Γεννήθηκα κάποιον Δεκέμβρη σε ένα μαιευτήριο που έβλεπε στη θάλασσα και η έντονη μυρωδιά του αλατιού της Corniche, της μεγάλης παραλιακής λεωφόρου με τους πλανόδιους πωλητές, δεν έφυγε ποτέ από τη μνήμη μου. Το σχολείο μου ήταν η Πρατσίκειος, στην Ιμπραημία, στον αυλόγυρο της εκκλησίας των Ταξιαρχών, με δάσκαλο τον Διακκοφωτάκη και δάσκαλο των αραβικών τον Αμπελμεγκίντ. Πάντα έξω από το σχολείο, με τις μουριές, μας περίμεναν οι πλανόδιοι με τα κουτιά τους, με μεταξοσκώληκες που θα ύφαιναν το κουκούλι τους και θα μετατρέπονταν μαγικά σε πεταλούδες.
Μέναμε κοντά στη μπίρα Stella και στον δρόμο που ενώνει την Ιμπραημία με το Καμπ Σεζάρ, εκεί που ήταν και το σπίτι του θείου Λουκά, όπου πήγαινα κάθε Σάββατο μετά το προσκοπείο. Η διαδρομή μέχρι το σχολείο κάθε πρωί περνούσε από τον φούρνο με τα πιτάκια τα σαμπλίδικα, το στύψιμο του ζαχαροκάλαμου σε ποτήρι, το φαρμακείο του Καραγιάννη, ο οποίος ήταν παντογνώστης στα ιατρικά, την κλινική του πατέρα του Αλέκου Κυδωνάκη (συμμαθητή μου στο ίδιο θρανίο, που με μεγάλη μου λύπη έφυγε πρόσφατα), το σινεμά La Gaîté με τις μυθιστορηματικές ταινίες, το βιβλιοπωλείο του Κωστάλα με όλα τα σχολικά βιβλία και τα τετράδια.

Πάντα εντυπωσιακές ήταν οι εκδρομές με το σχολείο στους Κήπους του Αντωνιάδη, στο Μαριούτ, στη Μοντάζα και τη Μααμούρα, ειδικά την άνοιξη. Η Αλεξάνδρεια του τότε, τις δεκαετίες δηλαδή του ’60 και του ’70, είχε πολύ σινεμά. Θυμάμαι το Οντεόν στο Καμπ Σεζάρ, τα σινεμά στον σταθμό του Ράμλι, και μετά στη Μεσσάλα το Πλάζα. Πιο κάτω, το Μετρό και το Αμίρ, λίγο πριν το ρεστοράν Ελίτ.

Η μνήμη μου τρέχει στο λούνα παρκ της Ιμπραημίας, με τους θιάσους από την Ελλάδα, στην Ένωση στο Σότερ, όπου γινόταν η γιορτή των Ανθεστηρίων, τα ματς ποδοσφαίρου μεταξύ Σαλβαγείου και Αβερωφείου, αλλά επίσης και οι βραδιές στο Εγκλόν, στου Κέρμπυ και, φυσικά, στου Αθηναίου, με τα τραγούδια και τις μουσικές των Πωλ Άνκα, Νιλ Σεντάκα, Πατ Μπουν, των Πλάτερς και του κοσμοπολίτη Δάκη, αλλά και των Μανώλη Χιώτη, Μαίρης Λίντα, Νίκου Γούναρη, Αττίκ, Μίκη Θεοδωράκη, Μάνου Χατζιδάκι. Από κοντά και οι αγαπημένοι Αιγύπτιοι, η Ουμ Καλσούμ και ο Αμπντέλ Χαλίμ Χάφεζ. Με κατακλύζουν πολλές εικόνες και σημεία από την Αλεξάνδρεια: η εκκλησία του Αγίου Σάββα, με την τεράστια καμπάνα που έμεινε καθηλωμένη στον αυλόγυρο, η οδός Σαάντ Ζαγλούλ, με το υπέροχο ζαχαροπλαστείο Τριανόν, και εκεί, στην οδό Λέψιους, το σπίτι του Καβάφη, όπου γυρίστηκαν και οι σκηνές από το σήριαλ στο οποίο συμμετείχα.
