Όπου να ’ναι ξεκινάει το γλέντι. Το χωριό πανηγυρίζει και η οικογένεια του μπάρμπα-Γιάννη έχει πιάσει τραπέζι κοντά στην πίστα. Στο κλαρίνο, φέτος, ο Βαγγέλης Σούκας, απ’ τα μεγαλύτερα ονόματα του κλαρίνου. Και ο μικρός Πάνος – γιος του μπάρμπα-Γιάννη – έχει πιάσει την καρέκλα μπροστά μπροστά για να καμαρώσει τον δεξιοτέχνη κλαρινίστα. Και πράγματι, σε λίγο ο Σούκας αρχίζει να παίζει τον «Σκάρο». Με περίσσια τέχνη ξεχύνεται η μελωδία από το όργανο, καημοί και αναστενάγματα, σφυρίγματα, κουδούνια και βελάσματα αντιλαλούν στην πλατεία.

18

Ο Πάνος συνεπαρμένος έχει καρφώσει τα μάτια του στο κλαρίνο, παρακολουθεί τα δάχτυλα του Σούκα, προσπαθεί να μαντέψει την επόμενη κίνηση του κλαρινίστα. Είναι τέτοια η απορρόφησή του που, ενώ οι άλλοι στο τραπέζι έχουν αρχίσει να τρώνε, ο ίδιος έχει επικεντρωθεί στο κλαρίνο και «ασκαρδαμυκτί» που θα ’λεγαν και οι παλιοί λόγιοι, δεν χάνει ούτε μια κίνηση του οργανοπαίχτη. Η προσήλωσή του αυτή, δεν διαφεύγει την προσοχή του έμπειρου μουσικού. Κι όταν τελειώνει ο «Σκάρος», ο Σούκας ρωτά τον μπάρμπα Γιάννη εάν είναι «δικός του» ο πιτσιρικάς.

Η απάντηση που λαμβάνει είναι καταφατική και ο διάλογος συνεχίζεται. Ο μπάρμπα Γιάννης λέει στον Σούκα ότι ο Πάνος παιδεύεται όλη μέρα με ένα κλαρίνο και τότε ο κλαρινίστας προσφέρεται να βοηθήσει το παιδί, να το μυήσει στην τέχνη του κλαρίνου. Η Αθήνα όμως ήταν μακριά για έναν μαθητή από τη Ναύπακτο και έτσι ο Πάνος, ανάμεσα στα μαθήματα, θα βρίσκει χρόνο να ταξιδεύει στην Πάτρα και να μαθητεύει κοντά στον Γιώργο Ντρόλα.

Έχουν περάσει περισσότερα από τριάντα χρόνια από την ιστορία αυτή. Μπορεί ο Σούκας να μην ζει πια, αλλά η κοφτερή ματιά του δεν λάθεψε: ο μικρός Πάνος εξελίχθηκε σε έναν σπουδαίο τεχνίτη του κλαρίνου.

Βρισκόμαστε στη Ναύπακτο, στον Έπαχτο των Βλαχογιάννη και Αθάνα, στην καστρόπολη της Ρούμελης και κουβεντιάζουμε με τον Πάνο Κοτρώτσο, έναν από τους κορυφαίους σήμερα Έλληνες κλαρινίστες. Το όνομά του έχει ξεπεράσει τα σύνορα της Ρούμελης και η φήμη του απλώνεται σε όλη τη στεριανή Ελλάδα. Περιζήτητο το παίξιμό του και στην Πελοπόννησο, στη Θεσσαλία, ακόμα και στους Σαρακατσάνους της Μακεδονίας και της Θράκης, ενώ δεν λείπουν οι προσκλήσεις από ομογενείς της Αμερικής και της Αυστραλίας.

Απλός, καταδεκτικός, ήρεμος στην κουβέντα του και με τη συστολή μικρού παιδιού, ο Πάνος μας δέχεται στο σπίτι του και μιλά για τα παλιά. Για τα πρώτα του ακούσματα, τα παραδοσιακά τραγούδια σε τραπέζια και γιορτές, στο πανηγύρι του χωριού του στην Αμπελακιώτισσα Ναυπακτίας, την παλιά Κοζίτσα. Αλλά και για τα πανηγύρια των άλλων χωριών, όπου συχνά τον έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του. Εκεί, άκουγε τους ντόπιους κλαρινίστες, όπως τον Νίκο Σταυρόπουλο (τον Αράχωβα), τους Δημήτρη Χαραλαμπόπουλο και Νίκο Καλτσά από τον Άη Δημήτρη, τον Βασίλη Σκαλιώτη από τη Δάφνη Ναυπακτίας και τον Μπέμπη (Λεωνίδα Βασιλάρη). Αλλά και τους Μάκη Μπέκο, Γιάννη Βασιλόπουλο, Μάκης Καραγιάννη – όλοι τους έξοχοι κλαρινίστες, τον επηρέασαν άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο.

Στην πορεία του, ο Πάνος Κοτρώτσος συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές. Από τις πιο δυνατές φωνές του τόπου, ο Αποστόλης Ζορμπάς άκουσε τον Κοτρώτσο, όταν ήταν πιτσιρίκι ακόμα, να παίζει κλαρίνο και τον ανέβασε στο πατάρι. Από κει και πέρα έπαιξε με την Τασία Βέρρα, τον Γιώργο Τζαμάρα, τη Φιλιώ Πυργάκη, τον Γιάννη Γκόβαρη, με τους Ναυπάκτιους Νίκο και Χρήστο Γλαβίνο, τη Σοφία Κολλητήρη και τη Γιούλα Κοτρώτσου.

