Μια millennial αρχιτέκτονας και designer που αγαπά τα ταξίδια διευρύνει τα όρια του αντικειμένου της και το εμπλουτίζει με κοινωνιολογία και τρυφερότητα, όπως ακριβώς κάνει και με τα σκίτσα της. Γιατί οι πόλεις και τα σπίτια διαμορφώνονται πρωτίστως από τους ανθρώπους που κατοικούν μέσα τους.
Τον περασμένο Οκτώβριο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Set Margins το βιβλίο που συνυπογράφουν η Τζωρτζίνα Πανταζοπούλου και η Ilaria Palmieri με τον εξαιρετικό τίτλο που μας βάζει σε σκέψεις: «They Asked Me to Design a House, I Asked Them to Design a Home». Όπως λέει η Τζωρτζίνα στο Travel.gr, «Πρόκειται για ένα συλλογικό έργο που αφορά το τι σημαίνει σπίτι μέσα από μια πιο ανθρωπολογική και φεμινιστική προσέγγιση, ξεφεύγοντας ίσως από τα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά πρότυπα έρευνας και συγγραφής. Είναι μια προσπάθεια ανάδειξης όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που συνιστούν ένα σπίτι και τη δημιουργία αυτού. Η δουλειά αυτή ήρθε ως φυσική απόρροια του ερευνητικού και πρακτικού μας έργου με την Ilaria, όταν αποφοιτήσαμε από τη Royal Academy of Art στη Χάγη και σκεφτήκαμε ότι δεν θέλουμε να δουλέψουμε ξανά σε παραδοσιακά γραφεία αρχιτεκτονικής ή interior design. Νιώθαμε τόσο έντονα την ανάγκη να το εκφράσουμε όλο αυτό και το βιβλίο ήταν ένας άμεσος τρόπος. Επίσης, καταλήξαμε να κάνουμε διδακτορικό μετά από όλο αυτό, συνεχίζοντας την έρευνα πάνω στο θέμα».
Η Τζωρτζίνα Πανταζοπούλου, ετών 31, είναι διεπιστημονική αρχιτέκτων, καλλιτέχνις και σχεδιάστρια, υποψήφια διδακτόρισσα στο Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας, στη Σχολή Επιστημών Σχεδιασμού του Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής. Εδώ και λίγα χρόνια, «τρέχει» το brand Yicha, με χειροποίητα σχέδια τυπωμένα σε μαντήλια. Ζει στην Αθήνα και η καλύτερή της φίλη είναι η κόρη της, η Ερατώ, ενώ ο κοινός τους κολλητός, ο Τιμόν, ο σκύλος. Περνά τις μέρες της μελετώντας, σχεδιάζοντας, επικοινωνώντας με ανθρώπους και κάνοντας όνειρα για μια ζωή πιο κοντά στο φως, παρά στη μιζέρια του τσιμέντου. Ταξιδεύει εντός και εκτός συνόρων με την πρώτη ευκαιρία -για λόγους δουλειάς, έμπνευσης και αναψυχής.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή
Ο λόγος που θέλησε εξαρχής η Τζωρτζίνα να σπουδάσει αρχιτεκτονική – και πολύ σοβαρά και συνειδητοποιημένα τίποτα άλλο από την ηλικία των 5 ετών (όταν και έμαθε τι σημαίνει και τι κάνει κάποιος αρχιτέκτονας) – ήταν επειδή ήθελε να φτιάχνει σπίτια. «Βασικά ακόμα θέλω!», λέει γελώντας. Τη γοήτευε τόσο πολύ να διαβάζει κατόψεις σπιτιών στα περιοδικά της εποχής και έμαθε πολύ νωρίς από μόνη της να φτιάχνει σχέδια. Από το μυαλό της, φυσικά. Και μόνο σπίτια. Όταν πέρασε στη σχολή της Πάτρας, όλο αυτό πάγωσε πολύ σοβαρά μέσα της.
