Αν περάσουμε από την οδό Φράγκων στη Θεσσαλονίκη, δεν γίνεται να μην προσέξουμε τις ουρές που σχηματίζονται μπροστά από το αρωματοπωλείο στο νούμερο 19. Θα το αναγνωρίσουμε και κλειστό ακόμα, από το γυναικείο πορτρέτο σε ρετρό στυλ που κοσμεί τα κατεβασμένα ρολά του, μια αναφορά στη μακρά ιστορία του.
Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης η μυρωδιά της θάλασσας μπερδεύεται γλυκά με τα αρώματα των κατοίκων, των φοιτητών και των επισκεπτών της, που τη γεμίζουν με ζωή και ενδιαφέρον σε όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας, όλες τις εποχές του χρόνου. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε την πηγή τους, θα κατευθυνθούμε στο νούμερο 19 της οδού Φράγκων, στο κέντρο της πόλης. Θα το εντοπίσουμε από μακριά, από τις ουρές πελατών που σχηματίζονται στην είσοδο του αρωματοπωλείου ή, όταν είναι κλειστό, από το graffiti που ομορφαίνει τα κατεβασμένα ρολά του: το ρετρό πορτρέτο μιας γυναίκας με κόκκινο κραγιόν και ασορτί τριαντάφυλλα, που πλαισιώνεται από την επιγραφή «Το Αρωματοπωλείον από το 1958».
Το ίδιο πορτρέτο κοσμεί και τα μικρά, γυάλινα μπουκαλάκια που περιέχουν μια μείξη κολόνιας με την εσάνς της επιλογής μας. Αρκεί να ψεκαστούμε με ελάχιστες σταγόνες ώστε η ευωδιά να μας ακολουθήσει για πολλές ώρες και, αν το επιθυμούμε, να γίνει μέρος της ταυτότητάς μας. Μια ευωδιά που μπορεί να είναι εμπνευσμένη από επώνυμα αρώματα αλλά κοστίζει ένα κλάσμα της τιμής τους.
Η συνταγή της επιτυχίας του αρωματοπωλείου, όπως μαρτυρά και η επιγραφή στα ρολά, ανάγεται στο 1958, όταν το άνοιξε ο Ίνο Χασσόν, ένας «πολύ καλός και πολύ μορφωμένος άνθρωπος – μιλούσε επτά γλώσσες» όπως τον περιγράφει η σημερινή ιδιοκτήτριά του, Χάιδω Μπουλάκη.
Η Χάιδω και η μητέρα της ήταν σταθερές πελάτισσες του αρωματοπωλείου του κυρίου Χασσόν. Σε μια επίσκεψή τους, όταν εκείνος κόντευε πια τα εκατό, τις συμβούλευσε να αγοράσουν μεγαλύτερη ποσότητα του αρώματός τους, για να τους κρατήσει περισσότερο. Όπως τούς εξήγησε, πουλούσε την επιχείρησή του: «Είχε φτάσει σε μια ηλικία που δεν μπορούσε πλέον να ανταπεξέλθει, η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν καλή». Την είχε κρατήσει για να τη μεταβιβάσει στον εγγονό του, ο οποίος όμως τελικά αποφάσισε να κάνει κάτι άλλο.
Η μητέρα της Χάιδως σκέφτηκε να την αγοράσουν εκείνες. Ήταν μια τολμηρή ιδέα, καθώς δεν είχαν ούτε το κεφάλαιο («χρειάστηκε να πάρουμε δάνειο») ούτε την τεχνογνωσία. «Μέχρι τότε δεν είχα ιδέα από αρώματα», παραδέχεται η Χάιδω. Δεν μπορούσαν να βασιστούν στην καθοδήγηση του κυρίου Χασσόν, ο οποίος λίγο αργότερα, στα 97 χρόνια του, έφυγε από τη ζωή. Είχε προλάβει, πάντως, να τους αφήσει μια πολύτιμη κληρονομιά: τη συνεργασία του με το γαλλικό εργοστάσιο παρασκευής αρωμάτων που είχε εμπιστευτεί για χρόνια.
