου 50 μέτρων, καλύπτοντας τον χώρο όπου πιστεύεται ότι βρίσκεται ο τάφος του Αντίοχου. Στις δύο πλευρές του τύμβου διαμορφώθηκαν μεγάλες τεχνητές αναβαθμίδες με τις κολοσσιαίες καθιστές μορφές θεοτήτων, του ίδιου του Αντίοχου Α ΄και της προσωποποιημένης Κομμαγηνής που έφταναν τα 8-10 μέτρα. Τα κεφάλια έχουν αποκολληθεί από τα σώματα και είναι πεσμένα στο έδαφος δημιουργώντας το χαρακτηριστικό σκηνικό που έχει κάνει το Νεμρούτ διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι μορφές αποτυπώνουν τον ιδιαίτερο πολιτισμικό κόσμο της Κομμαγηνής, ενός μικρού βασιλείου που βρισκόταν ανάμεσα στον ελληνικό και τον περσικό κόσμο -μια συνύπαρξη που ο βασιλιάς επιχείρησε να εκφράσει μέσω του μνημείου. Έτσι ο Δίας συνδέεται εδώ με τον περσικό Ωρομάσδη, ο Ηρακλής με τον Αρτάγνη και ο Απόλλωνας με τον Μίθρα-Ήλιο-Ερμή. Ο ίδιος ο Αντίοχος τοποθετημένος δίπλα τους παρουσιάζει τον εαυτό του ως μέρος μιας θεϊκής και βασιλικής παράδοσης.
Εάν θέλετε να βιώσετε τη μοναδική ενέργεια αυτού του τόπου αξίζει να έρθετε νωρίς το πρωί, ή αργά το απόγευμα. Από την ανατολική αναβαθμίδα μπορείτε να παρακολουθήσετε τον ήλιο να ανατέλλει πίσω από τις κολοσσιαίες μορφές, ενώ από τη δυτική πλευρά το φως του δειλινού φωτίζει τα γλυπτά και τις κορυφές των Ανατολικών Ταύρων. Είναι αυτή η συνάντηση της τέχνης με το ορεινό τοπίο που κάνει το Νεμρούτ τόσο ξεχωριστό: ένα μνημείο που δημιουργήθηκε πριν από περισσότερα από 2.000 χρόνια για να διαιωνίσει τη μνήμη ενός βασιλιά εξακολουθεί να κυριαρχεί, σιωπηλό και επιβλητικό μέσα στο τοπίο.
Τελευταίος σταθμός το Γκαζιαντέπ με το Μουσείο Ψηφιδωτών της Ζεύγμα
Από το Αντιγιαμάν θα συνεχίσετε για περίπου 150 χιλιόμετρα προς το Γκαζιαντέπ, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας και έναν από τους πιο γνωστούς γαστρονομικούς προορισμούς της χώρας. Εδώ θα επισκεφθείτε το περίφημο Μουσείο Ψηφιδωτών της Ζεύγμα, όπου έχει συγκεντρωθεί ένας εντυπωσιακός πλούτος ευρημάτων από την αρχαία πόλη που βρισκόταν στις όχθες του Ευφράτη. Όλα ξεκίνησαν από τη Σελεύκεια που ιδρύθηκε στη δυτική όχθη του Ευφράτη περίπου το 300 π.Χ. από τον Σέλευκο Α ΄Νικάτορα, έναν από τους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Απέναντί της, στην ανατολική όχθη, ίδρυσε άλλη μια πόλη, την Απάμεια, βαφτίζοντάς την με το όνομα της συζύγου του. Οι δύο ελληνιστικοί οικισμοί συνδέονταν μεταξύ τους στο σημαντικό αυτό πέρασμα του Ευφράτη και έγιναν γνωστοί ως Ζεύγμα -όνομα το οποίο επικράτησε για τη Σελεύκεια με την πάροδο του χρόνου.
Η πόλη αναπτύχθηκε σημαντικά καθώς βρισκόταν επάνω στους εμπορικούς δρόμους που συνέδεαν τη Μεσοποταμία με τη Συρία και την Ανατολία. Το 64 μ.Χ. πέρασε υπό την εξουσία της Κομμαγηνής και, από το 72 μ.Χ., εντάχθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τον 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν εύπορες οικογένειες δημιούργησαν εκεί πολυτελείς κατοικίες με εσωτερικές αυλές και πλούσια διακοσμημένα δάπεδα. Τα ψηφιδωτά τους με σκηνές από την ελληνική και ελληνορωμαϊκή μυθολογία, την αρχαία λογοτεχνία, καθώς και παραστάσεις ζώων και φυτών, αποτελούν σήμερα μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα της Ζεύγμα.
Το 256 μ.Χ. η πόλη λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τον Σασανίδη βασιλιά Σαπώρ Α’. Οι ρωμαϊκές επαύλεις δεν ξανακατοικήθηκαν, γεγονός που συνέβαλε στη διατήρηση των ψηφιδωτών και άλλων στοιχείων της καθημερινής ζωής της πόλης.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η κατασκευή του φράγματος Μπιρετσίκ στον Ευφράτη έδωσε νέα, δραματική διάσταση στην ιστορία της Ζεύγμα καθώς τμήματα της αρχαίας πόλης κατακλύστηκαν από το νερό, με αποτέλεσμα να οργανωθούν εκτεταμένες σωστικές ανασκαφές πριν από την άνοδο της στάθμης του. Κατά τη διάρκειά τους αποκαλύφθηκαν, μεταξύ άλλων, οι περίφημες επαύλεις του Ποσειδώνα και του Ευφράτη, με εκατοντάδες τετραγωνικά μέτρα ψηφιδωτών και τοιχογραφιών.