Τι συνέβη; «Κατά βάση έπεσα από το συννεφάκι που είχα στο μυαλό μου για το τι σημαίνει αρχιτεκτονική και ένιωσα να χάνω τη σύνδεση. Στην Ολλανδία και μέσα από το master ένιωσα ξανά ότι το βρίσκω, ώσπου τώρα νιώθω πως κάνω ακριβώς αυτό που ήθελα. Μπορεί να μη σχεδιάζω άμεσα σπίτια, αλλά ασχολούμαι μόνο με αυτά, με τις ζωές των ανθρώπων μέσα σε αυτά, με τα σχεδιαστικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε, με το ρόλο της φαντασίας και ενδεχομένως της νοσταλγίας, του τραύματος και της μνήμης. Όλα παίζουν το ρόλο τους και όλα συνιστούν αρχιτεκτονική. Εύχομαι στο μέλλον όλα αυτά που ερευνώ και τη γλώσσα σχεδιασμού που προσπαθώ να δημιουργήσω μέσα από την έρευνα μου, να περάσουν και στο πρακτικό επίπεδο. Με πολύ απλά λόγια, δεν μπορούμε άλλο να σχεδιάζουμε απρόσωπα, γκρίζα εσωτερικά που καλύπτουν τις ανάγκες (υποτίθεται) πολλών, παραβλέποντας την ξεχωριστή προσωπικότητα των κατοίκων που πρόκειται να τα κατοικήσουν. Βλέπω τώρα τελευταία στις αγγελίες εύρεσης κατοικίας τόσο θαυμάσια διαμερίσματα αθηναϊκών πολυκατοικιών που έχουν κυριολεκτικά κατακερματιστεί λόγω πολύ κακών και γρήγορων ανακαινίσεων, χωρίς σεβασμό στη μνήμη και την αρχιτεκτονική».
Η Αθήνα, η Κυψέλη, οι πολυκατοικίες και οι νοικοκυρές: όλα γένους θηλυκού!
Με την Τζωρτζίνα συναντιόμασταν για σειρά ετών στη γειτονιά μας, στην Κυψέλη, και μας ένωναν (και συνεχίζουν να μας ενώνουν) κοινές παρέες και ανησυχίες. Πιο ιδιωτικά, τη συνάντησα πρόσφατα με αφορμή το διδακτορικό της, το οποίο επιχειρεί να φωτίσει το αθηναϊκό διαμέρισμα δομικά και αρχιτεκτονικά -αλλά κυρίως τη ζωή μέσα σε αυτό, ιδίως των γυναικών- μέσα από ένα αρχιτεκτονικό πρίσμα. Για τους σκοπούς της έρευνάς της, μου έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη, επισκεπτόμενη το σπίτι που νοικιάζω. Με ρώτησε για τους αγαπημένους μου χώρους μες στο σπίτι, για τη λογική κάποιων διακοσμητικών μου επιλογών, αλλά και για τα αντικείμενα (αξίας ή όχι) που κουβαλώ από τις προηγούμενες γενιές, από τη μητέρα μου ή τη γιαγιά μου, από το πατρικό σπίτι.
Όπως μου εξήγησε, προσπαθεί μέσω της εργασίας της να κάνει μια καταγραφή της έννοιας της οικιακότητας (domesticity) στην αθηναϊκή πολυκατοικία μέσα από μια διαθεματική φεμινιστική ματιά. Και συνέχισε: «Με ενδιαφέρουν διαφορετικά προφίλ θηλυκοτήτων. Έτσι, έχω εστιάσει αρκετά στο πώς έχει εξελιχθεί η οικιακή ζωή μέσα στα χρόνια και ποιος είναι ο ρόλος των φύλων μέσα σε αυτό. Ξεκινάω με την παραδοχή ότι η Ελληνίδα νοικοκυρά ήταν αυτή που καθόρισε το ποιος καναπές θα μπει στο σπίτι και τι κάδρο θα κρεμαστεί στο σαλόνι. Όλα αυτά συνιστούν μικρές χειρονομίες εσωτερικής αρχιτεκτονικής και καθορίζονται από τα κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια της εκάστοτε εποχής. Η πολυκατοικία σαν τυπολογία, φιλοξενεί κάτι παράδοξο και πολύ ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου. Όλη αυτή την παράδοση, τα έθιμα, τις μνήμες της ελληνικότητας μαζί με τα στερεότυπά της, εγκλωβισμένα σε κτίρια που ακολουθούν αρχιτεκτονικά τις αρχές του μοντερνισμού. Είναι τόσο ετερόκλητο και ενδιαφέρον. Η αθηναϊκή πολυκατοικία είναι ο απόλυτος εκπρόσωπός μας κατά κάποιο τρόπο». Αναρωτιέμαι αν αγαπά στ’ αλήθεια την πόλη και τις πολυκατοικίες της, αυτήν την ομορφοασχήμια της Αθήνας που η γενιά μας, η γενιά των τριαντάρηδων, έχει αναδείξει ιδιαίτερα μέσα από την καλλιτεχνική της δράση και σκέψη που έχει μετατρέψει το «κακόγουστο» σε coolness και έχει καταφέρει να βρει τόπους οξυγόνου μες στην τσιμεντοποίηση.
