Υπάρχουν προορισμοί όπου η έννοια της αυθεντικότητας προβάλλεται ως εύκολο εργαλείο μάρκετινγκ και συχνά μοιάζει με μια καλά επιμελημένη εικόνα για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και άλλοι, όπου η ίδια αυτή έννοια, το γνήσιο και το αυθεντικό, αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας τους, μια αβίαστη καθημερινότητα μέσα στην οποία ο τόπος πορεύεται χρονικά, που οι κάτοικοι τιμούν και διαφυλάσσουν και που οι επισκέπτες έχουν την τύχη να εισπράττουν ως μοναδική εμπειρία. Στην κατηγορία αυτή ανήκει αναντίρρητα η Σκύρος – τυπικά το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος των Σποράδων, ουσιαστικά το νησί των ζωντανών παραδόσεων και της σπουδαίας λαογραφίας
Εδώ, η διαφύλαξη και η ανάδειξη όλων των εκφάνσεων της σκυριανής ιστορίας, των ηθών και εθίμων του νησιού, είναι τρόπος ζωής που δεν σημαίνει προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά δημιουργεί σύγχρονα αποτυπώματα πολιτιστικής μνήμης. Με εξέχουσα θέση ανάμεσα στους αντιπροσωπευτικότερους κλάδους χειροτεχνίας της Σκύρου, η τέχνη της κεραμικής συνομιλεί με τις ιστορικές αναφορές, τις μνήμες και την κουλτούρα του τόπου, παραμένοντας εδώ και αιώνες μια αξιοθαύμαστη, ολοζώντανη παράδοση που τιμάται περήφανα από γενιά σε γενιά. Τα φημισμένα χειροποίητα κεραμικά αποτελούν όχι μόνο κεφαλαιώδες μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού, αλλά και καύχημα κάθε σπιτικού, καθώς δεν υπάρχει σκυριανό σπίτι που να μη διαθέτει τη δική του συλλογή, είτε για διακοσμητικούς σκοπούς, είτε σαν εν χρήσει οικιακό εξοπλισμό.
Αναζητήσαμε λοιπόν τους δύο σπουδαιότερους εκπροσώπους της σκυριανής κεραμικής, δημιουργούς που διακατέχονται από μεράκι για την τέχνη τους, αληθινό σεβασμό για την παράδοση και βαθιά αγάπη για τη δουλειά τους, την κ. Όλγα Ζαχαράκη και τον κ. Γιάννη Φτούλη. Στα χέρια τους, ο πηλός δουλεμένος με ψυχή και ακρίβεια, μετατρέπεται από μέσο δημιουργίας σε εργαλείο αφήγησης και αποκωδικοποίησης της παράδοσης. Κάθε κεραμικό έργο τους, δεν ενσωματώνει απλά την ιστορία της δικής του δημιουργίας και σταδιακής μεταμόρφωσης, γίνεται φορέας όσων συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, ένα οπτικό ποίημα με υπογραφή τη σκυριανή παράδοση. Τα εκθετήριά τους στη Μεγάλη Στράτα της Χώρας, είναι ένας κόσμος γεμάτος μοναδικά μοτίβα, χρώματα και φόρμες, ένα σύμπαν όπου ξεδιπλώνεται ένας διάλογος ανάμεσα στην προσωπική καλλιτεχνική έκφραση και το σεβασμό στην ταυτότητα του νησιού. Και οι ίδιοι, αληθινοί θεματοφύλακες της σκυριανής κεραμικής τέχνης, φέρνουν στο σήμερα τις ρίζες της που χάνονται στα βάθη των αιώνων.
