Είναι μια από αυτές τις ημέρες στην επαγγελματική σου πορεία, όπου στην καθημερινή ηλεκτρονική αλληλογραφία, το μάτι κολλάει σε ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Μια πρόσκληση. Μια ευκαιρία για γνωριμία με ένα ξενοδοχείο και την ολοκληρωμένη εμπειρία που προσφέρει. Ένα δώρο είναι το “Porto Carras”, για κάθε επισκέπτη που έχει την ευκαιρία. Και για εμένα, ένας λόγος παραπάνω.
Η πόρτα του αεροπλάνου ανοίγει στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης ύστερα από τη σύντομη πτήση από την πρωτεύουσα. Ο αέρας εισβάλλει αυτόματα, πηχτός, με μια ελαφρώς υγρή υφή, μια απότομη μεταφορά στην παιδική ηλικία μου στην πόλη που μεγάλωσα. Μερικά πράγματα, ανεξάρτητα αν κάποιος έχει νοσταλγικά συναισθήματα ή όχι, σε μεταφέρουν αυτόματα στον χρόνο αλλά και στον τόπο. Ήχοι από τους Smiths και τους Joy Division ξαναπαίζουν στα αυτιά μου. Ο προορισμός όμως, η ναυαρχίδα του ποιοτικού και πολυτελούς τουρισμού της Βόρειας Ελλάδας, το ξενοδοχείο “Porto Carras” στο «δεύτερο πόδι», όπως κάθε γνήσιος Θεσσαλονικιός αποκαλεί τη χερσόνησο της Σιθωνίας, ανήκει στα απωθημένα τα οποία δημιουργήθηκαν μια άλλη εποχή, πίσω στο χρόνο και παραμένουν μέχρι σήμερα αναλλοίωτα. Και το «σήμερα» είναι αυτό το πολύτιμο τριήμερο στις αρχές του καλοκαιριού του 2026.
Η διαδρομή μέχρι τη χερσόνησο του “Porto Carras” από το αεροδρόμιο ή και το κέντρο της πόλης, δεν διαρκεί περισσότερο από μιάμιση ώρα. Δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση μέχρι τη μεγάλη διασταύρωση στα Νέα Μουδανιά όπου ο κάθε επισκέπτης της Χαλκιδικής επιλέγει τη χερσόνησο της αρεσκείας του. Οι μεγάλοι ορίζοντες των πρώτων χιλιομέτρων, αντικαθίστανται από μια φιδωτή διαδρομή, διασχίζοντας οικισμούς, κεφαλοχώρια, πευκόφυτες πλαγιές και μικρούς, διάφανους κολπίσκους στα δεξιά του πολυτελούς βαν το οποίο μας μεταφέρει στον προορισμό μας. Ως παιδί, ερχόμασταν συχνά στα πέριξ της χερσονήσου της Σιθωνίας τα καλοκαίρια, είτε μονοήμερη είτε για πολυήμερες διακοπές, με τους γονείς μου και τον αδερφό μου και πάντα χάζευα αυτό το παράδοξα όμορφο αρχιτεκτόνημα, με τα δύο όμοια επικλινή μπεζ κτίρια, σαν μεγάλα φουτουριστικά πλοία ή σαν σταθμοί προσγείωσης – απογείωσης σε ταινίες του Τζωρτζ Λούκας. Ολόκληρη η περιοχή περιβάλλεται από έντονη βλάστηση, μεσογειακή, αλλά και από αμέτρητα στρέμματα αμπελώνων, πηγή καρπού για την οινοποίηση υπέροχων κρασιών.