Η Τζωρτζίνα σχολιάζει σχετικά: «Η Αθήνα αντικειμενικά δεν είναι μια όμορφη πόλη. Για μένα όμως προσωπικά είναι η ομορφότερη. Η αθηναϊκή πολυκατοικία ξεδιπλώνεται κυριολεκτικά σαν θάλασσα με κύμα καμιά φορά (στην Κυψέλη ενδεχομένως) πάνω από την αττική γη και την καθορίζει πολύ περισσότερο από τον Παρθενώνα ή τους λόφους της. Η Αθήνα είναι η πολυκατοικία. Και σαν κτιριακό παράδειγμα τυπολογίας δεν είναι τόσο κακό. Κακή είναι η σοβαρή έλλειψη πρασίνου και δημόσιου χώρου, τα πεζοδρόμια, οι δρόμοι, το χάος που δημιουργείται και η έλλειψη σεβασμού στον αστικό ιστό. Επίσης κακό είναι που από τη μια στιγμή στην άλλη υπάρχει σοβαρό πρόβλημα εύρεσης κατοικίας σε μια πόλη που έχει πνιγεί στα ξενοδοχεία και τα διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Η πολυκατοικία όμως αυτό κάνει. Έχει σοβαρά τη δυνατότητα να προσαρμόζεται ανάλογα με την εποχή και τα προφίλ των ανθρώπων που την κατοικούν. Έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσσεται μέσα στο χρόνο, και αυτό την κάνει μοναδική. Είμαι περίεργη πόσο θα αντέξει».
Της εκφράζω τη σκέψη μου ότι η Κυψέλη είναι μια μικρογραφία ολόκληρης της πόλης σε μια διευρυμένη γειτονιά και εκείνη συμφωνεί, για να προσθέσει ότι η Κυψέλη είναι το πεδίο έρευνάς της ακριβώς για αυτόν το λόγο. «Ναι, είναι μια μικρή Αθήνα. Έχει όλα αυτά τα διαφορετικά προφίλ ανθρώπων που καθορίζουν και τους χώρους της, τα μαγαζιά της. Έχει τη Φωκίωνος. Έχει τις ανηφόρες της. Έχει τα σημεία χωρίς θέα. Έχει όλα αυτά τα καφέ. Έχει το ιστορικό μπαρ Au Revoir. Έχει και το καφενείο τα Τζουμέρκα. Έχει μια σοβαρότητα που καταλαβαίνεις ότι έχει ζήσει μια άλλη εποχή και επανέρχεται τώρα με ωριμότητα και συνείδηση να επανασυστηθεί. Με ζορίζει, φυσικά, το πάρκινγκ κάποιες φορές, το να πετύχω λεωφορείο στην Κυψέλης μπροστά μου και η έλλειψη φωτός όταν μένεις στο πρώτο όροφο». Η Τζωρτζίνα θεωρεί ξεκάθαρα πως βαρύνουσα σημασία στη δόμηση μιας πόλης παίζει το ανθρώπινο στοιχείο. «Οι άνθρωποι καθορίζουν την αρχιτεκτονική της πόλης. Οι αρχιτέκτονες συνήθως ακολουθούν τις διαθέσεις αυτών που τους αναθέτουν τα έργα. Η προβληματικότητα της ελληνικής κοινωνίας φαίνεται ξεκάθαρα στην αρχιτεκτονική της πόλης, η οποία κατά βάση δεν έχει κάποιο σοβαρό αστικό σχεδιασμό από πίσω. Χτίσαμε πολυκατοικίες σε οικόπεδα που βρήκαμε για λίγο άδεια».