Η μεν Όλγα Ζαχαράκη δημιουργεί εδώ και 18 χρόνια χειροποίητα κεραμικά, πιστά αντίγραφα παλαιών σχεδίων από τον 15αι. και μεταγενέστερα, πρωτίστως όμως και πάνω απ΄όλα, έχει θέσει στόχο ζωής τη διάσωση του πολιτισμού, και της κεραμικής τέχνης της Σκύρου. Ζωή στην πρώτη ύλη δίνει ο γιος της Μιχάλης, ο οποίος σμιλεύει τον πηλό, δίνει φόρμα σε βαθιές και ρηχές πιατέλες, παραδοσιακά οικιακά σκεύη, στάμνες, λαήνια, χρηστικά και διακοσμητικά αντικείμενα, που στα χέρια της μητέρας του μεταμορφώνονται σε αληθινά στολίδια για κάθε χώρο. Στη ζωγραφική καθενός, η κ. Ζαχαράκη αφιερώνει γύρω στις 14 ώρες την ημέρα δουλεύοντας με ακρίβεια, μεράκι, σεβασμό και αφοσίωση, και παρουσιάζοντας μια ολοκληρωμένη συλλογή ξεχωριστής θεματικής κάθε χρόνο. Κάθε έργο, ακριβής αναβίωση στο μέγεθος και το σχήμα κάποιου ιστορικού, πρωτότυπου κομματιού, είναι υπογεγραμμένο, μοναδικό, πραγματικό έργο τέχνης. Πρόκειται για σχέδια αυθεντικά, τα οποία έχει εντοπίσει «έχοντας την τύχη να μπω σε κάθε σκυριανό σπίτι και καταγράφοντας όλα τα σχέδια όχι μόνο των κεραμικών αλλά και των κεντημάτων, μια που η θεματική των εργόχειρων της Σκύρου ακολουθούσε ανά τους αιώνες αυτή των κεραμικών» όπως μας αναφέρει η ίδια, με εμφανή τον ενθουσιασμό ενός παθιασμένου καλλιτέχνη.
Μελετώντας εδώ και τέσσερις δεκαετίες τη λαογραφία του νησιού, για την οποία έχει εκδώσει 6 ενδιαφέροντα βιβλία, είναι ο ιδανικός άνθρωπος για να μας κατατοπίσει πάνω σε όλες τις συναρπαστικές, άγνωστες εκφάνσεις της ιστορίας της σκυριανής κεραμικής. Μαθαίνουμε λοιπόν στον εκθεσιακό της χώρο, όπου επιλεγμένα έργα των συλλογών μαγνητίζουν καθώς στολίζουν ξυλόγλυπτα σκυριανά έπιπλα και καθρεφτίζονται σε σκαλιστούς καθρέφτες, ότι το νησί διακρίνεται για την παραγωγή δύο ειδών κεραμικών. Καταρχήν, τα δικά του, αυτόχθονα πήλινα, που προορίζονταν για χρήση στα νοικοκυριά και εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών, και τα οποία με την καθιέρωση της κεραμικής αρχίζουν να γίνονται αντικείμενο εμπορίας προς άλλα νησιά.
Τη διαφορά των σκυριανών κεραμικών με εκείνα άλλων περιοχών, η κ. Ζαχαράκη την εντοπίζει στην «τρυφερότητα που εκπέμπουν και την πολύ μεγάλη ποικιλία φίνων σχεδίων που τα κοσμούν. Σχέδια δανεισμένα από τη φύση, τη στεριά και τη θάλασσα – άνθη, πουλιά όπως ο τσαλαπετεινός και η πέρδικα, ψάρια – καθετί ήταν διανθισμένο με σύμβολα της παράδοσης», μας αναλύει και συνεχίζει εξηγώντας πως «το πουλί είναι ο έρωτας, η αγάπη, η ευτυχία, τα παιδιά. Το κυπαρίσσι ενσαρκώνει την ανδρική λεβεντιά, το ψάρι -ένα από τα πιο διαδεδομένα και αγαπητά μοτίβα- συμβολίζει τον πλούτο του σπιτιού, ενώ το ρόδι τον καρπό της γονιμότητας».
Στην πορεία του χρόνου, προστίθενται και σχέδια από τα μπακιρένια σκεύη που έφτασαν στο νησί και καθιερώθηκαν επί Τουρκοκρατίας, ενώ καθοριστικά στην εξέλιξη της ιστορίας της σκυριανής κεραμικής είναι τα γεωμετρικά σχήματα και τα αραβουργήματα που προστέθηκαν στη θεματολογία των μοτίβων. Η κ. Ζαχαράκη ρίχνει φως σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πτυχή: «τη μακρά περίοδο της πειρατείας που διαρκεί από το 1550 ως το 1680, η Σκύρος αποτελούσε σταθμό ανεφοδιασμού των κουρσάρων, ενώ κατόπιν συμφωνιών με τους άρχοντες του νησιού, κάνοντας πλιάτσικο και παίρνοντας και κεραμικά, έδιναν ως αντάλλαγμα αντικείμενα που είχαν αποσπάσει από μακρινούς λαούς και πολιτισμούς. Οι Σκυριανοί, άνθρωποι με ανεπτυγμένη αισθητική, εντυπωσιάζονταν από τα κεραμικά που αντίστοιχα αντικατόπτριζαν ξένες κουλτούρες και φύλασσαν τα αντικείμενα αυτά στο Κάστρο της Χώρας».
