Εγώ θα σας μιλήσω για το πανέμορφο, μακρόστενο, άγριο, μπλε νησί που έχω στην καρδιά μου. Μιλάω για την Αμοργό. Είναι ένα μέρος που γνώρισα σε μια περίοδο της ζωής μου κατά την οποία είχα ανάγκη να ξεφύγω από την καθημερινότητά μου και απέδρασα εκεί, δουλεύοντας σεζόν ένα καλοκαίρι ως σερβιτόρος. Επειδή το μαγαζί όπου θα δούλευα δεν είχε προλάβει ακόμα να ανοίξει, είχα αρκετές μέρες στο νησί και, κάνοντας τουρισμό με το αυτοκίνητό μου, πρόλαβα να το εξερευνήσω από άκρη σε άκρη, από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Και το αγάπησα πολύ.
Έχει μια φανταστική ενέργεια, η οποία μέσα στην αγριάδα της σε ηρεμεί και σε ανακουφίζει με ένα «τραχύ χάδι». Θα έλεγα ότι έχει αυτή την αντίφαση. Απέραντο μπλε, βράχια, αέρας, ήλιος που σε ψήνει, ήρεμοι άνθρωποι, νόστιμο φαγητό. Πολλά πανηγύρια, ντόπια ήθη και έθιμα, γραφικοί παππούδες, καλντερίμια, ανηφοροκατεβάσματα, μαγικά μονοπάτια, απόκρημνες παραλίες, βουνά και δύο πολύ μικρά νησάκια στις δύο άκρες της, τα οποία μπορείς να επισκεφθείς με βαρκάκι. Υπάρχει και μια τηγανητή τυρόπιτα, τοπική, που αξίζει να τη δοκιμάσετε από την Παραλία Καλοταρίτισσα, απ’ όπου παίρνεις και το βαρκάκι για να περάσεις στο νησάκι Γραμβούσα.
Storytime. Όταν το έκανα αυτό, γνώρισα τον βαρκάρη, τον Νίκο, που είχε ένα καΐκι και έκανε αυτή τη μεταφορά όταν τα μποφόρ το επέτρεπαν. Κανονικά ήταν κτηνοτρόφος και ψαράς και το καλοκαίρι έκανε και αυτό. Πιάσαμε κουβέντα. Του έλεγα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, ήμουν ακόμα στη σχολή τότε, και είχα μαζί μου και την κιθάρα μου. Πήγαινα μόνος για να ηρεμήσω. Εκείνος μου μιλούσε για τη ζωή του: τα ζώα, τα δίχτυα, τον χειμώνα στο νησί, τα αδέλφια του που είχαν φύγει από το νησί, τον πατέρα του με τον οποίο έμενε.
Κάποια στιγμή του λέω:
«Τι θα κάνεις το απόγευμα;»
Μου λέει: «Θα μαζέψω δίχτυα».
Και του λέω: «Να έρθω κι εγώ;»
Ανέβηκα στο καΐκι. Μας έπιασε ένα απόλυτο ηλιοβασίλεμα στο Αιγαίο. Ο ήλιος κατακόκκινος έπεφτε στη θάλασσα. Η μηχανή ακουγόταν χαμηλά, σχεδόν υπνωτιστικά, και εκείνοι μάζευαν δίχτυα. Εγώ είχα μαγευτεί.
Και του λέω:
«Ρε συ, αυτή την ομορφιά που βιώνω τώρα… τη νιώθεις;»
Και μου απαντάει:
«Να σου πω την αλήθεια; Όχι ρε φίλε. Το έχω συνηθίσει».
Αυτό ήταν ένα τεράστιο μάθημα για μένα. Ότι το να βλέπεις την ομορφιά είναι και θέμα στάσης. Πώς τη διατηρείς ζωντανή, πώς δεν την αφήνεις να «φλατάρει»; Πώς η συνήθεια μπορεί να σκοτώσει τη μαγεία και πώς εσύ μπορείς να αντισταθείς σε αυτό;
Αυτή είναι μια εκδρομή που τη συστήνω ανεπιφύλακτα. Είτε πας μόνος με μια κιθάρα και ένα ψάθινο καπέλο για να ηρεμήσεις, είτε με το αίσθημά σου, είτε με την οικογένεια. Είναι ένα μαγικό μέρος. Και μην ξεχάσετε: παίρνετε τουλάχιστον δύο τυρόπιτες για τον καθένα. Πεντανόστιμες. Στα νότια του νησιού είναι και η παραλία Μούρος. Φανταστική, με βράχια και βότσαλο, με φοβερές θαλάσσιες σπηλιές. Οπότε, μάσκα και αναπνευστήρας. Επίσης, προσφέρεται για βουτιές από βράχια, αλλά πάντα με προσοχή.
