Από τον Λίβανο και δέκα χρόνια στο Ντουμπάι, σε ένα πρώην φροντιστήριο στην Οδυσσέα Ανδρούτσου που έγινε σπίτι, κατάστημα και προσωπικό καταφύγιο. Ο Σαμέρ μάς ανοίγει την πόρτα του και εξηγεί γιατί, από όλες τις πόλεις στις οποίες θα μπορούσε να είχε καταλήξει, διάλεξε τελικά την Αθήνα.
Στο υπνοδωμάτιο του Σαμέρ Αντουάν Ντουμέ υπάρχει ένα μεγάλο κόκκινο κιλίμι, ένα κρεβάτι με λινά σκεπάσματα σε ήσυχους τόνους, μια πορτοκαλί ξύλινη συρταριέρα και δύο κόκκινες μεταλλικές ραφιέρες όπου τα ρούχα είναι διπλωμένα σε μικρές στοίβες. Δεν υπάρχουν ντουλάπες για να εξαφανίσουν τα πράγματα, ούτε ιδιαίτερη διάθεση να εξαφανιστούν. Στον διάδρομο, μια μεγάλη φωτογραφία παραμένει ακουμπισμένη στον τοίχο, ακόμη τυλιγμένη, ενώ μπροστά της βρίσκονται τρία ζευγάρια παπούτσια. Λίγο παρακάτω, ένα παλιό μαύρο τηλέφωνο επιβιώνει στον τοίχο και μια αφίσα από την έκθεση Alice: Curiouser and Curiouser του V&A περιμένει στο πάτωμα.
Το σπίτι, βέβαια, έχει μια ιδιομορφία που εξηγεί πολλά από όσα βλέπεις. Στον κάτω όροφο λειτουργεί το Soul Search, το κατάστημα vintage ανδρικών ρούχων που δημιούργησε ο ίδιος, και κάπου ανάμεσα στις κρεμάστρες βρίσκεται και το καθιστικό του. Η πολυθρόνα, τα χαλιά, το παλιό στερεοφωνικό με το πικάπ και τα αντικείμενα που έχει συγκεντρώσει με τα χρόνια ανήκουν ταυτόχρονα στον προσωπικό και στον επαγγελματικό του χώρο. «Ήθελα να δημιουργήσω ένα σπίτι που να είναι και salon», λέει. «Να φέρνω ανθρώπους, να ακούμε μουσική, να χαλαρώνουμε, να δουλεύουμε». Για τον ίδιο, αυτός ο παράξενος συγχρονισμός σπιτιού και δουλειάς λειτουργεί. «Το αγαπώ. Ό,τι έχω κάνει εδώ έχει κάτι από την προσωπικότητά μου».
Ο Σαμέρ βρίσκεται στην Αθήνα σχεδόν δύο χρόνια και το σπίτι του έχει ήδη αποκτήσει τη συνήθειά του να συγκεντρώνει πράγματα. «Πάντα αγαπούσα αντικείμενα που έχουν μια ιστορία», λέει. «Μου αρέσει να τους δίνω μια άλλη ζωή ή να τα βάζω σε ένα περιβάλλον όπου αποκτούν διαφορετικό χαρακτήρα». Το ενδιαφέρον είναι ότι το ίδιο ισχύει για τον χώρο. Πριν γίνει σπίτι, εδώ λειτουργούσε φροντιστήριο ξένων γλωσσών. Για χρόνια παιδιά ανέβαιναν και κατέβαιναν στα δωμάτια όπου σήμερα υπάρχουν το κρεβάτι του, οι δίσκοι, τα ρούχα και τα αντικείμενα που μαζεύει από την Αθήνα. Γνώρισε μάλιστα το ζευγάρι που διατηρούσε το φροντιστήριο και θυμάται με τρυφερότητα τους προηγούμενους ενοίκους του.
Από εκείνη την προηγούμενη χρήση έχει μείνει κάτι στην αίσθηση του κτιρίου. Οι χώροι είναι ανοιχτοί και κάπως ανορθόδοξοι, με μεγάλες επιφάνειες λευκού, εμφανή δοκάρια και περάσματα που δεν θυμίζουν τυπικό αθηναϊκό διαμέρισμα. Ο Σαμέρ δεν προσπάθησε να τα εξημερώσει ιδιαίτερα. «Δεν ήθελα ένα κλασικό ελληνικό σπίτι», λέει. Ήθελε έναν χώρο στον οποίο θα μπορούσε να ζει, να ακούει μουσική, να δουλεύει, να έχει φίλους. «Ήθελα να είναι ένα κοινό μέρος. Να φέρνω ανθρώπους για να ακούν μουσική, να χαλαρώνουν, να δουλεύουν».
