Όταν λες ότι φεύγεις για την Ίο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποιος θα σου αφηγηθεί μια ιστορία από κάποιο πάρτι. Συνήθως πρόκειται για αναμνήσεις που γυρίζουν είκοσι ή και τριάντα χρόνια πίσω, τότε που το νησί έχτιζε τη φήμη που εξακολουθεί να το συνοδεύει έως σήμερα. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα είχαν ξεκινήσει ακόμη νωρίτερα. Στη δεκαετία του ’70, οι χίπηδες έστηναν τις σκηνές τους στον Μυλοπότα και περνούσαν τα καλοκαίρια τους ξενυχτώντας στην παραλία, πολύ πριν η Ίος γίνει συνώνυμη της ξέφρενης νυχτερινής ζωής. Αργότερα ήρθε η γενιά των backpackers και των φοιτητών, που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα.

17

Έτσι εδραιώθηκε μια ταυτότητα που έμελλε να ακολουθεί το νησί για δεκαετίες. Η Ίος του 2026, ωστόσο, έχει πλέον πολλά περισσότερα να αφηγηθεί. Πίσω από τη φήμη της αποκαλύπτεται ένα κυκλαδονήσι με εντυπωσιακές παραλίες, όμορφα μονοπάτια, μια από τις πιο καλοδιατηρημένες Χώρες των Κυκλάδων, ξενοδοχεία υψηλού επιπέδου, προσεγμένα εστιατόρια και μια διαφορετική πλευρά που τα τελευταία χρόνια κερδίζει ολοένα και περισσότερους επισκέπτες.

Αυτή την πλευρά του νησιού θελήσαμε να γνωρίσουμε από κοντά. Φτάσαμε στην Ίο λίγο μετά το μεσημέρι, έπειτα από περίπου πέντε ώρες ταξιδιού από τον Πειραιά. Πρώτη μας στάση ήταν ο Γιαλός, το λιμάνι του νησιού, από όπου ξεκινά σχεδόν κάθε γνωριμία με την Ίο. Η νυχτερινή ζωή στη Χώρα παραμένει ζωντανή, έχει πάψει όμως να μονοπωλεί την ταυτότητα του νησιού.

Η Χώρα, οι μύλοι και ο Όμηρος

Από τον Γιαλό ανεβαίνεις στη Χώρα με το λεωφορείο ή με τα παλιά σκαλιά, αν δεν κουβαλάς βαλίτσα. Καθώς το αυτοκίνητο απομακρύνεται από το λιμάνι, παρατηρώ τα κατάλευκα σπίτια που απλώνονται στον λόφο, τα περισσότερα σε σχήμα κύβου, τα καλντερίμια και, ψηλότερα, τους ανεμόμυλους. Στην κορυφή στέκει η Παναγία η Γκρεμνιώτισσα, στο σημείο όπου, σύμφωνα με την παράδοση, έφτασε μία εικόνα με το κύμα από την Κρήτη και δεν έλεγε να φύγει από εκεί. Το ηλιοβασίλεμα από αυτό το σημείο είναι από τις ξεχωριστές στιγμές της επίσκεψης. Λίγο πιο κάτω, στο Steps, με τα πολύχρωμα μαξιλάρια στα σκαλιά, προλαβαίνεις ένα ποτό πριν κατέβεις για φαγητό.

Οι κάτοικοι λένε ότι εδώ πέθανε ο Όμηρος. Στον Πλακωτό, στα βόρεια, ένα αρχαίο ταφικό μνημείο ταυτίζεται από την τοπική παράδοση με τον τάφο του Ομήρου. Απόδειξη δεν υπάρχει, το νησί όμως το πίστεψε τόσο, ώστε στο πέρασμα των αιώνων να εκδώσει ακόμη και νομίσματα με το κεφάλι του Ομήρου. Λίγο έξω από τη Χώρα, στον Σκάρκο, ξεχωρίζεις ακόμη διώροφα σπίτια και δρόμους ενός πρωτοκυκλαδικού οικισμού τεσσερισήμισι χιλιάδων ετών, ενός από τους καλύτερα διατηρημένους στο Αιγαίο.

