Ασκητικά, οκτώ μήνες τον χρόνο, χωρίς ηλεκτρισμό ούτε τρεχούμενο νερό, με κρεβάτι μια σκηνή κάτω από τις ελιές και έμπνευσή του την ποίηση και τη μυθολογία. Αν ψυχή ενός τόπου είναι και οι άνθρωποί του, μήπως αυτό ισχύει στο πολλαπλάσιο για όσους επιλέγουν να τον κατοικήσουν χωρίς να είναι οι ρίζες τους; Σίγουρα ισχύει για τον γλύπτη Αλέξανδρο Ζυγούρη, που από το 1979, που ταξίδεψε για πρώτη φορά στο Καστελλόριζο, περνάει εκεί οκτώ μήνες τον χρόνο, από τον Απρίλιο έως και τον Νοέμβριο, για να επιστρέψει στο χωριό του, τον Γοργόμυλο Πρέβεζας, μόνο για να ξεχειμωνιάσει.

25

Τελευταία μέρα του ημερολογιακού καλοκαιριού, το Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Καστελλόριζου Beyond Borders κλείνει με την προβολή της ταινίας «Island Me A Film» της Danae Elon, μια αντισυμβατική ματιά στο ακριτικό νησί. Ανάμεσα στα πρόσωπα που παρουσιάζει είναι ο Αλέξανδρος Ζυγούρης, ή «Αλέκος» όπως τον αποκαλούν χαϊδευτικά οι παλιοί. Λακωνικός, ταπεινός στη μεγάλη οθόνη, ακριβώς όπως και όταν προσκαλείται, μετά την προβολή, να ανέβει στη σκηνή να πει δυο λόγια. Μέσα από την τέχνη του μιλάει κυρίως: τα γλυπτά που σμιλεύει με εργαλεία χειρός, σφυρί, τρυπάνι και σμίλη, με τα οποία έχει αφήσει το αποτύπωμά του στον μοναδικό οικισμό του Καστελλόριζου, σε σπίτια αλλά και βράχους.

Για να τον συναντήσω, διασχίζω όλο τον παραθαλάσσιο δρόμο και εκεί που τελειώνει το χωριό αρχίζει ένα ερημικό μονοπάτι μέσα στις ελιές. Λίγο πριν να φτάσω στο ατελιέ του – ένα κτίσμα του 1910 που, με τις ευγενικές καμπύλες και τα μικρά ανοίγματά του, μοιάζει με ξωκκλήσι αλλά στο παρελθόν λειτουργούσε ως αποθήκη καυσίμων για σκάφη- με υποδέχεται μια υπαίθρια σύνθεση έργων, με εφήμερες πινελιές, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού, από τις σκιάσεις που δημιουργούν οι φυλλωσιές των ελαιόδεντρων. Ο γλύπτης στέκεται στο κατώφλι λιτά ντυμένος και ξυπόλυτος, όπως είναι στην καθημερινότητά του στο νησί, σαν την τελευταία ασκητική μορφή στο Καστελλόριζο, ίσως και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Από την Ήπειρο μέχρι την άκρη του Αιγαίου

Πώς βρέθηκε από την Ήπειρο στην άλλη άκρη της χώρας; Σε ένα παλαιότερο ρεπορτάζ του ΑΠΕ-ΜΠΕ διαβάζω ότι στα 16 του φεύγει από το πατρικό του στην Ήπειρο και πηγαίνει στην Αθήνα. Σπουδάζει μηχανολόγος μηχανικός και εργάζεται σε μια μεγάλη εταιρεία, όπου συμμετέχει στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά απογοητεύεται από την ασυνέπεια λόγων και έργων των συναδέλφων του συνδικαλιστών. Τουλάχιστον, η Αθήνα τού δείχνει την κατεύθυνση που θα πάρει η ζωή του. Με έναν φίλο επισκέπτεται μουσεία και γκαλερί και γοητεύεται τόσο από την τέχνη ώστε, αυτοδίδακτος, αρχίζει να ζωγραφίζει. Αυτοδίδακτος καταπιάνεται και με τη γλυπτική, στην οποία τελικά αφιερώνεται. Σταθερός οδηγός του, τα βιβλία, από τα λίγα υλικά πράγματα που αφθονούν σήμερα στο ατελιέ του στο Καστελλόριζο.