Να έχετε στον νου σας ότι ο ήλιος πέφτει νωρίς πίσω από τα βράχια και μετά τη δύση έχει ψύχρα. Δηλαδή, γύρω στις 6 με 7 το απόγευμα αρχίζει να κρυώνει. Και αφού θα είστε στα νότια, παίρνετε το αυτοκίνητο, που θεωρώ απαραίτητο για το νησί, και πηγαίνετε να φάτε «Στον Πύργο». Εξαιρετικό φαγητό. Έχω δοκιμάσει και θαλασσινά και κρεατικά, παρόλο που συνήθως δεν εμπιστεύομαι μαγαζιά που κάνουν και τα δύο, αλλά εδώ ήταν όλα πολύ καλά. Ντόπιο, στη μέση του πουθενά, με χωράφια γύρω γύρω. Κατσικάκι λαδορίγανη, κεφτεδάκια, αλλά και θράψαλο και καλαμάρι, πραγματικά δυνατή ταβέρνα. Σε high season, δύσκολα βρίσκεις τραπέζι.
Ανεβαίνοντας λίγο πιο ψηλά από την ίδια πλευρά του νησιού, συναντάμε τα Κατάπολα, που αποτελούν το κεντρικό λιμάνι της Αμοργού. Είναι ήρεμα, όμορφα και ταπεινά, με μια γλυκιά, ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα. Από τη μία πλευρά είναι το λιμάνι, ενώ από την άλλη απλώνεται η περιοχή Ξυλοκερατίδι, με διάφορα πολύ νόστιμα μαγαζάκια για όλα τα γούστα. Από brunch και θαλασσινά μέχρι κρέας, αλλά και ιταλική πίτσα πάνω στη θάλασσα, την οποία συστήνω ανεπιφύλακτα. Η πιτσαρία λέγεται «Ερατώ» και οι ιδιοκτήτες είναι ένα ζευγάρι, Έλληνας και Ιταλίδα, οπότε πραγματικά ξέρουν τι κάνουν.
Αν συνεχίσεις την πορεία σου από το Ξυλοκερατίδι, όπως σε πάει το μονοπάτι, βγαίνεις σιγά σιγά από τα σπίτια, που είναι πολύ γραφικά, περνάς από μια εκκλησίτσα σχεδόν χτισμένη πάνω στη θάλασσα και φτάνεις σε μια υπέροχη παραλία, το Μαλτέζι. Για high season δεν την προτείνω, αλλά κατά τα άλλα είναι πολύ όμορφη. Περίπου στο κέντρο του νησιού, από την άλλη πλευρά, βρίσκεται η Αγία Άννα, μια δικαίως φημισμένη, πανέμορφη παραλία με βράχια, βαθύ μπλε και το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να την προσεγγίσεις: από αριστερά, από δεξιά, από το κέντρο, περνώντας από βράχια ή πιο βοτσαλωτά σημεία, ακόμα και να σταθείς μέσα σε σπηλιές για να αποφύγεις τον καυτό ήλιο. Είναι πραγματικά μαγικός τόπος.
Αν βουτήξεις, προχωρήσεις λίγο προς τα μέσα και κοιτάξεις αριστερά σου, πάνω στον επιβλητικό γκρεμό, θα δεις τη Μονή Χοζοβιώτισσας. Το φημισμένο μοναστήρι, χτισμένο μέσα στα βράχια, που σε κάνει να απορείς πώς είναι δυνατόν να έχει δημιουργηθεί εκεί. Αξίζει πάρα πολύ να ανέβεις, πρωί ή απόγευμα, τα σκαλιά προς τη μονή. Είναι αρκετά, αλλά η διαδρομή έχει τεράστια αξία. Μπορείς να πας χαλαρά, να σταματάς, να χαζεύεις τη θέα. Όταν φτάσεις, θα σε κεράσουν ψημένη ρακή, το παραδοσιακό ποτό της Αμοργού, βάλσαμο, αλλά θέλει προσοχή γιατί «χτυπάει» εύκολα.