Οι παραλίες, από τις εύκολες στις άγριες

Ένας από τους βασικούς πάντως λόγους που θα έρθει κανείς εδώ είναι οι παραλίες. Ο Μυλοπότας κρατά το νεανικό κομμάτι με τα beach bar και τα θαλάσσια σπορ, και πάνω στην άμμο, εκεί στην άκρη του κόλπου, ο Δράκος ψήνει ψάρι στα κάρβουνα από το 1963. Ο Γιαλός είναι φιλικός στις οικογένειες, με ρηχά νερά και σε μικρή απόσταση από το λιμάνι. Στον νότο, το Μαγγανάρι απλώνεται σε διαδοχικούς όρμους σε σχήμα μισοφέγγαρου και θέλει αυτοκίνητο ή σκάφος. Στα ανατολικά, η Αγία Θεοδότη έχει χρυσή άμμο και ένα εκκλησάκι με ιστορίες πειρατών. Και μετά αρχίζουν οι πιο άγριες παραλίες: Αγία Κυριακή, Πλάκες, Κάλαμος, Τρεις Κλησιές. Σε αυτές δεν θα βρεις ομπρέλες και ξαπλώστρες, ενώ θα χρειαστεί να έχεις μαζί σου νερό και ίσως κάποιο σνακ. Στις περισσότερες φτάνεις πιο εύκολα με καΐκι.

Στην παραλία του Παπά, περίπου μισή ώρα από το λιμάνι, έμεινα. Το ξενοδοχείο Calilo ξεπροβάλλει μέσα από τον βράχο πάνω από τον όρμο, χτισμένο με ντόπια πέτρα και μάρμαρο. Η αρχιτεκτονική του ακολουθεί οργανικές γραμμές με το λευκό, την πέτρα, το μάρμαρο και το ξύλο να κυριαρχούν στους χώρους. Οι σουίτες έχουν έντονα προσωπικό χαρακτήρα, με χειροποίητες λεπτομέρειες, ιδιαίτερα δάπεδα και πισίνες που ενσωματώνονται στους χώρους σαν μικρές φυσικές σπηλιές.

Στο Ches, το εστιατόριο του ξενοδοχείου, το οποίο επιμελείται ο διακεκριμένος σεφ Αλέξανδρος Τσιοτίνης, θα βρεις προσεγμένη κουζίνα με αναφορές σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων. Αξίζει το γευστικό ταξίδι. Όσο για τις υπόλοιπες παροχές, τα πρωινά γίνονται μαθήματα γιόγκα στον κήπο, ενώ υπάρχουν γυμναστήριο, θεραπείες μασάζ και spa, στοιχεία που συμπληρώνουν τη φιλοσοφία ευεξίας του ξενοδοχείου. Πήγα μία φορά και μετά προτίμησα το μπάνιο, σε αυτή τη φανταστική θάλασσα με τα δροσερά, πεντακάθαρα νερά.

Το καλύτερο ραντεβού το έδωσα στην άλλη άκρη του νησιού, στην Κουμπάρα. Στον λόφο πάνω από την παραλία, στο Pathos, ο ήλιος πέφτει στο Αιγαίο και για δέκα λεπτά κανείς στο τραπέζι δεν μιλάει. Η μουσική και η εικόνα του ήλιου που κρύβεται πίσω από τα νησιά του Αιγαίου συνθέτουν την τέλεια «παράσταση». Πιο χαμηλά, στην ίδια αμμουδιά, το Erego κοιτάζει σε δύο θάλασσες μαζί. Πίσω στον Μυλοπότα, το Aithera παρατείνει τη μέρα μέχρι αργά, όταν δεν έχεις όρεξη να αλλάξεις ρούχα. Από τη βεράντα του ξενοδοχείου Agalia, έμεινα ένα βράδυ αργά με τζιν και πάγο, να βλέπω τα φώτα του Γιαλού να τρεμοπαίζουν στη θάλασσα, ενώ το εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης φυλάει την είσοδο του λιμανιού.

