Φτάνοντας στο Λονδίνο την τελευταία μέρα του Ιουνίου, βρήκαμε τη βρετανική πρωτεύουσα σε καλοκαιρινό αναβρασμό. Όχι μόνο λόγω του καύσωνα που επί δέκα μέρες εκτόξευε τη θερμοκρασία σε επίπεδα ρεκόρ, αλλά και λόγω των πολυάριθμων καλλιτεχνικών δρώμενων που κάθε χρόνο αυτή την εποχή δίνουν εξαιρετικούς επιπλέον λόγους για να βρεθεί κανείς στο ούτως ή άλλο συναρπαστικό και γεμάτο εκπλήξεις Λονδίνο. Από τη μια, καθιερωμένοι επίσημοι εορτασμοί όπως τα γενέθλια του Βρετανού μονάρχη που γιορτάζονται παραδοσιακά εντός του Ιουνίου, από την άλλη αθλητικές διοργανώσεις διεθνούς κύρους όπως το τουρνουά του Wimbledon ή οι ιππικοί αγώνες του Royal Ascot.

36

Αφενός, οι συναυλίες ηχηρών ονομάτων της μουσικής -το ρεκόρ εμφανίσεων του Harry Styles στο στάδιο Wembley, η επανεμφάνιση των Take That που απέσπασαν εξαιρετικές κριτικές, η υπαίθρια εμφάνιση των θρυλικών Duran Duran που έφεραν κοσμοπλημμύρα στο Hyde Park, τα εκρηκτικά live των Metallica, κι αφετέρου, πολιτιστικά events και περιοδικές εκθέσεις που συγκεντρώνουν χιλιάδες φιλότεχνους και μη: από την αναδρομική έκθεση του Whistler στην πινακοθήκη Tate και τα επιδραστικά έργα της Tracey Emin -μια ακόμη εντυπωσιακή φετινή έκθεση από την Tate Modern ως τα μπαρόκ αριστουργήματα του Zurbarán στην National Gallery, κι από τις εμπνευσμένες, υπέρκομψες δημιουργίες της Elsa Schiaparelli στον «ναό» των διακοσμητικών τεχνών, a.k.a. V&A Museum, ως την έκθεση με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση της εκλιπούσης βασίλισσας Ελισάβετ Β΄, που παρουσιάζοντας μια σπάνια συλλογή από απαστράπτοντα ενδύματά της, σημείωσε τέτοια επιτυχία που πήρε παράταση για έξι επιπλέον μήνες.

Το γεγονός ήταν αρκετό για να μας φέρει στη νεοκλασική είσοδο της The King’s Gallery στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ – εξάλλου η προσέγγιση της έκθεσης «Queen Elizabeth II: Her Life in Style» αποδεικνύεται περισσότερο σύνθετη. Πέρα από την ούτως ή άλλως θεαματική, εκτενέστερη ως τώρα παρουσίαση της γκαρνταρόμπας της βασίλισσας που έμελλε να φέρει τον τίτλο του μονάρχη για το μεγαλύτερο διάστημα στην ιστορία του βρετανικού θεσμού, αποτελεί μια σπουδή στη δεξιοτεχνία σημαντικών βρετανών σχεδιαστών, μόδιστρων και αναγνωρισμένων οίκων μόδας, της αίσθησης του στυλ και της αισθητικής της ίδιας της Ελισάβετ Β΄, αλλά και της ανέλπιστης επιρροής που άσκησε σε σύγχρονους σχεδιαστές, οι οποίοι όχι μόνο εμπνεύστηκαν αλλά και αφιέρωσαν σε εκείνη δημιουργίες τους.

H χρονική συγκυρία παρουσίασης της έκθεσης δεν είναι τυχαία. Καθώς φέτος η βασίλισσα θα συμπλήρωνε τα 100 της χρόνια, ναι μεν αποτελεί φόρο τιμής στο πιστά βρετανικό στιλ της Ελισάβετ και της διαχρονικής κληρονομιάς της στον χώρο της μόδας, αποδεικνύει δε με την τεράστια επισκεψιμότητά της πως σίγουρα δεν πρόκειται για μια μορφή που έχει περάσει στη λήθη της ιστορίας. Ανάμεσα σε περίπου 200 αυθεντικά ενδύματα, κοσμήματα και αξεσουάρ -από τα 4.000 περίπου αντικείμενα του συνολικού ενδυματολογικού αρχείου της-, παρεμβάλλονται προσχέδια τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά, δείγματα υφασμάτων και χειρόγραφες επιστολές, που συνολικά αποκαλύπτουν τη διαδικασία πίσω από την εμφάνιση της διασημότερης γυναίκας στον κόσμο. Από κοινού ρίχνουν φως στη στενή εμπλοκή της εκλιπούσης βασίλισσας στη δημιουργία της γκαρνταρόμπας της, αναδεικνύοντας ανεπαίσθητες λεπτομέρειες που κρύβουν σημαίνοντες συμβολισμούς και τονίζοντας πάντα το δημιουργικό ταλέντο και την τεχνική αριστεία πίσω από κάθε χειροποίητη δημιουργία. Και μας αποδεικνύουν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τη σημερινή εποχή της γρήγορης κατανάλωσης εύπεπτης μόδας: πως η Ελισάβετ διατήρησε με συνέπεια την ενδυματολογική της ταυτότητα, χωρίς να σταματήσει να εξελίσσεται.