Για να μην μακρηγορώ, πάμε και στα πιο βόρεια του νησιού. Εκεί βρίσκεται η ξακουστή Αιγιάλη, μαζί με χωριά όπως τα Θολάρια και η Λαγκάδα. Πανέμορφα, ορεινά, γραφικά, αξίζει οπωσδήποτε να τα επισκεφτείς. Αν πετύχεις και πανηγύρι, ετοιμάσου να παρκάρεις λίγο πιο μακριά και να το ζήσεις κανονικά. Η Αιγιάλη, μια τεράστια παραλία με άμμο, ιδανική για beach volley, ηλιοβασίλεμα, περπάτημα, βόλτα στα μαγαζιά με κοσμήματα και πολλά μαγαζιά για φαγητό, παγωτό και ό,τι τραβάει η όρεξή σου. Είναι λίγο πιο τουριστική, πιο «μαλακή» από το υπόλοιπο νησί, αλλά εξίσου όμορφη και με πολύ καλή ενέργεια, με εξαίρεση την high season. Εδώ δεσπόζει σαν βασίλισσα η Disco The Que, check it out.
Αν συνεχίσεις παραλιακά προς τα πάνω, θα βρεις κι άλλες παραλίες μέσα από μονοπάτια με ανεβοκατεβάσματα, όπως η πανέμορφη Λεβρωσός. Γενικά, το νησί είναι γεμάτο ορεινά μονοπάτια που σε βγάζουν σε σημεία μαγικά, στα οποία δεν φτάνεις εύκολα αλλιώς. Η μικρή «ταλαιπωρία» το κάνει να μην το επιλέγουν πολλοί, πράγμα που το κάνει πιο μαγικό για τους υπόλοιπους που το επιλέγουν. Γνώμη μου, πάντως, είναι ότι ο λίγος κόπος νοστιμεύει τη ζωή.
Επίσης, να προσθέσω μερικά μπαράκια στη Χώρα της Αμοργού. Το Μποτίλια, με πεντανόστιμα κοκτέιλ. Το Γιασεμί, επίσης με εξαιρετικά κοκτέιλ, πολύ ωραίο brunch και ένα ήρεμο vibe που ταιριάζει απόλυτα στο νησί, με ένα τεράστιο γιασεμί που μοσχοβολάει στο καλντερίμι. Και το Τζιτζίκι, το after spot του νησιού, όπου γίνεται χαμός γύρω στις 5 το πρωί μέχρι την ανατολή. Γενικά, για night life η Χώρα είναι πιο ζωντανή όταν δεν έχει πανηγύρι, γιατί όταν υπάρχει πανηγύρι, όλο το νησί κατευθύνεται προς τα εκεί. Στη Χώρα αξίζει μια επίσκεψη στον φούρνο Γιαννακός, ενώ τρώμε στον Πάρβα ελληνική και ντόπια κουζίνα και πίτσα στο «Πέτρινο». Ξέρω, δεν περιμένατε τόση πίτσα στην Αμοργό, αλλά αν δεν άξιζαν, δεν θα τις ανέφερα. Τέλος, επισκεπτόμαστε το «Όλα μπερδεύονται γλυκά», ένα καταπληκτικό μαγαζί με χειροποίητα κεραμικά και κοσμήματα για δώρα και ενθύμια από το νέο αγαπημένο σας, ελπίζω, νησί.
*Ο Νίκος Κοσώνας είναι ηθοποιός. Τον γνωρίσαμε μέσα από τη σειρά «Η γη της ελιάς». Συμμετέχει στο σίριαλ «Ο Δικαστής» του ΑΝΤ1+ και στην παράσταση «Ο κος Ζυλ», στο Θέατρο Πόρτα, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου.
Διαβάστε ακόμα:
Αμοργός: Αξέχαστες διακοπές στο απέραντο γαλάζιο
Νάξος, Αμοργός, Αστυπάλαια: Ταξίδι στα ανατολικά των Κυκλάδων