Μαθαίνουμε δε, ότι μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, αυτά τα αντικείμενα -που εκτός από το Κάστρο φύλασσαν στα υπόγεια και εύπορες οικογένειες του νησιού- χρησιμοποιούνται πλέον για το στολισμό των σπιτιών. «Καθώς ο 18ος αιώνας φέρνει την άνθιση της κεραμικής τέχνης στη Σκύρο, η έμπνευση έρχεται από σχέδια του 16ου αιώνα, ξενόφερτα σε μεγάλο βαθμό. Παραδείσια πουλιά, άνθη όπως οι τουλίπες που δεν υπάρχουν στο νησί, και ήταν αποτυπωμένα σε όσα αντικείμενα έφτασαν εδώ μέσω της πειρατείας, κεντρίζουν το ενδιαφέρον με τα σχήματα και τα έντονα χρώματά τους, ενσωματώνονται, γίνονται μέρος της σκυριανής κουλτούρας, ονομάζονται από τους ερευνητές κατ΄εξαίρεση «Σκυριανά» και συνιστούν τη δεύτερη κατηγορία κεραμικών της Σκύρου».
Στην ερώτησή μας περί της ακριβούς προέλευσης των ξενόφερτων κεραμικών, η κ. Ζαχαράκη απαντά εξίσου κατατοπιστικά. Πληροφορούμαστε λοιπόν ότι τα παλαιότερα προέρχονται από τη Μικρά Ασία – και συγκεκριμένα από τη Νίκαια, την Κιουτάχεια και το Τσανάκκαλε. Σημαντική λεπτομέρεια, ότι δημιουργοί τους ήταν Έλληνες τεχνίτες και ειδοποιός διαφορά τα φανταχτερά τους χρώματα: πράσινο, μπλε, τυρκουάζ, ροζ, όπως και τα μοτίβα με καράβια και πριγκίπισσες -που στη Σκύρο αποδόθηκαν ως αρχοντοπούλες του νησιού. «Το τυρκουάζ όμως συνδυασμένο με το μαύρο μας πηγαίνει στις επιρροές από τη Δαμασκό, ενώ από την άλλη τα ιταλικά είναι εκείνα με πορτοκαλί, κίτρινο και πράσινο χρώμα», όσο συνεχίζει η κ. Ζαχαράκη, τόσο κάθε κομμάτι αποκτά άλλη διάσταση στα μάτια μας.
Κι αφού μαθαίνουμε ότι τα λεγόμενα «Καστριανά» κεραμικά είναι εκείνα με επιρροές από το Τσανάκκαλε -καθώς η μικρασιατική πόλη ονομαζόταν επίσης Κάστρο και επειδή τα κεραμικά αυτά φυλάσσονταν στο Κάστρο της Σκύρου-, έρχεται η ώρα να δούμε τι θέση έχουν όλα αυτά τα πανέμορφα έργα τέχνης στο σήμερα. Πρώτα από όλα, τα περίτεχνα «κρασοκάνατα» που από άκρη σε άκρη στο νησί όχι μόνο κοσμούν τζάκια και ξυλόγλυπτα ράφια, αλλά συνιστούν φορείς συνέχειας εθίμων και παραδόσεων που περνούν από γενιά σε γενιά. «Με τη γέννηση ενός παιδιού γεμίζουν νερό και γλυκά ώστε να προσελκύσουν το βράδυ τις Μοίρες που θα φέρουν καλοτυχία στο μωρό. Στον αρραβώνα, γίνονται το δώρο που γεμάτο λουλούδια προσφέρει η μέλλουσα νύφη στην πεθερά, ενώ πάλι με λουλούδια στολίζουν το σπίτι των νεόνυμφων. Τη δε Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, θα τα δείτε γεμάτα γλυκά και ξηρούς καρπούς, έτοιμα να υποδεχθούν τον Άγιο Βασίλη. Ενώ όταν μια οικογένεια θρηνεί το θάνατο ενός μέλους, το αποχαιρετά με συντροφιά το αγαπημένο του κρασοκάνατο, σαν ένα είδος σύγχρονου κτερίσματος.