Αυτό φαίνεται περισσότερο στο μεγάλο καθιστικό. Μια πολυθρόνα με μεταλλικό σκελετό βρίσκεται πάνω σε διαδοχικά χαλιά, λίγο πιο πίσω μια ξύλινη καρέκλα με υφασμάτινο κάθισμα, ένα παλιό γραφείο, ένα μεταλλικό stand με σακάκια. Τίποτα δεν δείχνει αγορασμένο ως μέρος κάποιας ενιαίας συλλογής. Στον απέναντι τοίχο βρίσκεται ίσως το πιο θεαματικό αντικείμενο του σπιτιού: ένα παλιό λευκό στερεοφωνικό με ενσωματωμένο πικάπ και δύο ηχεία, σχεδόν φουτουριστικό μέσα στην ηλικία του. Το σπίτι λειτουργεί περισσότερο σαν αρχείο των πραγμάτων που του τράβηξαν κάποτε την προσοχή. Και μεγάλο μέρος αυτού του αρχείου είναι πλέον αθηναϊκό.
«Το 80% των πραγμάτων μου βρίσκεται από την Αθήνα», λέει. Ψάχνει παλαιοπωλεία στα Πετράλωνα, στην Πατησίων, στη Γλυφάδα, κοιτάζει αγγελίες και πηγαίνει σε μέρη έξω από το κέντρο όπου παλιά έπιπλα και αντικείμενα περιμένουν τον επόμενο ιδιοκτήτη τους. «Τα βρήκα κομμάτι κομμάτι στην Αθήνα». Ανάμεσά τους είναι και ένα παλιό ξύλινο τραπέζι εργασίας. Όταν το αγόρασε ήταν βαμμένο λευκό. Έβγαλε το χρώμα, κράτησε το ξύλο και μαζί του όλες τις φθορές που είχαν αφήσει οι προηγούμενες χρήσεις του. «Μου αρέσει γιατί δεν είναι λείο. Υπήρχε αγάπη πάνω του», λέει.
Στο σπίτι υπάρχει και ένα δεύτερο έπιπλο που ακολουθεί την ίδια λογική: ένας παλιός ξύλινος πάγκος, με στρώσεις ξεφτισμένου γαλάζιου και κόκκινου χρώματος, πάνω στον οποίο έχει τοποθετηθεί ένας τετράγωνος μεταλλικός νιπτήρας. Ο χάλκινος σωλήνας μένει επίτηδες εκτεθειμένος. Δίπλα, ένας καθρέφτης με κίτρινο πλαίσιο είναι απλώς ακουμπισμένος στο πάτωμα.
Δέκα χρόνια στο Ντουμπάι και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή
Πριν από το Κουκάκι, ο Σαμέρ είχε περάσει δέκα χρόνια στο Ντουμπάι. Η καθημερινότητά του ήταν σχεδόν αντίθετη από τη σημερινή. Εταιρική καριέρα, ταξίδια, οικονομική ασφάλεια, απαιτητικό ωράριο και ένα περιβάλλον στο οποίο, όπως περιγράφει, η εξέλιξη αποτελούσε σχεδόν καθημερινή υποχρέωση. «Είμαι πολύ ευγνώμων για τη ζωή που είχα στο Ντουμπάι. Μου έδωσε μια φανταστική καριέρα, φίλους, οικονομική σταθερότητα». Κάποια στιγμή, όμως, άρχισε να αναζητά κάτι διαφορετικό. «Ήθελα ελευθερία. Ήθελα να περιβάλλομαι από πράγματα και ανθρώπους που μου αρέσουν. Ήθελα να φύγω από το corporate περιβάλλον και να δημιουργήσω κάτι που να με αντιπροσωπεύει». Σήμερα αυτή η ελευθερία έχει πολύ συγκεκριμένες εικόνες. Είναι τα ρούχα που μένουν έξω αντί να κλείνονται σε ντουλάπες. Οι φωτογραφίες που μπορεί να παραμείνουν μήνες στο πάτωμα μέχρι να αποφασίσει πού θα μπουν. Τα διαφορετικά κεραμικά στην κουζίνα, η moka δίπλα στα σύνεργα για τσάι και μια μικρή θρησκευτική εικόνα στο παράθυρο. Είναι ακόμη και η δυνατότητα να αφήσει έναν παλιό τοίχο όπως τον βρήκε.
Η Ελλάδα υπήρχε στο μυαλό του πολύ πριν από τη μετακόμιση. Πρωτοήρθε στην Αθήνα το 2006. Έμεινε περίπου μία εβδομάδα, είδε την Ακρόπολη και θυμάται να σκέφτεται ότι κάποια μέρα θα ήθελε να ζήσει εδώ. Μετά πέρασαν χρόνια. Τα ελληνικά καλοκαίρια συνεχίστηκαν κυρίως στα νησιά, μέχρι που μια ευκαιρία στην Αθήνα έφερε ξανά εκείνη την παλιά σκέψη στην επιφάνεια. «Δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Ήταν περισσότερο κάρμα», λέει.
Η πρώτη περίοδος εδώ δεν είχε πάντως τίποτα από το εύκολο σενάριο του ανθρώπου που αλλάζει χώρα και αποκτά αυτομάτως μια υπέροχη καινούργια ζωή. Δεν είχε μεγάλη παρέα στην Αθήνα. Θυμάται να κάθεται μόνος στο τότε Kinono στο Κουκάκι και να σκέφτεται: «Τώρα τι κάνουμε; Από πού ξεκινάω;». Ακόμη και σήμερα παραδέχεται ότι το να δημιουργήσεις φίλους από την αρχή σε μια καινούργια πόλη γίνεται πιο περίπλοκο όσο μεγαλώνεις. «Ξέρεις ήδη τι ανθρώπους θέλεις γύρω σου, τι ζωή, τι αξίες. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν εύκολο».
Το Κουκάκι από την πίσω αυλή
Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του σπιτιού βρίσκεται ίσως πίσω από τις μεγάλες γκρι τζαμόπορτες. Εκεί η γεωμετρία του εσωτερικού σταματά απότομα και αρχίζει μια μικρή αθηναϊκή αυλή. Οι τοίχοι έχουν μείνει με τις πέτρες και τους παλιούς σοβάδες εμφανείς, μια λεπτή μεταλλική σκάλα ανεβαίνει προς τα πάνω και λίγα φυτά έχουν αρχίσει να πιάνουν χώρο στις άκρες. Σε μια παλιά εσοχή του τοίχου ο Σαμέρ έχει ακουμπήσει μια εικόνα του Χριστού.
Είναι ίσως το σημείο όπου καταλαβαίνεις καλύτερα γιατί του άρεσε αυτό το κτίριο. Ο καινούργιος σοβάς σταματά εκεί όπου αρχίζει ο παλιός. Το ένα δεν χρειάστηκε να εξαφανίσει το άλλο. Κάπως έτσι περιγράφει και τη δική του προσαρμογή στην Ελλάδα. Ως Λιβανέζος βρήκε αρκετά πράγματα αναγνωρίσιμα. «Είναι εντυπωσιακό πόσο κοντά είναι οι δύο κουλτούρες. Η σχέση με το φαγητό, την οικογένεια, τη θρησκεία». Η πραγματική αλλαγή ήταν η απόσταση από το Ντουμπάι, όπου, όπως λέει, μεγάλο μέρος της καθημερινότητας περιστρεφόταν γύρω από τη δουλειά, το status, το πού μένεις και πού ταξιδεύεις. Στην Αθήνα ανακάλυψε μια πολύ μικρότερη εμμονή με όλα αυτά. «Κανείς δεν νοιάζεται. Και αυτό είναι υπέροχο».
Δυσκολεύτηκε περισσότερο με τον ρυθμό. «Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν διαφορετικά τον χρόνο τους εδώ. Το tempo είναι πιο αργό. Στην αρχή ήταν δύσκολο για μένα. Τώρα νομίζω ότι αρχίζω να το καταλαβαίνω». Το κατάλαβε ίσως ακόμη περισσότερο όταν πέρασε τα πρώτα του ελληνικά Χριστούγεννα με την οικογένεια ενός φίλου. Μαγείρεψε με τη μητέρα του, έφαγαν όλοι μαζί, πήγαν στην εκκλησία. «Αυτό είναι που μου αρέσει στην Ελλάδα. Οι παραδόσεις είναι ακόμη ζωντανές».
Η θρησκευτικότητα εμφανίζεται διακριτικά και μέσα στο σπίτι. Μικρές εικόνες βρίσκονται ανάμεσα σε καθημερινά αντικείμενα, χωρίς να έχουν στηθεί σε κάποια επίσημη γωνιά. Το ταξίδι στην Ελλάδα που θέλει περισσότερο να κάνει τώρα είναι στο Άγιον Όρος. Τον ενδιαφέρει η μοναστική ζωή, η απομόνωση και η σχέση της με τη φύση. Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν, απέκτησε και τη δική του γεωγραφία της Αθήνας. Περπατά γύρω από την Ακρόπολη και το Ηρώδειο, συνεχίζει προς το Μοναστηράκι, αγαπά τις μικρές ταβέρνες και ψάχνει τα παλαιοπωλεία της πόλης. «Μου αρέσει η πραγματική Αθήνα», λέει. Και κάθε τόσο κάτι από αυτές τις βόλτες επιστρέφει μαζί του στην Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Διαβάστε ακόμα:
Μαρίνα Σπανού: Οι δύο αθηναϊκές γειτονιές που έγιναν κομμάτι της ιστορίας της
Γιάννης Ψιλάκης: Ο φωτογράφος που απαθανάτισε γηγενείς φυλές του πλανήτη