Μπορεί ο Τάκης Καρναβάς να αποσύρθηκε λόγω προβλημάτων υγείας και γι’ αυτό ο Κοτρώτσος να μην συνεργάστηκε μαζί του, έπαιξε όμως με τους μυθικούς Αλέκο Κιτσάκη και Ανδρέα Τσαούση. Όπως σημειώνει «ό,τι ήταν για την Δυτική Ρούμελη ο Τάκης Καρναβάς, ήταν για την Ανατολική Ρούμελη ο Ανδρέας Τσαούσης και για την Ήπειρο ο Αλέκος Κιτσάκης». Σήμερα, συνεχίζει με κορυφαίους τραγουδιστές που είναι στην ενεργό δράση: τους Βασίλη Κωστούλα, Σταύρο Τσαλάγκα, Λάμπρο Σκάρλα, Γιώτα Γρίβα, Χριστόδουλο Κωσταρέλο, Αγγελική Ζάχαρη, Νίκο Βλαχοδήμο, Γιώργο Μπέκιο, Μίλτο Αλαφροπάτη, καθώς και τους Σαρακατσάνους τραγουδιστές Βασίλη Σερμπέζη, Σταύρο Μπόνια, Νίκο Γιαννακό, Κώστα Γαρέφη, μεταξύ άλλων εκλεκτών συναδέλφων του.

Όσο για τα πανηγύρια, έχουν αλλάξει όπως έχουν αλλάξει οι εποχές και ο τρόπος που διασκεδάζουν οι άνθρωποι. Παλιότερα, στα πανηγύρια υπήρχε μια οικογενειακή ατμόσφαιρα. Έρχονταν οικογένειες ή και σόγια, έτρωγαν, έπιναν κι έπαιρναν σειρά για χορό. Καθένας πλήρωνε και χόρευε με παραγγελιά το τραγούδι του, ήξεραν τον χορευτή και τα χούγια του. Ο καλός κλαρινίστας παρακολουθούσε και, αν χρειαζόταν, διόρθωνε τον χορευτή. Ήταν η εποχή της χαρτούρας και το γλέντι ξεκίναγε νωρίς.

Σήμερα, τα όργανα είναι πληρωμένα από το μαγαζί και συνεπώς δεν πληρώνει αλλά και δεν παραγγέλνει πλέον ο χορευτής. Σηκώνονται όλοι μαζί και χορεύουν, ό,τι παίζει η ορχήστρα. Έπειτα, το γλέντι ξεκινάει αργά, 12 τα μεσάνυχτα ή και αργότερα, και το παραδοσιακό δημοτικό τραγούδι, μάλλον περιθωριοποιείται. Εκεί που διασώζεται το παλιό πανηγύρι είναι στα ορεινά χωριά, εκεί μαζεύονται λίγοι και γνωστοί, κυρίως χωριανοί και κοντοχωριανοί.

Σχετικά με την όχι και τόσο καλή σχέση της νεολαίας με το αυθεντικό δημοτικό τραγούδι, ο Κοτρώτσος λέει ότι ίσως να έχουν ευθύνη και οι ίδιοι οι μουσικοί. Όπως σημειώνει, «εύκολα παραδινόμαστε στο ελαφρύ, δήθεν δημοτικό, εμπορικό τραγούδι και παραμερίζουμε το αυθεντικό δημοτικό, αυτό που είναι δημιούργημα της κοινότητας και άρα κτήμα όλων μας. Αυτό το τραγούδι σε απογειώνει με τρόπο μοναδικό, βιωματικό θα έλεγα, κάθε φορά που γλεντάς. Συνεπώς, έχουμε κάθε λόγο να προβάλλουμε και να στηρίζουμε, μα πάνω απ’ όλα, να μεταλαβαίνουμε την πλούσια μουσική μας παράδοση».

Όπως και εάν έχει, ο Κοτρώτσος δεν θα άλλαζε το επάγγελμα του κλαρινίστα, άλλωστε, «το κλαρίνο είναι η ζωή» του. Πέρα από την προσωπική ικανοποίηση που του προσφέρει το κλαρίνο, το επάγγελμα του μουσικού του άνοιξε δρόμους. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη, γνώρισε ανθρώπους, έκανε φίλους, είδε μιαν Ελλάδα που αντέχει και επιμένει και αυτό ήταν και το μεγαλύτερο κέρδος του.

Έχει μέλλον το δημοτικό τραγούδι; Ο Πάνος Κοτρώτσος πιστεύει ότι αφενός ο σύγχρονος τρόπος ζωής δεν ευνοεί την αυθόρμητη λαϊκή έκφραση, αφετέρου, υπάρχουν όλα τα μέσα (όπως τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης) για να προβληθεί το δημοτικό τραγούδι και να το γνωρίσουν οι νέοι.

Διαβάστες ακόμα:

6 παραδοσιακά καφενεία της Αθήνας μάς ταξιδεύουν στο παρελθόν

Η μοναδική μουσική παράδοση της Σκύρου

Αποστολή στην Πιερία: Η Αγγελική Λύσσα επέλεξε το Λιτόχωρο για να ζήσει και να αφιερωθεί την τέχνη της οργανοποιίας