Η διάρθρωση της έκθεσης ακολουθεί χρονολογική σειρά και όπως χαρακτηριστικά μας κατατόπισαν στην υποδοχή, παραδίδοντάς μας τον ηχητικό οδηγό που περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου, «αρκούν 60΄ για να δείτε όλες τις ενότητες, αλλά πολλοί θέλουν να παραμείνουν για ώρες». Ξεκινώντας από το 1926 και φτάνοντας στο 2022, όχι μόνο κατανοήσαμε τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του ενδυματολογικού κώδικα ανάλογα με τον σκοπό και την περίσταση, αλλά γίναμε μάρτυρες και της εξέλιξης της βρετανικής μόδας τον 20ο αιώνα: από την παρακμή του θεσμού του ράπτη της αυλής τις πρώτες δεκαετίες, έως την άνοδο της βρετανικής υψηλής ραπτικής από τη δεκαετία του 1930 και την καθιέρωση διάσημων Βρετανών σχεδιαστών μόδας από τη δεκαετία του 1970 ως τις μέρες μας.

Πρώτη ανάμεσα στις σαφείς θεματικές ενότητες, αυτή της παιδικής ηλικίας, με το πιστό αντίγραφο του βαφτιστικού φορέματος της Ελισάβετ και μερικά σπάνια διασωθέντα ενδύματα της παιδικής της ηλικίας, ένα φόρεμα παρανύμφου με το αντίστοιχο φωτογραφικό ενσταντανέ και τα πρώτα κομμάτια υψηλής ραπτικής που δημιουργήθηκαν για εκείνη από τους κορυφαίους Βρετανούς σχεδιαστές Norman Hartnell και Edward Molyneux. Κι ενώ παρατηρούμε την ενηλικίωση της πριγκίπισσας τη δεκαετία του 1940, διαπιστώνουμε πως οι οίκοι υψηλής ραπτικής του Λονδίνου δημιουργούσαν σχέδια που ανταγωνίζονταν επάξια τις δημιουργίες του Παρισιού, ενώ συγκεκριμένα τα βελούδινα πανωφόρια της Ελισάβετ που παρουσιάζονται από εκείνη την περίοδο φέρουν σαφείς επιρροές από τη σιλουέτα «New Look», που απογείωσε τη φήμη του Christian Dior το 1947.

Για τη μετέπειτα βασίλισσα, η ίδια αυτή χρονιά θα αποτελούσε σταθμό για έναν πολύ πιο προσωπικό λόγο: ήταν εκείνη του γάμου της με τον Δούκα του Εδιμβούργου – μετέπειτα Πρίγκιπα Φίλιππο-, όπως μας θυμίζει το εκθαμβωτικό νυφικό της. Μέσα στη γυάλινη προθήκη και τον ξεχωριστό χώρο που του αφιερώνεται, λάμπει σαν να βρισκόμαστε στην 20η Νοεμβρίου, όταν αντιφέγγιζαν πάνω του τα φώτα του Westminster Abbey. Την υπέροχη δημιουργία από σκωτσέζικο, ιβουάρ σατέν duchesse, υπογράφει ο Sir Norman Hartnel, ο Βρετανός σχεδιαστής -και μετέπειτα Εντεταλμένος Βασιλικός Μόδιστρος- που υπέβαλε 11 σχέδια νυφικών προς έγκριση και έμελλε να συνδεθεί με μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης με την Ελισάβετ, χτίζοντας την εικόνα της σε κάποιες από τις ιστορικότερες εμφανίσεις της.

Έμπνευσή του υπήρξε ο διάσημος πίνακας «Primavera» του Boticcelli, αλλά και το αίσθημα αισιοδοξίας και αναγέννησης μετά τις δοκιμασίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως αποτυπώνονται στα συμβολικά ανθικά μοτίβα, κεντημένα είτε απευθείας είτε απλικέ πάνω στο νυφικό και την 4 μέτρων ουρά του από κεντημένο μεταξωτό τούλι: 10.000 πέρλες και κρύσταλλα σχηματίζουν τριαντάφυλλα του Γιορκ, άνθη πορτοκαλιάς, γιασεμιά και στάχυα, για τα οποία χρειάστηκαν δύο μήνες και χιλιάδες ώρες δουλειάς, με κλεισμένα τα παράθυρα του ατελιέ για απόλυτη μυστικότητα.