Η υποδοχή στο ξενοδοχείο είναι αντίστοιχη της φήμης των βορειοελλαδιτών. Θερμή, χαμογελαστή, σε ρυθμούς και ένταση χαλαρούς, με μια φυσικότητα του σχεδόν αυτονόητου. Το αίθριο στην κεντρική αίθουσα της υποδοχής, δίνει όγκο, ύψος και πλάτος στην, έτσι κι αλλιώς, πολυτελή αίσθηση. Οι τζαμαρίες ευθεία και αριστερά, προδίδουν τη θέση του ξενοδοχείου μπροστά στη θάλασσα του κόλπου του Νέου Μαρμαρά. Από το 1963, σε τυχαίο γεγονός, εμπνεύστηκε ο οραματιστής εφοπλιστής Γιάννης Καρράς τη δημιουργία ενός συγκροτήματος σε αυτήν την προνομιακή θέση. Επιστράτευσε την απίθανη φαντασία και δημιουργικότητα του διάσημου Βάλτερ Γκρόπιους για το σχεδιασμό των κτιρίων, αλλά προχώρησε και στη θετική εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και της γεωγραφικής θέσης για να αναπτύξει έναν θρυλικό αμπελώνα.
Τα μαγνητικά κλειδιά των δωματίων μας μοιράζονται στο συμπαγές γκισέ της ρεσεψιόν, μέσα σε μια μυρωδιά λουλουδιών η οποία γεμίζει τον χώρο. Το δωμάτιο στον έκτο όροφο, ξύλινο, απαλό και λιτό μα με γούστο διακοσμημένο, κρύβει όλη του τη χάρη πίσω από τις αραχνοΰφαντες κουρτίνες. Με ένα τράβηγμα, αποκαλύπτεται η πολύτιμη θέα προς τη δύση.
Οι ακτίνες του ήλιου παίζουν με λίγα οριζόντια σύννεφα δημιουργώντας την εικόνα μιας ιαπωνικής βεντάλιας, έτσι που μοιράζονται, δείχνοντας η καθεμία ξεχωριστά άλλο σημείο στη γαλήνια θάλασσα. Κάτω από τις ευρύχωρες βεράντες, απλώνεται όλη η σύνθεση της ομορφιάς και της πολυτέλειας του ξενοδοχείου. Οι ασύμμετρες πισίνες με το γεφυράκι και τις τεχνητές ακτές, το μπαρ με τα σκαμπό μέσα στο νερό και την καλαμωτή σκεπή, τους χώρους παιχνιδιών, το εστιατόριο “Cikado” αλλά και την αλφαδιασμένη με ομπρέλες και ξαπλώστρες αμμουδερή παραλία μπροστά. Πριν την προκαθορισμένη ώρα του δείπνου στον χώρο του “Aneo”, υπάρχει χρόνος για μια μεγάλη περπατητή στη μαρίνα του ξενοδοχείου, έναν φυσικό κόλπο όπου περιμετρικά φιλοξενούνται, εκτός από τα διάφορα πολυτελή και όχι μόνο, σκάφη, εστιατόριο, μεζεδοπωλείο, παγωτατζίδικο, καταστήματα, μαγαζιά με είδη ναυτιλιακά, ένα υπαίθριο σινεμά αλλά και το συνεδριακό κέντρο, οικοδεσπότης της Συνόδου Κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών το 2003.
Το δείπνο που ακολούθησε είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας γευστικής και οινικής εξερεύνησης, μέσα σε ένα εύθυμο κλίμα με γέλια και πειράγματα, αφού.
Το πρωινό ξύπνημα αρχίζει με την κινηματογραφική αίσθηση της αποικιακής χρωματικής παλέτας. Ξύλο μαλακό κάτω από τις πατούσες, πρωινή θέα προς τη θάλασσα, όπου δύο κεφαλάκια ρυτιδιάζουν τα ήρεμα πρωινά νερά της, ο ήχος σαν γουργουρητό, της μηχανής κοπής του γκαζόν, το μάρμαρο στο μπάνιο. Στοιχεία τα οποία συνθέτουν την εμπειρία στη μνήμη. Η ημέρα χωρίζεται σε πολλά διαφορετικά μέρη, σαν μια σύμπτυξη της ολοκληρωμένης γνωριμίας με το “Porto Carras”. Μαθήματα γκολφ το πρωί, πριν ο ήλιος αποβεί αποτρεπτικός για κάθε αθλοπαιδιά. Το άρτιο γήπεδο της ολοκληρωμένης εμπειρίας αυτού του ιδιαίτερου σπορ, φιλοξενεί επισκέπτες – λάτρεις του αθλήματος, προσθέτοντας ακόμη ένα λιθαράκι στη φήμη του ξενοδοχείου.