Το βλέμμα μας πέφτει και στους κομψούς «κρυολόγους», τα χωμάτινα αγγεία μέσα στα οποία παραδοσιακά μπαίνει το πρώτο νερό κάθε χρόνο στο σπίτι, αλλά και ένα μοτίβο που έχουμε συναντήσει παντού στο νησί: η λεπτεπίλεπτη σιλουέτα μιας φοινικιάς, για την οποία η πλήρως καταρτισμένη καλλιτέχνιδα εξηγεί: «Δεν είναι παρά μια χουρμαδιά στην έρημο, σχέδιο από τα ξενόφερτα – Καστριανά φυσικά. Στην πλευρά που υπάρχει νερό απεικονίζεται κι ένα μικρό σκεύος, ενώ δίπλα της υπάρχει ένας ανθισμένος κάκτος. Τόσο απλό και τόσο όμορφο. Απαντάται μάλιστα σε τρεις παραλλαγές, γέρνοντας αριστερά ή δεξιά ανάλογα με τον άνεμο ή στέκοντας ακίνητη στην άπνοια». Όσο για το παράξενο όνομα του μοτίβου -όπου ρωτήσετε στο νησί θα σας απαντήσουν πως είναι η «Αγαλίπα»-, μαθαίνουμε από την κ. Ζαχαράκη πως καθώς εκείνα τα χρόνια οι Σκυριανοί δεν γνώριζαν το συγκεκριμένο δέντρο, θεώρησαν πως είναι απλά η θαλάσσια ανεμώνη και του έδωσαν το όνομά της.
Η τόσο διαφωτιστική συζήτησή μας, αυτό το πολυδιάστατο, γεμάτο χρώμα και έμπνευση ταξίδι, ολοκληρώνεται καθώς η κ. Ζαχαράκη τονίζει τη διαφορά με την εμπορική λαϊκή τέχνη, που «δίνει έμφαση στα τουριστικά κεραμικά, παράγοντας αντικείμενα που πωλούνται από το Μοναστηράκι ως τη Αυστραλία. Ωστόσο η κεραμική τέχνη δεν έχει να κάνει με πολλαπλά, επαναλαμβανόμενα αντίγραφα, φθηνά χρώματα και έτοιμα αντικείμενα». Μια τελευταία ματιά θαυμασμού στα μοναδικά έργα και το χώρο του εκθετηρίου, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία.
Κατηφορίζοντας λίγο παρακάτω στον κεντρικό πεζόδρομο της Χώρας, η βιτρίνα του εκθετηρίου του Γιάννη Φτούλη, αποτυπώνει κάθε θαυμαστή πτυχή των παραδοσιακών σκυριανών τεχνών σε ένα σύνολο απόλυτα αρμονικό, που όχι μόνο δεν κουράζει το μάτι, αλλά σε κάνει να θέλεις να σκύψεις και να παρατηρήσεις τις εκπληκτικές λεπτομέρειες: Έπιπλα από σκαλιστό ξύλο με πλουμιστά κεντήματα αναδεικνύουν τις μοναδικές δημιουργίες ενός καλλιτέχνη, τον οποίο όλο το νησί θεωρεί πρεσβευτή της έννοιας της συνέχειας και της εξέλιξης της σκυριανής κεραμικής. Όντως, τόσο το καλαίσθητο κατάστημα στη Μεγάλη Στράτα όπου αναβιώνουν οι χώροι υποδοχής ενός σκυριανού σπιτιού, όσο και το εργαστήριο στην κοντινή παραλία Μαγαζιά, μας μεταφέρουν στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, όταν στο νησί υπήρχαν τρεις οικογένειες μεγάλων κεραμιστάδων.
Όλα τα μέλη απασχολούνταν τότε, χρησιμοποιώντας χώμα αποκλειστικά από τον τόπο, που απαιτούσε τεράστια επεξεργασία, με τους άνδρες να δουλεύουν τον πηλό και τις γυναίκες να ζωγραφίζουν τα κεραμικά. Κάπως έτσι, ο Γιάννης που διαδέχθηκε τον πατέρα του, Σταμάτη, και αγάπησε δίπλα του την τέχνη της κεραμικής, συνεχίζει την παράδοση δημιουργώντας τα δικά του αποτυπώματα μνήμης, αλλά και νέες ενότητες έργων, δικές του εμπνεύσεις που παίζουν με γραμμές και διχρωμίες.
Στο επισκέψιμο εργαστήριό του στα Μαγαζιά, όπου μας υποδέχθηκε, το λαμπερό φως και το Αιγαίο που λαμπυρίζει εισβάλλουν από τα παράθυρα, ενώ η αίσθηση της οικογενειακής συνέχειας είναι εμφανής. Κατά ένα μέρος ο χώρος ήταν το εργαστήριο του πατέρα του, «μέσα εδώ μεγάλωσα ουσιαστικά» μας λέει ο κ. Φτούλης, «και το παράξενο είναι ότι ενώ ποτέ δεν είχα ασχοληθεί με τη ζωγραφική, όταν έχασα τον πατέρα μου και ανέλαβα το εργαστήριο εδώ και 6 χρόνια, ήταν σαν να μου άφησε το χέρι του, σαν να ζωγράφιζα μια ζωή», αναφέρει και όντως, παρατηρώντας τις λεπτομέρειες στα έργα που ζωγραφίζει αποκλειστικά ο ίδιος, διακρίνεις εύκολα το ταλέντο που κληρονόμησε.