Πώς καταλήγει στην άκρη του Αιγαίου; Σε μια εποχή ιδιαίτερα ταραχώδη για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εξηγεί, στη δεκαετία του ’70, μετά την εισβολή στην Κύπρο, αναπτύσσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ελληνικά νησιά απέναντι από τα τουρκικά παράλια. Αρχίζει να ταξιδεύει και να περνάει χρόνο σε εκείνες τις περιοχές, «για να δω τι κλίμα επικρατεί». Πηγαίνει, λοιπόν, «το ’77 στη Λέσβο, το ’78 στην Κω». Σειρά έχει, το 1979, το Καστελλόριζο, για το οποίο έχει ήδη μια εικόνα από ένα ωραίο αφιέρωμα στο περιοδικό «Ταξιδεύοντας», που κυκλοφορεί τότε από τον Κώστα Καββαθά, «με πολύ καλές φωτογραφίες».
Οι ελληνικοί χάρτες της εποχής δεν τον βοηθούν να καταλάβει την ακριβή τοποθεσία του νησιού. «Όταν το έχουν σε ένα τετραγωνάκι κοντά στην Κρήτη, δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο απέχει από τη Ρόδο. Οπότε, το 1979, βρήκα έναν γιαπωνέζικο χάρτη, στα γιαπωνέζικα και στα αγγλικά, που το είχε εκεί ακριβώς πού είναι».

Εκείνη την εποχή, τα ταξίδια με πλοίο στα ακριτικά νησιά μοιάζουν ατελείωτα. Το 1979 υπάρχει μόνο ένα δρομολόγιο την εβδομάδα για Καστελλόριζο από Πειραιά, με «το πλοίο Μιαούλης. Έκανε 37, 38 ώρες, ανάλογα με τον καιρό. Υπήρχε και ένα δρομολόγιο από Ρόδο, δύο φορές την εβδομάδα, που έκανε επτά ώρες. Εγώ πήρα το Μιαούλης. Έφτασα στο Καστελλόριζο στις τρεις το πρωί. Τότε το πλοίο δεν έπιανε λιμάνι. Ερχόταν καΐκι να μας βγάλει έξω. Εντάξει, εγώ ήμουν νέος, αλλά οι γερόντοι; Πώς κατέβαιναν τη σκάλα του καραβιού, που πήγαινε έτσι [λέει, δείχνοντάς τη με τα χέρια να τραμπαλίζεται]».

Η επανάσταση του «Μεντιτερανέο»

Οι επισκέπτες στο Καστελλόριζο είναι μετρημένοι στα δάχτυλα στο τέλος της δεκαετίας του ’70. «Πιο πολύ ξένοι, όχι Έλληνες: Ιταλοί, Γερμανοί. Στα καφενεία ήταν ντόπιοι». Μέσα στα σχεδόν πενήντα χρόνια που ακολουθούν, το νησί μεταμορφώνεται ριζικά. Ειδικά μετά την κυκλοφορία του «Μεντιτερανέο» του Γκαμπριέλε Σαλβατόρες και τη βράβευσή της με Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1991, ο τουρισμός απογειώνεται. Νησιώτες που είχαν μεταναστεύσει στην Αυστραλία αρχίζουν να επιστρέφουν στο Καστελλόριζο δίνοντάς του ξανά ζωή, αν και μια ζωή που ξεκινά και τελειώνει μαζί με κάθε τουριστική σεζόν. Ανακαινίζουν τις περιουσίες τους, τις κάνουν ξανά κατοικήσιμα σπίτια, αλλά και ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ, μαγαζιά.

Υλικά δημιουργίας

Στο ατελιέ του Αλέξανδρου Ζυγούρη, όμως, το πέρασμα του χρόνου μετριέται μόνο από τα νέα έργα που προστίθενται. Λίγα γλυπτά είναι λαξεμένα σε μάρμαρο, από τα λιγοστά κομμάτια που κατάφεραν να φτάσουν ώς εδώ από την Πεντέλη («φίλοι έπρεπε να πάνε στον Διόνυσο, να τα βάλουν στο αυτοκίνητο, να τα κατεβάσουν στον Πειραιά, να τα φορτώσουν στο καράβι»). Πολλά ακόμα είναι από ασβεστόλιθο, τον «πατέρα» του μαρμάρου όπως εξηγεί ο εικαστικός, που σπάει πιο εύκολα από το μάρμαρο «γιατί είναι πιο συμπυκνωμένος» αλλά υπάρχει σε αφθονία στην περιοχή. Ένα έργο από μπρούντζο ξεχωρίζει για το υλικό και το χρώμα του: είναι το κεφάλι μιας γυναίκας στην πρέσα, συμβολική της πίεσης «που δέχεται η εργαζόμενη καθημερινά. Η πίεση που δέχεται η γυναίκα, στη δουλειά της, στο σπίτι, στον δρόμο, είναι πολλαπλάσια», υποστηρίζει, από εκείνη του άντρα. Αντίτυπο του αυθεντικού, που είχε σμιλευτεί σε πέτρα, παρουσιάστηκε πρόσφατα σε ομαδική έκθεση με θέμα τις Γυναίκες, στο Καπνεργοστάσιο στη Λένορμαν.