Στην Αλεξάνδρεια επέστρεψα το ’93, με το σήριαλ που σας λέω, του Κώστα Κουτσομύτη, το οποίο είχε θέμα τη συνάντηση του Ίωνα Δραγούμη, που τον ερμήνευσε ο Κώστας Αρζόγλου, και του Καβάφη, που τον ερμήνευσα εγώ. Η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Πήγα σε όλα τα μέρη όπου μεγάλωσα, συνάντησα εκεί μαθητές μου από το θεατρικό εργαστήρι του Βόλου, που δίδασκαν στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας, και από τότε δεν ξαναπήγα ποτέ. Ζω με την ανάμνηση του τότε, όπως ίσως οι περισσότεροι Αιγυπτιώτες.
Οι Αλεξανδρινοί, οι Αιγυπτιώτες, διέπονται γενικώς από ευγένεια, καλλιέργεια και εμπορικό πνεύμα. Είναι πιστοί στην παράδοση, αθεράπευτα νοσταλγοί της Σκεντερίας, όπως αποκαλούν την Αλεξάνδρεια. Το φαγητό είναι ο κρίκος που ενώνει όλους τους Αιγυπτιώτες: μολοχία, φαλάφελ, μπαμπαγκανούς, κουμπέμπα και, στη συνέχεια, αρίσα ή μπαμπούσα είναι μερικά από τα φαγητά που αποτελούν κωδικούς αναγνώρισης για τους εξ Αιγύπτου. Σήμερα, ο σεφ Ρέντα Σαΐσα, στον Σύλλογο των Αιγυπτιωτών, στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου, μας φέρνει κοντά σε αυτή τη μοναδική γευστική ανάμνηση.
Νοσταλγώ με αγάπη τις γιορτές των Αγίων Αναργύρων, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Σάββα, με τα σηματάκια στο πέτο και το αεράκι του επιταφίου στην περιφορά τη Μεγάλη Παρασκευή. Μετά, βέβαια, η Ανάσταση στον Ταξιάρχη της Ιμπραημίας και η Λαμπροδευτέρα, το Σαμ ελ Νεσίμ, που γιορτάζουν οι Αιγύπτιοι και οι Κόπτες χριστιανοί. Είναι το όνομα της γιορτής που έδωσε και ο Κ. Π. Καβάφης σε ένα από τα «αποκηρυγμένα» ποιήματά του. «Σαμ ελ Νεσίμ» και εκδρομή στο Αμπουκίρ, με όλους τους συγγενείς μαζεμένους γύρω από το τραπέζι με τα θαλασσινά. Στην Αλεξάνδρεια έβρεχε, ξέρετε, συχνά και ίσως η κρυμμένη, μελαγχολική μου καλλιτεχνική φύση αποζητούσε συννεφιά και βροχή. Αυτή ήταν και η διαπίστωση της μαμάς, καθώς έβαζε στο πικ τη «Σερενάτα» του Σούμπερτ και αργότερα «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» του Χατζιδάκι, που αποτέλεσε τη μόνιμη πηγή έμπνευσής μου.
Η Αλεξάνδρεια με ακολουθεί πάντα, όπως και η Θεσσαλονίκη, και είναι τόποι βαθιάς νοσταλγίας. Η ζωή μου είναι εδώ, στην Αθήνα. Εάν γυρνούσα πίσω στην πατρίδα μου, δεν θα την έβρισκα ποτέ πια όπως τη θυμάμαι και την κρατώ μέσα μου.
*O Πέρης Μιχαηλίδης είναι ηθοποιός.
Διαβάστε ακόμα:
Low budget τετραήμερο στην Αλεξάνδρεια: Βιβλιοθήκη, Qaitbay και έντονο άρωμα Ελλάδας
Περιήγηση στην Αλεξάνδρεια των ντόπιων: Εμβληματικά κάστρα, νέα μουσεία και κρυφά καφέ