Ο όρος των bespoke βασιλικών δημιουργιών αποκτά βέβαια άλλο νόημα στην επόμενη, περίσσειας λάμψης ενότητα, η οποία, μετά από ένα πέρασμα από τις χαρακτηριστικές «British country side» εμφανίσεις – εδώ κυριαρχεί το ύφασμα Balmoral tartan που σχεδιάστηκε από τον πρίγκηπα Αλβέρτο αντανακλώντας την αγάπη της βασίλισσας Βικτωρίας για τη βρετανική εξοχή, οι μπότες ιππασίας, τα μεταξωτά μαντήλια και τα πανοφώρια Burberry-, θαμπώνει με μια ατέλειωτη σειρά επίσημων, βραδινών ενδυμάτων. Εκατοντάδες μέτρα από σατέν, μετάξι, μουσελίνες, τούλι, χρυσές κλωστές, περίτεχνα κοσμήματα από πολύτιμες πέτρες, πέρλες και αστραφτερά κρύσταλλα, ενσαρκώνουν την πιο κομψή πλευρά των εμφανίσεων της Ελισάβετ, αυτή που απαιτούσαν οι επισκέψεις και οι δεξιώσεις ομότιτλών της και άλλων υψηλά ιστάμενων προσώπων, από όλη τη διάρκεια της βασιλείας της.

Μια αληθινή επίδειξη μόδας ξεδιπλώνεται μπροστά μας, όπου πέρα από τις ίδιες τις εμπνευσμένες δημιουργίες, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αλλαγή των τάσεων -από τα κρινολίνα με κεντητό μπούστο περνάμε στις ίσιας γραμμής βραδινές τουαλέτες-, η χρήση του χρώματος και των συμβολικών σχεδίων ώστε να τιμήσει κάθε κράτος και λαό ανά περίσταση, τα αυθεντικά σχέδια των ενδυμάτων και οι χειρόγραφες σημειώσεις – παρατηρήσεις που αντάλλασσε με τους σχεδιαστές. Όσοι τύχει να επισκεφθείτε την έκθεση, αξίζει να αναζητήσετε και να παρατηρήσετε το κέντημα που αναπαριστά φύλλα σφενδάμου στο φόρεμα του Norman Hartnell, το οποίο φόρεσε το 1957 στην Οτάβα του Καναδά, ή τα μανίκια σε στυλ κιμονό και τα κεντημένα άνθη κερασιάς σε μια δημιουργία του Hardy Amies για την περίσταση της επίσημης επίσκεψης στην Ιαπωνία το 1975.

Κι εκεί που νομίζεις ότι έχεις εισπράξει το απόγειο της βασιλικής λάμψης, έρχεται ως απόλυτο highlight το εντυπωσιακό φόρεμα της στέψης της Ελισάβετ Β’, που έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1953 στο Westminster Abbey. Το σχέδιο του, το οποίο η ίδια η βασίλισσα ζήτησε να ακολουθεί τη γραμμή του νυφικού της, το ύφασμα να είναι λευκό σατέν και να διακοσμείται με χρυσά και ασημένια κεντήματα όλων των ανθικών εμβλημάτων του Ηνωμένου Βασιλείου και των υπό την κυριαρχία της περιοχών, ανέθεσε και πάλι στον έμπιστο σχεδιαστή της Norman Hartnell. Παρατηρώντας κανείς τον τρόπο που η πλούσια φούστα συγκρατεί το βάρος των περίτεχνων κεντημάτων -από τα τριαντάφυλλα των Τυδώρ ως τα γαϊδουράγκαθα της Σκωτίας ή το τριφύλλι της Βόρειας Ιρλανδίας. διαπιστώνει από απόσταση αναπνοής ότι όντως, εκτός από ένα σπάνιο ιστορικό κομμάτι, πρόκειται για μία από τις εντυπωσιακότερες δημιουργίες της βρετανικής μόδας του 20ου αιώνα.

Η λάμψη και η πολυτέλεια -με τελευταία δημιουργία το φόρεμα της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου το 2012- δίνουν τη θέση τους στην τελευταία ενότητα, αυτή των πρωινών εμφανίσεων. Ξαφνικά, η τόσο γνωστή εικόνα της «Rainbow Queen» ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας σε μια πανδαισία χρωμάτων, μια αποθέωση του colour blocking όπως θα έγραφε κάποιο περιοδικό μόδας. Κατανοώντας την ανάγκη να ντύνεται μεν κατάλληλα για τα επίσημα καθήκοντά της, αλλά επίσης να είναι ορατή σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και να ξεχωρίζει από τα μεγάλα πλήθη που διαρκώς την περιβάλλανε, η Ελισάβετ δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει τα έντονα μονοχρωματικά σύνολα, πάντα με καπέλο – συνήθως χωρίς γείσο ή με γείσο ανασηκωμένο έτσι ώστε το πρόσωπό της να μην καλύπτεται ποτέ.

