Στην Παπούα Νέα Γουινέα, όταν οι γυναίκες της αυτόχθονης φυλής Χούλι πενθούν, ντύνονται στα μαύρα και βάφουν το πρόσωπό τους με πηλό. Στο βορειοδυτικό Πακιστάν, η εντυπωσιακή ενδυμασία των γυναικών της φυλής Καλάς συνοδεύεται από σπόρους μούρων, «καλλωπιστικά», τοποθετημένους στο πρόσωπο – κάτι σαν το δικό μας μακιγιάζ. Στην Αιθιοπία, άνδρες και γυναίκες σκαριφίζουν το δέρμα του σώματός τους με παραδοσιακά μοτίβα, καθένα από τα οποία συμβολίζει κάτι συγκεκριμένο για εκείνον ή εκείνη που το φέρει. Στα νοτιοδυτικά της χώρας, οι γυναίκες της φυλής Χάμερ δημιουργούν χοντρές πλεξούδες με τη βοήθεια βουτύρου ή χοιρινού λίπους, σε συνδυασμό με λάσπη.
Οι παραπάνω αυτές στιγμές αποτελούν ορισμένες μόνο από τις αμέτρητες καθημερινές εικόνες των τελευταίων γηγενών φυλών του πλανήτη τις οποίες απαθανάτισε ο βραβευμένος επαγγελματίας φωτογράφος-εξερευνητής Γιάννης Ψιλάκης (1967-2006) κατά τη διάρκεια ταξιδιών του -μεταξύ άλλων- στα νησιά της Ινδονησίας, στα υψίπεδα της Παπούα Νέας Γουινέα και του Πακιστάν, στην ενδοχώρα της Ινδίας και του Κασμίρ, στην Αιθιοπία, την Τυνησία, καθώς και στις Άνδεις της Βολιβίας και της Χιλής.
Κατά την παραμονή του σε αυτές τις περιοχές μελέτησε σε βάθος, γνώρισε και κατέγραψε με τον φακό του τις φυλές των Μεντάουι στο νησί Σιμπέρουτ του Ινδικού Ωκεανού, των Χούλι στα βουνά της Παπούα Νέας Γουινέα, των Καλάς στις οροσειρές του Καρακοράμ, των Χούνζα στον Ινδικό Καύκασο, καθώς και των Ινδιάνων Μαπούτσε και Αϊμαρά στον Αμαζόνιο και στις Άνδεις της Λατινικής Αμερικής. Ποιος ο λόγος καταγραφής τους πέραν του ενδιαφέροντος του Ψιλάκη γι’ αυτούς τους -σε μεγάλο βαθμό άγνωστους- λαούς και πολιτισμούς; Η αφύπνιση του δυτικού κόσμου και η βελτίωση της κοινωνίας μέσα από την κατανόηση της διαφορετικότητας και της βαθύτερης ομοιότητας μεταξύ ανθρώπων και λαών.
Μοναδικό αδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό από τα ταξίδια του ανά τον κόσμο, αντλημένο από το αρχείο του, παρουσιάζεται στην προσφάτως κυκλοφορείσα δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-αγγλικά) 280 σελίδων του Μουσείου Μπενάκη, με τον τίτλο «Γιάννης Ψιλάκης. Ίχνη ανθρώπων». Ξεφυλλίζοντας την έκδοση και παρατηρώντας τις φωτογραφίες, διαπιστώνουμε πως οι άνθρωποι που απαθανάτισε διατηρούν μια μοναδικότητα ώστε να μην εκλαμβάνονται ως πλήθος. Απομονώνονται και έτσι γίνεται πιο αντιληπτό το ξεχωριστό ίχνος καθενός – εξού και ο τίτλος της έκδοσης «Ίχνη ανθρώπων».
Ο φωτογραφικός του φακός συλλαμβάνει την αέναη ανάγκη του ανθρώπου να αφήνει πίσω του σημάδια, να ανασυνθέσει το παγκόσμιο μωσαϊκό όχι μέσω του λόγου, αλλά μέσω της εικόνας. Το πρόσωπο, το βλέμμα, το τοπίο, η καθημερινή και τελετουργική ζωή, τα έθιμα μιας πολιτισμικής κληρονομιάς που απειλείται με εξαφάνιση, λειτουργούν ως φορείς νοήματος, ως ζωντανές μαρτυρίες ενός πολιτισμικού και υπαρξιακού αποτυπώματος που αφηγείται την ιστορία της ανθρώπινης περιπλάνησης.
Γι’ αυτό, το εν λόγω φωτογραφικό λεύκωμα αποτελεί ένα ταξίδι στα «Ίχνη ανθρώπων» αυτού του πλανήτη, εκεί όπου η γη, το φως και τα πρόσωπα συνθέτουν έναν αθέατο χάρτη ύπαρξης. Τα αγκαλιάζει ο Ψιλάκης με ένα χαμόγελο και τη ματιά του, υπενθυμίζοντας την αξία του βλέμματος.