Στο δίωρο ενδιάμεσο διάλειμμα, απολαύσαμε τα κρυστάλλινα νερά με τα μικρά, περίεργα προς κάθε επισκέπτη, ψάρια, να δοκιμάζουν την επαφή με κάθε λουόμενο. Η καθαρή ατμόσφαιρα επιτρέπει μια καλή θέαση της Κασσάνδρας απέναντι στα δυτικά και ο οικισμός του Νέου Μαρμαρά στα δεξιά, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τις εγκαταστάσεις εδώ. Με εντελώς διαφορετική αισθητική, να σημειώσω. Με την αίσθηση του τσιμπήματος του αλατιού στο δέρμα, ξεναγηθήκαμε στις γευστικές προτάσεις του υπαίθριου “Cikado”, μιας νέας εισόδου στις γαστρονομικές εμπειρίες του ξενοδοχείου. Με έμφαση στη θάλασσα και το ιώδιο και σε επιμέλεια και με την εγγύηση του Λευτέρη Λαζάρου, η εμφάνιση της «παραμάνας», αυτού του πατροπαράδοτου τρόπου σερβιρίσματος με όλα τα μικρά πιάτα με τα ορεκτικά να είναι διαθέσιμα προς επιλογή, αντιληφθήκαμε πολύ γρήγορα τι θα ακολουθούσε. Δεν είναι κλισέ. Η βόρεια Ελλάδα έχει τον τρόπο της με τα τραπεζώματα. Άλλες κουβέντες, άλλη οικειότητα, μια εντοπιότητα στην απόλαυση. Τσίπουρα και κρασιά συνοδεύουν τους μεζέδες και τα πιάτα, όχι ως pairing μόνο, μα και ως αυτονόητη συνύπαρξη.
Η ώρα πέρασε, τα γέλια κόπασαν, προσωρινά. Η ξενάγηση στο ιστορικό οινοποιείο μας περιμένει και, προσωπικά, ανυπομονούσα από την αρχή αυτού του ταξιδιού για αυτό. Ο οινολόγος Γιάννης Βογιατζής, οινοποιός και ο ίδιος, μας υποδέχεται με ένα ελαφρύ, φιλικό μα και ανιχνευτικό μειδίαμα. Ευχάριστος στην όψη, ήπιος, χαλαρός στον τρόπο καλωσορίσματος και εξόχως ευγενικός, με αυτήν την ευγένεια… αστικού τύπου χωρίς ίχνος κάποιου «ρόλου». 4000 στρέμματα αμπελώνα περιτριγυρίζουν το συγκρότημα, με ποικιλίες ελληνικές κυρίως και κάποιες γαλλικές. Αθήρι, ροδίτης, μαλαγουζιά (με υπέροχο αποτέλεσμα), cabernet, αλλά και την πρώτη εμφύτευση ασύρτικου εκτός Σαντορίνης.
Το ταξίδι στη γευσιγνωσία ακολουθεί τη διάθεση όλων των ωρών που βρισκόμαστε στα χέρια των οικοδεσποτών μας, με γέλια, πειράγματα, αλλά και μια αίσθηση σεβασμού στα επιτεύγματα, την ιστορικότητα αλλά και την προοπτική που διαγράφεται στο μέλλον της θέσης του “Porto Carras” στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη.
Ένα παιδικό απωθημένο βρήκε το δρόμο της εκπλήρωσής του μετά από δεκαετίες από την πρώτη μου επαφή, με το ανάλογο δέος. Δέος το οποίο συντηρείται και ανανεώνεται διαρκώς μέσα στο χρόνο.
(Όλες οι πληροφορίες καθώς και ιστορικά στοιχεία στο https://www.portocarras.com/el)
Διαβάστε ακόμα:

