Ανηφορίζεις από το Μουζάκι και ο κόσμος αλλάζει. Ο δρόμος στενεύει, τα έλατα πυκνώνουν και κατεβαίνουν ως τα ρέματα, το κινητό χάνει το σήμα και μένει μόνο ο ήχος του νερού. Οι πλαγιές των βόρειων Αγράφων, στην Αργιθέα της Καρδίτσας, είναι από τις ωραιότερες της ηπειρωτικής Ελλάδας: ατελείωτα δάση, κορυφές που ξεπερνούν τα δύο χιλιάδες μέτρα, αρκούδες, λύκοι και χρυσαετοί, και ησυχία.
Βρέθηκα εδώ τον Απρίλιο με τη φωτογράφο Αμαλία Κωβαίου, στο πλαίσιο των ταξιδιωτικών αποστολών του Travel.gr. Πίσω από αυτή την ομορφιά, όμως, ξεχώρισα και κάτι ακόμη: τους λιγοστούς ανθρώπους που κρατούν αυτά τα χωριά ζωντανά με επιμονή.
Στο Λεοντίτο, σε υψόμετρο χιλίων μέτρων, υπάρχει ένα καφενείο που δεν έχει αλλάξει από το 1970. Το άνοιξαν, νιόπαντροι τότε, ο παπα-Χρήστος και η πρεσβυτέρα Αγγελική και εξακολουθούν να το κρατούν ανοιχτό μέχρι σήμερα: ξύλινα τραπέζια, μια σόμπα που ανάβει κάθε βράδυ μέχρι και τον Μάιο, ελληνικός καφές με λουκούμι. Έξω από το καφενείο στέκει ο πλάτανος του Καραϊσκάκη, η ηλικία του οποίου πλησιάζει τα εννιακόσια εβδομήντα χρόνια. Ρώτησα τον παπα-Χρήστο γιατί επιμένει σε ένα χωριό που τον χειμώνα αδειάζει σχεδόν εντελώς. «Κάποιος πρέπει να χτυπάει την καμπάνα», μου απάντησε (Δείτε το αφιέρωμα εδώ).
Δείτε το VIDEO
Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, στα Αργυρέικα του Πετρίλου, συναντάμε την ίδια εικόνα, με άλλα πρόσωπα. Το καφενείο κρατά ανοιχτό ο Αποστόλης και είναι ό,τι έχει απομείνει από τη ζωή του χωριού. Μέσα, ο κυρ-Σωτήρης περνάει το απόγευμά του ρίχνοντας πασιέντζα, μόνος με την τράπουλα. Έξω, κανείς. Μέσα, μόνο ο ήχος των χαρτιών που πέφτουν στο τραπέζι. Σε αυτά τα χωριά, το καφενείο είναι το «σαλόνι» μιας ολόκληρης κοινότητας.
Την ίδια επιμονή συνάντησα και στο βουνό. Η Βασιλική Κοϊμτζίδου, πιστοποιημένη συνοδός βουνού και ποταμού, μας ξενάγησε στη λίμνη Στεφανιάδα, τη νεότερη λίμνη της Ελλάδας. Δημιουργήθηκε το 1963, όταν μια κατολίσθηση έφραξε το ρέμα και κατάπιε σπίτια και έναν νερόμυλο. Κορυφές δέντρων ξεπροβάλλουν ακόμη από το νερό, σαν να αρνούνται να υποχωρήσουν. Μπήκαμε με τα καγιάκ και ακολουθήσαμε μια ήρεμη κυκλική διαδρομή, με το νερό ακίνητο σαν γυαλί.
Για τη Βασιλική, το βουνό είναι η ίδια της η ζωή. Μας ανέβασε στην Πατλιά, τον ποιμενικό οικισμό στα χίλια εξακόσια μέτρα. Σήμερα, δεν κατοικεί εκεί κανείς. Τηλεφώνησε σε έναν από τους τελευταίους βοσκούς, για να του πει τι βρήκε: «Έχουν φύγει δύο ή τρία τσίγκια». Μια ολόκληρη ζωή κτηνοτροφίας χωράει πια σε δύο ή τρία τσίγκια που τα παίρνει ο αέρας.
Μέσα σε αυτή την ερήμωση, υπάρχει και το αντίστροφο ρεύμα. Στο Πετρίλο ζει μόνιμα μια ζωγράφος από τη Μάλτα, η Νάταλι Μικάλεφ. Άφησε μια ακαδημαϊκή καριέρα, έζησε στη Θάσο και για έντεκα χρόνια στην Ξάνθη, ώσπου αντίκρισε αυτά τα βουνά και αποφάσισε να μείνει εδώ. «Από την πρώτη στιγμή που τα είδα, είπα μέσα μου: εδώ θέλω να μείνω».
Σήμερα, ζωγραφίζει καθημερινά το άγριο τοπίο, αφήνει ακουαρέλες κατά μήκος των μονοπατιών και επιμένει να μιλάει μόνο ελληνικά. Η δουλειά της ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο από ένα χωριό που γνωρίζουν ελάχιστοι (Διαβάστε το αφιέρωμα εδώ). Λίγο πιο πέρα, στον μαχαλά Φουντωτό, η κυρία Ιφιγένεια ανοίγει χειροποίητες πίτες με ντόπια τυριά και χόρτα του βουνού, όπως τις άνοιγε η μάνα της. Η καθεμία, με τον δικό της τρόπο, χτυπά τη δική της «καμπάνα».
Δείτε το VIDEO!
Διαβάστε ακόμα:
Λεοντίτο Αργιθέας: Στο καφενείο του παπά Χρήστου, κάτω από τον «Πλάτανο του Καραϊσκάκη»
Road trip στα ημιορεινά Άγραφα – Ένα διαφορετικό οδοιπορικό σε έναν μαγευτικό τόπο
Η ζωγράφος από τη Μάλτα που ζει μόνιμα στα Βόρεια Άγραφα