Το εντυπωσιακό αρχειακό υλικό που εκτίθεται εδώ ανά χρώμα -από φούξια και βυσσινί ως φλούο πράσινο και πορτοκαλί- καλύπτει κάθε δεκαετία της βασιλείας της, μαζί με τα ασορτί καπέλα -ενίοτε περίεργα και υπερβολικά, ακόμη και κακόγουστα για κάποιους-, αναδεικνύοντας την αριστεία και τη εξέλιξη της βρετανικής ραπτικής και πιλοποιίας. Δεν λείπουν φυσικά οι τόσο πολυσυζητημένες τσάντες που η βασίλισσα δεν αποχωριζόταν ποτέ, και ένα μέρος της συλλογής υποδημάτων – ναι, η Ελισάβετ δεν δίσταζε να φορέσει ακόμη και ασημί γόβες. Τελευταία πινελιά λάμψης, βαρύτιμες τιάρες αμύθητης αξίας και κάποια αγαπημένα κοσμήματα πλαισιώνουν την εμφάνιση που διάλεξε για το γάμο της αδερφής της, πριγκίπισσας Μαργαρίτας και εκείνη της δεξίωσης που παρέθεσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Dwight Eisenhower το 1957, πριν τον επίλογο που ρίχνει φως στις επιρροές και επανερμηνείες του στιλ της, από τον Gucci του Alessandro Michele ως την Prada και τον Λονδρέζικο οίκο μόδας Erdem.

Η συνολική αίσθηση που αποκομίσαμε περνώντας από τη μια αίθουσα στην επόμενη, ήταν τόσο ομαλή και με τέτοια κλιμάκωση, που φύγαμε με την εντύπωση ότι είχαμε τη σπάνια ευκαιρία να ξεφυλλίσουμε ένα οικογενειακό άλμπουμ φωτογραφιών, που όμως τυγχάνει να αφηγείται τη λαμπερή όψη ενός βίου στο διαρκές προσκήνιο. Ένα λεύκωμα που ξεκινά από την παιδική ηλικία και τα ξέγνοιαστα χρόνια μιας νεαρής πριγκίπισσας, για να περάσει από τη σκοτεινή περίοδο του Β΄.Π.Π., τις επί μακρόν περιοδείες ανά τον κόσμο, να σταθεί σε ιστορικά γεγονότα και να καταλήξει σε αμέτρητες εκθαμβωτικές εμφανίσεις, που οι κοινοί θνητοί μόνο μέσω ανταποκρίσεων του τύπου είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε.

Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα από τα στοιχεία της ανέλπιστης επιτυχίας που σημειώνει η έκθεση: τα τόσο αναγνωρίσιμα συστατικά του στυλ της Ελισάβετ Β΄, όλα αυτά τα οποία λίγο-πολύ έχουμε όλοι παρατηρήσει, σχολιάσει, ακόμη και αποδοκιμάσει ή απορρίψει – βρίσκονται ακριβώς μπροστά σου, σε φέρνουν στο επίκεντρο των εκάστοτε γεγονότων, και από απλές ιστορικές εικόνες που κάπου έτυχε να δεις, γίνονται στιγμές στις οποίες νοιώθεις ότι έχεις παρευρεθεί.

Ίσως τελικά δεν θα έπρεπε να περιμένουμε τίποτα λιγότερο από μια έκθεση αφιερωμένη στη βασίλισσα που οι οικείοι της αποκαλούσαν «Λίλιμπετ» και οι Βρετανοί «αγαπημένη γιαγιά του έθνους». Διότι η Ελισάβετ Β΄, η οποία τελικά κατείχε συνολικά επτά ρεκόρ Γκίνες κατά τα 70 χρόνια που αφιέρωσε στο στέμμα, αλλά και δεν δίσταζε να εμφανιστεί στο πλευρό του James Bond κατά την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων το 2012, ή να μοιραστεί το τσάι της με τον αρκούδο Paddington κατά τους εορτασμούς του Πλατινένιου Ιωβηλαίου της, αποδεικνύεται αν μη τι άλλο, ότι γνώριζε πως να εκφράζεται αναπολογητικά μέσα από τις ενδυματολογικές επιλογές της.

Διαβάστε ακόμα:

St James’s: Mία μέρα στην πιο αριστοκρατική συνοικία του Λονδίνου

Selfridges: Η ιστορία του εμβληματικού πολυκαταστήματος που μόλις πωλήθηκε έναντι 4 δις λιρών

Εκεί όπου «χτυπά» η καρδιά του Στέμματος: Ξενάγηση στα βασιλικά αξιοθέατα του Λονδίνου