Όταν ανέλαβε η Χάιδω το αρωματοπωλείο, ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε ήταν να επισκεφτεί το εργοστάσιο στη Γαλλία. Σταδιακά, μέσα από ταξίδια και σεμινάρια, άρχισε να εμπλουτίζει με βαθιές γνώσεις την αγάπη για τα αρώματα που είχε από μικρό κορίτσι.
Η Χάιδω έχει συνδέσει την παιδική ηλικία της με τα λουλουδάτα και λεμονάτα αρώματα που επέλεγε να φοράει η μητέρα της, αλλά και με τις ευωδιές των φαγητών που απολάμβαναν να μαγειρεύουν ο πατέρας και η γιαγιά της. Οι μυρωδιές των καλοκαιριών της ήταν ένα άλλο κεφάλαιο: συνδύαζαν τη θαλασσινή αύρα με τα λουλούδια της Περαίας, όπου παραθέριζαν οικογενειακώς.
Όταν ανέλαβε το αρωματοπωλείο του κυρίου Χασσόν, επιδίωξε να εμπλουτίσει την γκάμα των προϊόντων του, που τα τελευταία χρόνια, λόγω της κατάστασης της υγείας του, είχε περιοριστεί σε έξι μόλις αρώματα. Σήμερα στα ράφια του παρατάσσονται εκατοντάδες προϊόντα – για άντρες, γυναίκες, unisex, αλλά και αρώματα σπιτιού. «Αρχίσαμε να αξιολογούμε τα καινούρια λανσαρίσματα του εργοστασίου και να τα προσθέτουμε, αναλόγως, στην γκάμα μας», θυμάται η Χάιδω. Στο μεταξύ, επισκέπτονταν εκθέσεις στο εξωτερικό και χαρτογραφούσαν τις νέες τάσεις στην αρωματοποιία. Η δουλειά της άρχισε να τη μαγεύει όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα καθώς έβλεπε την ικανοποίηση στα πρόσωπα του κόσμου. Εκτός από τον εμπλουτισμό της γκάμας, έδωσε έμφαση στην ασφάλεια των προϊόντων, που φέρουν πιστοποιήσεις από αρμόδιους φορείς και τη σύνθεσή τους στο πίσω μέρος της συσκευασίας.
Η οικονομική κρίση, που ήρθε δύο χρόνια μετά την αλλαγή διεύθυνσης του αρωματοπωλείου, μεταφράστηκε σε αύξηση των πωλήσεων. «Ίσως γιατί στην κρίση τα επώνυμα αρώματα ήταν είδος πολυτελείας – και ακόμα είναι», εκτιμά η Χάιδω. Η φήμη των προϊόντων τους άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα για την απόδοση και τη διάρκειά τους. Σύντομα ξεπέρασε τα όρια της Θεσσαλονίκης, παρόλο που δεν επιδίωξαν ποτέ να προβληθούν στα media.
Όταν συναντιόμαστε με τη Χάιδω, ακριβώς είκοσι χρόνια αφού ανέλαβε το αρωματοπωλείο, το μοναδικό κατάστημα λιανικής, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, πλαισιώνεται από περίπου σαράντα σημεία διανομής σε όλη την Ελλάδα και από e-shop. Πλέον, η ιδιοκτήτριά του έχει μια πανοραμική εικόνα της σχέσης μας με τα αρώματα.
«Στη Θεσσαλονίκη αρέσουν τα δυνατά αρώματα, ο κόσμος θέλει να έχουν μέσα ξύλο, μπαχάρι, κεχριμπάρι», μου λέει. «Εξαρτάται βέβαια και από την εποχή – το καλοκαίρι αναζητούν κάτι πιο λεμονάτο και φρέσκο. Μπορεί όμως ένα άρωμα να κινείται πάρα πολύ εδώ και, για παράδειγμα, στη Χίο να κινείται ένα άλλο. Παίζει ρόλο και το κλίμα μιας περιοχής», εξηγεί. Σε ολόκληρη τη χώρα, διαχρονικά, έχουν μεγαλύτερη ζήτηση τα αρώματα που εμπνέονται από διαφημισμένα brands.