Σκοτύρι, ματσάτα και κατσίκι στον φούρνο

Η κουζίνα της Ίου παραμένει συνδεδεμένη με την τοπική παράδοση. Το σκοτύρι είναι από τις γεύσεις που συναντά κανείς πιο συχνά στο νησί: πικάντικο τυρί, ωριμασμένο σε ασκό με θρούμπι και πιπέρι. Δεν το φτιάχνει μόνο η Ίος, εδώ όμως το τρως σχεδόν σε κάθε τραπέζι. Μετά έρχονται η ξινομυζήθρα με θυμαρίσιο μέλι, τα ματσάτα με κόκορα ή κουνέλι, τα τσιμέτια με γεμιστά ανθάκια κολοκυθιάς, το κατσίκι στον φούρνο, αλλά και τα ρεβίθια που σιγοβράζουν από το προηγούμενο βράδυ. Εδώ, αν θες, μπορείς να επισκεφθείς ένα τυροκομείο και να δεις πώς μπαίνει το τυρί στον ασκό. Αν πέσεις σε πανηγύρι, όπως εκείνο της Γκρεμνιώτισσας τον Δεκαπενταύγουστο ή της Αγίας Θεοδότης στις αρχές Σεπτεμβρίου, θα δεις μπάλους και συρτούς, χύμα κρασί και κόσμο που χορεύει ως το πρωί.

Το Μουσείο Γαΐτη–Σίμωσι

Το μουσείο άνοιξε τον Σεπτέμβριο του 2024. Ο Γιάννης Γαΐτης, ο ζωγράφος με τους ανθρώπους με τα καπέλα, ανακάλυψε την Ίο σε ένα ταξίδι στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και έχτισε εδώ το σπίτι του, όπου δούλευε μέχρι τον θάνατό του το 1984. Η γυναίκα του, η γλύπτρια Γαβριέλλα Σίμωσι, άφησε κι εκείνη έργα στο νησί. Την ιδέα για τη δημιουργία του μουσείου ξεκίνησε η κόρη τους, Λορέττα Γαΐτη, το 1997. Το κτίριο ολοκληρώθηκε το 2009 και περίμενε άλλα δεκαπέντε χρόνια για να λειτουργήσει.

Τα βράδια στα σοκάκια

Το βράδυ η Χώρα γεμίζει. Η μουσική βγαίνει από τα μπαρ, τα σοκάκια γεμίζουν κόσμο και για μερικές ώρες το νησί ξαναγίνεται αυτό που θυμούνται οι μεγαλύτεροι. Η διαφορά, ωστόσο, είναι ότι πλέον το νησί έχει πολύ περισσότερες επιλογές. Την τελευταία μέρα, πίσω στο Calilo, κατέβηκα στην παραλία λίγο μετά τις επτά. Δεν υπήρχε κανείς, εκτός από δύο παιδιά που έστηναν ομπρέλες για τη μέρα που ερχόταν. Η παραλία του Παπά είχε εκείνη την ώρα μια εντελώς διαφορετική όψη από τη νυχτερινή Ίο που είχα αφήσει πίσω μου. Έμεινα μέχρι να ζεσταθεί το νερό και μετά ανέβηκα στο ξενοδοχείο να πάρω τη βαλίτσα.

Διαβάστε ακόμα:

Διακοπές στην Ίο για βουτιές και εξερεύνηση

Οι ωραιότερες παραλίες της Ίου

Το νησί των φοιτητικών αναμνήσεων και των οικογενειακών διακοπών: Η Ίος του Στέφανου Κωνσταντινίδη