Ποια είναι, όμως, η πιο όμορφη, αρχιτεκτονικά, πόλη στην οποία έχει βρεθεί ποτέ και τι την ενέπνευσε περισσότερο εκεί;
Όπως εξηγεί η ίδια, δεν είναι ιδιαίτερα καλή στο να παρατηρεί τις πόλεις αρχιτεκτονικά. Αντιθέτως, έχει μια φυσική σχεδόν κλίση στο να βιώνει τις ενέργειές τους. «Η Σεβίλλη είναι μια καταπληκτική πόλη. Μυρίζει καταπληκτικά την άνοιξη και θα ήθελα τώρα να είμαι εκεί. Μια άλλη πόλη που έχω στη καρδιά μου και μου αρέσει πάντα να επιστρέφω σε αυτήν, είναι η Λισαβόνα. Μετά από κάποια χρόνια στην Ολλανδία, εκτιμώ σοβαρά τις πόλεις με ανηφοροκατηφόρες. Με ενδιαφέρουν πολύ τα μικρά περάσματα θέας όταν περπατώ στο δρόμο, και γι’ αυτό αγαπώ πολύ και την Κερκύρας στο ύψος της Φιλοτίμου. Αυτή η θέα στη θάλασσα είναι το αγαπημένο μου. Γενικά, νότος, ήλιος και μουσική στην πόλη. Χαρούμενοι άνθρωποι μέσα στα προβλήματά τους και κυρίως αληθινοί. Αυτό φτιάχνει μοναδική ατμόσφαιρα σε μια πόλη. Τα κτίρια έρχονται μετά. Αν και η Λισαβόνα με όλη αυτή την πολυχρωματικότητα εννοείται ότι με συγκλονίζει. Είμαι πολύ εκεί. Και η Σεβίλλη με συγκλόνισε, γιατί μέσα στην ευρωπαϊκότητά της έχει τόσο έντονο το αραβικό στοιχείο, που όταν το βρίσκω, νιώθω σπίτι μου. Δεν ξέρω ακόμα γιατί».
Ζωγραφίζοντας υφάσματα και μαντήλια
Η συζήτησή μας λαμβάνει χώρα στο μικρό της εργαστήρι στην Κυψέλη. Εκεί, η Τζωρτζίνα σχεδιάζει μικρές και μεγάλες ιστορίες πάνω σε υφάσματα, εξασκώντας το σχεδιαστικό της ταλέντο και εκφράζοντας την καλλιτεχνική της φύση, η οποία αντλεί εμφανείς πρώτες ύλες από τη φολκλόρ διάσταση της ελληνικότητας, την ελευθερία της σκέψης, τον ερωτισμό και την παιδικότητα. «Πάνω στη διαδικασία επαναπροσέγγισης της δικής μου σχεδιαστικής γλώσσας και όταν ένιωσα ότι απελευθερώνομαι από τα αρχιτεκτονικά στεγανά που μου είχαν δημιουργηθεί στη σχολή, άρχισα να ζωγραφίζω», λέει η ίδια στο Travel.gr.
Τα σχέδιά της, όπως αναλύει, ξεκίνησαν να λένε ιστορίες για ανθρώπους, ιστορίες για ανθρώπους μέσα σε χώρους και, φυσικά, ιστορίες αντικειμένων. Η Τζωρτζίνα χρησιμοποιεί τα σχέδιά της ενεργά στην έρευνα της μαζί με τα κείμενα, όμως μετά από κυριολεκτική απαίτηση φίλων της άρχισε να τυπώνει μερικά από αυτά σε υφάσματα και να σκέφτεται αν όλο αυτό μπορεί να πάει κάπως παραπέρα. «Επειδή έχω και μια τάση τελειομανίας, το έχτισα όλο από την αρχή. Κανονικά. Ως brand. Η φίλη μας η Νεφέλη μού έδωσε την ιδέα για το όνομα Yicha, από το υποκοριστικό του Γεωργίτσα. Γεωργία… Γεωργίτσα… Γίτσα! (γέλια) Εντελώς έξω από μένα όλο αυτό με το brand και τις πωλήσεις που αυτό συνεπάγεται, αλλά παράλληλα το βρίσκω πολύ δημιουργικό. Η αλήθεια είναι πως τις περισσότερες φορές μου βγαίνει εντελώς αβίαστα, ξεκούραστα. Δίνω πολύ μεγάλη σημασία στη ποιότητα των υλικών, γι’ αυτό χρησιμοποιώ κυρίως μετάξι από το Σουφλί και βαμβάκι. Θέλω σιγά σιγά να αρχίσω να το επικοινωνώ πιο πολύ και να ασχοληθώ λίγο παραπάνω με σχέδια για υφάσματα σε χώρο».
Η επίσημη σελίδα της Τζωρτζίνας Πανταζοπούλου εδώ.
Διαβάστε ακόμα:
Λένα Βλασταρά: Άφησε την Αθήνα και άνοιξε βιβλιοπωλείο στην ορεινή Απείρανθο στη Νάξο