«Ο φωτογράφος αυτού του βιβλίου δεν υπήρξε απλώς παρατηρητής. Κοίταζε τον κόσμο όχι για να τον εξηγήσει, αλλά για να τον νιώσει, για να τον τιμήσει. Άκουγε με τα μάτια και φωτογράφιζε με την καρδιά. Ταπεινός προσκυνητής της καθημερινότητάς τους δεν κράτησε αποστάσεις. Αντίθετα, μοιράστηκε το φαγητό τους, τον ήλιο τους, τις σιωπές και τους ρυθμούς τους […]. Αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς ένα αρχείο. Είναι μαρτυρία. Είναι η δική του ανάσα που συνεχίζει να ζει μέσα από τις φωτογραφίες του. Το δικό του αποτύπωμα. Σε κάθε πρόσωπο, σε κάθε φωτογραφία που σιωπά και μιλά ταυτόχρονα, υπάρχει το δικό του ίχνος, το δικό του βλέμμα. Αθόρυβο, τρυφερό, βαθιά ανθρώπινο. Ένα φωτογραφικό λεύκωμα από εικόνες και ήχους που δεν σβήνουν. Μια υπενθύμιση ότι πέρασε από εδώ και άφησε πίσω του την πιο σπάνια τέχνη: την τέχνη του να βλέπεις τους ανθρώπους», όπως αναφέρει – μεταξύ άλλων – στο σημείωμά της, η επιμελήτρια της έκδοσης, Ελένη Αθανασίου, η οποία μάλιστα είχε επιμεληθεί και την έκδοση «Γιάννης Ψιλάκης, Ο κόσμος είναι ένας». (Μουσείο Μπενάκη, 2007).
Καθόλη τη διάρκεια της πορείας του, ο Γιάννης Ψιλάκης τίμησε στο έπακρο την τέχνη της φωτογραφίας: αρχής γενομένης από το 1997, οπότε και ξεκίνησε στον φωτογραφικό στίβο με θεματολογία που εστίαζε σε λαογραφικά και ταξιδιωτικά θέματα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη μελέτη των τελευταίων γηγενών πληθυσμών του πλανήτη. Είχε σπουδάσει Παγκόσμια Ιστορία στο Λονδίνο όπου και είχε την πρώτη του επαφή με την τέχνη της φωτογραφίας, την οποία επέλεξε ως μάθημα επιλογής, αλλά σύντομα εξελίχθηκε στο βασικό του μέσο «οπτικής» καταγραφής των γνώσεων και των εμπειριών του.

Πρόκειται για ένα μέσο -σ.σ. η φωτογραφία- και συνάμα μια μορφή τέχνης που διατηρεί ζωντανή τη στιγμή στον χρόνο και τιμάται γι’ αυτό. Η αναφορά στην τέχνη της φωτογραφίας και στην προσφάτως κυκλοφορείσα έκδοση «Γιάννης Ψιλάκης. Ίχνη ανθρώπων», γίνεται με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Φωτογραφίας που καθιερώθηκε από το 2010 να τιμάται στις 19 Αυγούστου, καθότι εκείνη την ημέρα (19/08), το 1837, οι Γάλλοι Λουί Ντγακέρ και Νισεφόρ Νιεπς εφηύραν την νταγκεροτυπία, μια φωτογραφική διαδικασία. Στις 9 Ιανουαρίου 1839 η Γαλλική Ακαδημία Επιστημών δημοσίευσε επίσημα τη διαδικασία της νταγκεροτυπίας και στις 19 Αυγούστου του ίδιου έτους η Γαλλική κυβέρνηση αγόρασε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και παρουσίασε την εφεύρεση ως ένα δώρο στον κόσμο, ελεύθερο δικαιωμάτων.
Τι ήταν η νταγκεροτυπία; Η εξέλιξη της ηλιογραφίας και πρόδρομος της φωτογραφικής εμφάνισης όπως αυτή εξελίχθηκε και καθιερώθηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, με ορόσημο την αντικατάσταση της φωτογραφικής πλάκας με το φιλμ από τον Τζορτζ Ίστμαν το 1884.
Διαβάστε ακόμα:
Το «Κουκούλι»: Το σπίτι του Νίκου Καζαντζάκη στην Αίγινα
Από την Ελλάδα έως το Μαρόκο και την Ισλανδία: Πού έγιναν τα γυρίσματα της «Οδύσσειας» του Νόλαν
Σωτήρης Φιλίππου: Ο δρομέας που ζει σε ένα ορεινό χωριό με 15 κατοίκους