Άλλα γλυπτά είναι εμπνευσμένα από την ποίηση. Μου δείχνει μια πλάκα, «πάνω σε ένα ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού: «Μην αμελήσετε, πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία». Κάθε χρόνο γινόμαστε πιο φτωχοί σε πνευματικούς ανθρώπους». Στην υπαίθρια σύνθεσή του, σε έναν πέτρινο τροχό, έχει τοποθετήσει τρία είδη του Λόγου, με σειρά σπουδαιότητας κατά τον ίδιο: «Ποιητικός», «Τραγικός», «Φιλοσοφικός». «Πρώτος είναι ο ποιητικός λόγος. Είναι μια ποίηση η ζωή, δεν το αντιλαμβανόμαστε αλλά είναι σίγουρο. Μόλις γεννιόμαστε, τι κάνουμε; Κλαίμε. Γιατί; Γιατί χάσαμε την ποίηση που νιώθαμε εδώ μέσα», προσθέτει, δείχνοντας την κοιλιακή χώρα, ή τη μήτρα της δημιουργίας, της ποίησης, του καθενός μας. «Ούτε πεινούσαμε ούτε διψούσαμε ούτε κουραζόμασταν. Πρέπει να ήταν μια ποιητική περίοδος».

Όταν τον ρωτάω ποιοι είναι οι αγαπημένοι του ποιητές δυσκολεύεται να ξεχωρίσει, αλλά μού δείχνει ένα από τα βιβλία πάνω στο τραπέζι, που διαβάζει αυτή την περίοδο, ένα πεζογράφημα που «για μένα είναι σαν ποίηση», τον «Θάνατο του Βιργίλιου» του Χέρμαν Μπροχ. Προσπαθώντας να θυμηθεί τον τίτλο ενός άλλου βιβλίου του ίδιου Αυστριακού συγγραφέα, τεντώνει μπροστά τα χέρια του σαν σε παντομίμα και λέει: «Πώς λεγόταν αυτός που τη νύχτα πάει έτσι και περπατάει;». Εννοεί τους «Υπνοβάτες». Καταφεύγει συχνά στην εκφραστικότητα του σώματος, σαν μεγάλο παιδί που διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του.

Στον κόσμο του Απόλλωνα και της Αθηνάς

Η μυθολογία είναι μια ακόμα μεγάλη πηγή έμπνευσής του. Και σε έργα-παραγγελίες: «Τώρα κάνω επτά ανάγλυφες πλάκες, σαν ζωφόρο, που μου έχει ζητήσει ένας Ιταλός. Με θέμα τον Απόλλωνα, που στα αρχαία χρόνια λατρευόταν στο νησί. Οι Λύκιοι, απέναντι, πιστεύανε ότι γεννήθηκε στα Πάταρα και όχι στη Δήλο. Για την Άρτεμη δεν θυμάμαι τι λένε. Νομίζω την αφήνουν στη Δήλο!».

Η μυθολογία έχει εμπνεύσει και τη σύνθεση που του πήρε τέσσερα χρόνια να σκαλίσει στον ενιαίο βράχο που αποτελεί τον τέταρτο τοίχο του ατελιέ. «Δεν δουλεύω κάθε μέρα» εξηγεί για τον χρόνο δημιουργίας. «Ούτε είναι εύκολο να δουλέψεις Ιούλιο, Αύγουστο. Δεν έχει και καλό εξαερισμό εδώ». Ωστόσο το βάθος των γλυπτών είναι εντυπωσιακό. Σαν να γεννήθηκαν από το εσωτερικό των βράχων και όχι από την επιφάνειά τους. Μεγάλη σαν θεότητα ανάμεσα στις μορφές, η κουκουβάγια. «Αυτή η σύνθεση είναι αφιερωμένη στη σκέψη. Η κουκουβάγια είναι το σύμβολό της. Γι’ αυτό η Αθηνά την είχε πάντα δίπλα της. Είναι ένα νυχτόβιο αρπακτικό πτηνό, που τρώει σαύρες, ποντίκια, μικρά φιδάκια, αλλά πριν να τους επιτεθεί σκέφτεται αν αξίζει τον κόπο να τα σκοτώσει για φαγητό».