Τα σημαντικότερα ευρήματα μεταφέρθηκαν, συντηρήθηκαν και εκτίθενται στο Μουσείο Ψηφιδωτών Ζεύγμα που άνοιξε το 2011. Φιλοξενεί μια τεράστια συλλογή ψηφιδωτών της ρωμαϊκής και ύστερης αρχαιότητας, συνολικής έκτασης περίπου 3.000 τ.μ., μαζί με τοιχογραφίες, ρωμαϊκές κρήνες, κίονες, γλυπτά, σαρκοφάγους και αρχιτεκτονικά μέλη. Ανάμεσα στα ψηφιδωτά ξεχωρίζουν εκείνα που απεικονίζουν τον Περσέα και την Ανδρομέδα, τον Ποσειδώνα, τον Ωκεανό και την Τηθύ, μία από τις Τιτανίδες, κόρη του Ουρανού και της Γαίας, που περιβάλλονται από θαλάσσιες παραστάσεις και μυθολογικά θέματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι σκηνές από τη ζωή του Αχιλλέα, με επεισόδια από την παιδική ηλικία και την εκπαίδευσή του έως την αναχώρησή του για τον Τρωικό Πόλεμο.
Πρωταγωνιστικό ρόλο ανάμεσα στις συλλογές έχει η περίφημη «Τσιγγάνα» (Çingene Kızı), το εμβληματικό ψηφιδωτό της Ζεύγμα, που ξεχωρίζει για το βλέμμα και την εκφραστικότητα της μορφής. Σήμερα θεωρείται πιθανό ότι πρόκειται για Μαινάδα, ακόλουθο του Διονύσου, και όχι για συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο. Το μουσείο δεν περιορίζεται στα ψηφιδωτά. Ανάμεσα στα σημαντικότερα εκθέματα βρίσκεται και ο εντυπωσιακός χάλκινος Άρης, καθώς και τμήματα ρωμαϊκών κτιρίων και κρηνών. Η παρουσίαση έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να σας μεταφέρει στο περιβάλλον της αρχαίας πόλης, με αναπαραστάσεις δρόμων, κτιρίων και αρχιτεκτονικών στοιχείων.
Η Γκαζιαντέπ ως γαστρονομικός προορισμός
Περιηγούμενοι στο Γκαζιαντέπ θα δείτε την παλιά πόλη, τα ιστορικά χάνια και τα παζάρια. Στα στενά δρομάκια γύρω από το κάστρο θα βρεθείτε σε παλιές αγορές όπου διατηρούνται ακόμη παραδοσιακά εργαστήρια, όπως των χαλκωματάδων, και στα γύρω μαγαζιά θα βρείτε αντικείμενα με ένθετα από φίλντισι, χειροποίητα δερμάτινα παπούτσια, χαλιά και παραδοσιακά μεταξωτά υφάσματα της Γκαζιαντέπ, γνωστά για τα έντονα χρώματα και τα χαρακτηριστικά ριγέ μοτίβα τους.
Η γαστρονομία είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του Γκαζιαντέπ και έχει τις ρίζες της στη θέση της πόλης πάνω στους αρχαίους εμπορικούς δρόμους που συνέδεαν την Ανατολία με τη Μεσοποταμία και τη Συρία. Στη διάρκεια των αιώνων διαφορετικές γαστρονομικές παραδόσεις διαμόρφωσαν μια κουζίνα με έντονες γεύσεις, πολλά μυρωδικά, κρέας, πλιγούρι, λαχανικά και, φυσικά, το περίφημο φιστίκι του Γκαζιαντέπ.
Η ιδιαίτερη αυτή παράδοση αναγνωρίστηκε από την UNESCO το 2015, όταν εντάχθηκε στο Δίκτυο Δημιουργικών Πόλεων ως Πόλη Γαστρονομίας. Ανάμεσα στα πιάτα που αξίζει να δοκιμάσετε είναι το beyran, μια σούπα με αρνίσιο κρέας, ζωμό, ρύζι, σκόρδο και καυτερή πιπεριά που αποτελεί το χαρακτηριστικό πρωινό των ντόπιων. Το lahmacun είναι λεπτή ζύμη με κιμά, πιπεριές, ντομάτα και μυρωδικά, ενώ το Ali Nazik συνδυάζει ψητή μελιτζάνα πολτοποιημένη με γιαούρτι και σκόρδο με κομμάτια αρνίσιου κρέατος. Ιδιαίτερη θέση έχουν και τα κεμπάπ, συχνά με μελιτζάνα, σκόρδο ή εποχικά φρούτα, καθώς και το yuvarlama, ένα παραδοσιακό πιάτο με μικρά μπαλάκια από κιμά και πλιγούρι, που μαγειρεύονται σε ζωμό με γιαούρτι και ρεβίθια.
Στα γλυκά πρωταγωνιστεί το Antep baklavası, ο περίφημος μπακλαβάς του Γκαζιαντέπ με λεπτά φύλλα, βούτυρο, σιρόπι και άφθονο τοπικό φιστίκι, καθώς και το κανταΐφι. Το katmer είναι λεπτή, τραγανή ζύμη γεμισμένη με φιστίκι, κρέμα και ζάχαρη, το şöbiyet ένα μικρό γλυκό από φύλλο με γέμιση κρέμας και φιστικιού, ενώ το dolama παρασκευάζεται με λεπτά φύλλα τυλιγμένα γύρω από πλούσια γέμιση φιστικιού.
Διαβάστε ακόμα:
Εξερευνώντας τις τέχνες της Κεντρικής Ανατολίας
Ένα γευστικό tour στην κουζίνα της κεντρικής Ανατολίας
Μία εμπειρία ζωής με τους περιστρεφόμενους δερβίσηδες της Κεντρικής Ανατολίας