Παλαιότερα η πελατεία του αρωματοπωλείου απαρτιζόταν κυρίως από γυναίκες, αλλά τα τελευταία χρόνια η Χάιδω έχει παρατηρήσει ότι και οι άντρες επιδιώκουν εξίσου «να φροντίζουν τον εαυτό τους και να μυρίζουν ωραία». Δεν το επισκέπτονται λοιπόν μόνο για να αγοράσουν αρώματα ως δώρα για συζύγους και συντρόφους, αλλά και για τον εαυτό τους. Φαίνεται να έχει ξεπεραστεί το στερεότυπο που ήθελε την αγάπη για το άρωμα να αποτελεί κυρίως γυναικεία υπόθεση.
Ενώ οι πωλήτριες γύρω μας συστήνουν ακούραστα αρώματα στους πελάτες, η Χάιδω με συμβουλεύει να δοκιμάσω το πολύ μέχρι τέσσερα διαφορετικά προϊόντα προτού διαλέξω. Και, για να τα αξιολογήσω σωστά, να βγω για λίγο έξω, ώστε να μην μπερδευτούν με άλλες μυρωδιές στο κατάστημα. Αφήνω το καθένα για λίγο στην επιδερμίδα μου, να απελευθερώσει τον χαρακτήρα του.
Πώς θα ξεχωρίσουμε ένα καλό άρωμα; Καταρχήν, από τη διάρκειά του. Επίσης, ένα καλό άρωμα «είναι ακόμα πιο ωραίο στο τελείωμά του παρά στην αρχή» – όταν, δηλαδή, οι λεγόμενες νότες κορυφής δίνουν τη θέση τους στις νότες βάσης.
Το ίδιο άρωμα, ωστόσο, έχει διαφορετικό χαρακτήρα και διάρκεια από άνθρωπο σε άνθρωπο. Εξαρτάται από παράγοντες όπως το pΗ του δέρματός μας. Γι’ αυτό μπορεί να πάρουμε μια ιδέα ψεκάζοντάς το σε ένα χαρτάκι, αλλά προτού το αγοράσουμε πρέπει να το δοκιμάσουμε στην επιδερμίδα μας – ιδανικά, στο πάνω μέρος της παλάμης μας.
Ο χαρακτήρας ενός αρώματος μπορεί να μεταβληθεί ακόμα και στον ίδιο άνθρωπο με το πέρασμα του χρόνου. Ιδιαίτερα στις γυναίκες, καθώς αλλάζουν οι ορμόνες αλλά «και η όσφρησή μας. Μπορεί λοιπόν κάποιες μυρωδιές που μας άρεσαν στο παρελθόν να μη μας αρέσουν πια».
Για την ώρα πάντως, ο γλυκός και φρουτώδης χαρακτήρας του αρώματος που επιλέγω ταιριάζει απόλυτα με το δέρμα μου. Και δεν με προδίδει για πολλές ώρες, ούτε μετά την πτήση της επιστροφής στην Αθήνα. Φαίνεται πως είμαι στην αρχή μιας νέας σχέσης, η οποία μάλιστα δεν κοστίζει ακριβά.
Διαβάστε ακόμα:
Walking tour σε μια διαφορετική Θεσσαλονίκη
6 ενδιαφέρουσες, «άγνωστες» γωνιές της Θεσσαλονίκης με τη ματιά μιας φωτογράφου
«Σαν ένα βιβλίο που δεν τελειώνει»: Η Θεσσαλονίκη της αθλητικογράφου, Έλβης Μιχαηλίδου