Καθώς αρχίζει να σουρουπώνει, το ατελιέ σκοτεινιάζει. Συνειδητοποιώ τότε ότι δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα ούτε τρεχούμενο νερό. Μοναδικές πηγές φωτός, λίγες λάμπες πετρελαίου. Απέξω, κάτω από τις ελιές, ο γλύπτης έχει στήσει μια σκηνή όπου κοιμάται. «Είναι μόνο για ύπνο», διευκρινίζει. «Μόλις ξυπνήσω το πρωί, έρχομαι εδώ». Οι μέρες του στο νησί συνίστανται στα απολύτως απαραίτητα αλλά και ουσιώδη. Κάνει μια βουτιά στη θάλασσα, φτιάχνει έναν καφέ και μετά αρχίζει να συλλογιέται «τι έχω να κάνω σήμερα. Και από τις εννιά, δέκα το πρωί -αν δεν βγω να πάω, κάθε δύο-τρεις μέρες, στον φούρνο, στον μπακάλη- αρχίζω τη γλυπτική».

Η δύναμη της συλλογικότητας

Είναι ασκητής αλλά όχι ερημίτης. Παρά τις απογοητεύσεις από τη συνδικαλιστική δράση του, δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει στη συλλογικότητα. Θυμάμαι μια παλαιότερη συνέντευξή του, στην οποία είχε πει ότι όταν λείπει το συλλογικό στοιχείο, λείπει και η έμπνευση, γιατί τότε «από πού θα αντλήσεις θέματα; Τα προσωπικά μας δεν αφορούν κανέναν. Καταφεύγουμε σε αυτά γιατί πλέον το συλλογικό έχει πάψει να υπάρχει». Την πρώτη φορά που επισκέπτομαι το ατελιέ του, αν και απροειδοποίητα, με υποδέχεται με εγκάρδιο χαμόγελο. Το ίδιο και την επομένη. Οι επισκέπτες του είναι κυρίως τουρίστες, «είτε Έλληνες είτε ξένοι». Αλλά το ατελιέ του είναι πάντα ανοιχτό στον κόσμο, κάθε μέρα, «από τις εννέα το πρωί μέχρι να νυχτώσει». Ειδικά στη διάρκεια του φεστιβάλ Beyond Borders, που στο πρόγραμμά του προτείνει και τη μόνιμη έκθεση γλυπτικής του Αλέξανδρου Ζυγούρη, οι επισκέψεις πυκνώνουν, και αυτό το απομονωμένο εργαστήρι της τέχνης μετατρέπεται σε εστία δημιουργικών συζητήσεων.

Σε μια ιδιαίτερα συγκινητική σκηνή της ταινίας της Danae Elon, «Island Me A Film», ο Αλέξανδρος Ζυγούρης στέκεται στην είσοδο του ατελιέ, μπροστά στη θάλασσα, και αποχαιρετά με ζωηρές χειρονομίες το καράβι που φεύγει. Δεν είναι στημένη, κάθε άλλο: αυτή είναι η ρουτίνα του, σε κάθε αναχώρηση από το Καστελλόριζο. Το ίδιο κάνει και όταν φεύγουμε εμείς. Σαν ένα μεγάλο παιδί, που κατάφερε να κρατήσει αναλλοίωτο τον πυρήνα του. Ίσως τελικά αυτό να είναι που τον κάνει τόσο ξεχωριστό.

Διαβάστε ακόμα:

Σίφνος και πηλός: Η παράδοση που περνά από χέρι σε χέρι και από γενιά σε γενιά

Γιώργος Σταθόπουλος: Εδώ και 50 χρόνια ζωγραφίζει κόσμους και εξηγεί γιατί δεν ταξιδεύει

«Φωνή απ’ τη θάλασσα»: Ταξίδι στον καμβά Ελλήνων ζωγράφων