Το αποδεικνύει και στην πράξη, πιάνοντας ένα από τα δεκάδες πινέλα και στολίζοντας με αβίαστες κινήσεις και χωρίς φυσικά προσχέδιο με μολύβι, έναν τσαλαπετεινό γεμάτο χάρη πάνω σε ένα κεραμικό πιάτο: λευκές γραμμές σχηματίζουν καμπύλες καθώς το πινέλο ρέει στην ψημένη επιφάνεια του πηλού, για να συμπληρωθούν με ζωηρά χρώματα που ακολουθούν τα παραδοσιακά πρότυπα και να σχηματιστεί μέσα σε λίγα λεπτά ένα αξιοθαύμαστο έργο. Παρότι είναι μια διαδικασία που έχει επαναλάβει χιλιάδες φορές, ο ενθουσιασμός του δημιουργού είναι εμφανής και μεταδοτικός, γεννώντας μας την επιθυμία να μάθουμε ακόμη περισσότερα περί κεραμικής και παράδοσης.
Έχοντας την τύχη να μάθει την τέχνη εκ των έσω και εντοπίζοντας τις διευκολύνσεις που έφερε η εξέλιξη, ο Γιάννης θυμάται πως οι προηγούμενες γενιές δούλευαν μόνο με τον πηλό που έδινε κάθε τόπος. «Γι΄αυτό και τα πιο παλιά κεραμικά της Σκύρου είναι «τα κόκκινα», από το χρώμα του χώματος της Σκύρου, ζωγραφισμένα με μπαντανά, ένα λευκό είδος πηλού που χρησιμοποιείται στη διακόσμησή τους», μας εξηγεί όσο παρατηρούμε τις δικές του αντίστοιχες δημιουργίες σε μορφή μεγάλων αγγείων και δοχείων για υγρά που βέβαια παραμένουν χρηστικά στις μέρες μας. Τσουκάλια, κρυολόγοι, «φαρμακευτικά» δοχεία με καπάκι, αλλά και πανέμορφες «Στάμνες του γάμου», συμπληρώνουν την εικόνα μιας μόνο πλευράς του εργαστηρίου – με τον Γιάννη να εξηγεί για τις τελευταίες, πως ξεχωρίζουν για τις τέσσερις λαβές και την πολύ πλούσια διακόσμηση με «πλουμίδια». «Δεν είναι γυαλωμένες ώστε να αναπνέουν και να διατηρούν κρύο το νερό, ενώ όπως λέει και το όνομα προσφέρονται σαν δώρα γάμου».
Η περαιτέρω συζήτηση επιβεβαιώνει την ιστορία εξέλιξης της σκυριανής κεραμικής. Ο Γιάννης μας μιλά για τα «Κόκκινα», κυρίως πιάτα και λαήνια, που έφτασαν στο νησί από τον 16ο αιώνα, προκαλώντας εντύπωση με τα έντονα χρώματά τους, με τη μια γενιά μετά την άλλη να τα φυλά και να τα διασώζει. Αλλά και για τα Μικρασιατικά, τα «Καστριανά» από το Τσανάκκαλε, για καθημερινή χρήση και με χαρακτηριστικό τις ζωηρές αποχρώσεις, για τις επιρροές από την Ιταλία και την Ολλανδία που έφεραν οι εμπορικές συναλλαγές, αλλά και για την τόσο αγαπητή «Αγαλίπα», που ονομάζεται επίσης «του χαλκού» λόγω του κυρίαρχου πράσινου χρώματος. Όσο μας εξηγεί ότι οι μετέπειτα κεραμίστες διατήρησαν τις παλιές ονομασίες και αναπαρήγαγαν τα σχέδια με διακριτικές προσθήκες στο δικό τους ύφος, μας δείχνει περήφανα έργα του πατέρα του σε έντονο μπλε, συμπληρώνοντας: «τα μπλε κεραμικά ήταν και τα πιο σπάνια τους προηγούμενους αιώνες, για αυτό και οι πιο πλούσιες οικογένειες τα επιδείκνυαν σαν διακοσμητικά σε περίοπτη θέση και όχι στα στασίδια -στα ξυλόγλυπτα ράφια- με τα υπόλοιπα.
Περνώντας στο χώρο με το καμίνι, εκεί όπου τα κεραμικά ψήνονται δύο φορές, με τη ζωγραφική τους να παρεμβάλλεται και τον χρόνο που απαιτείται για να κρυώσουν να φτάνει τη μιάμιση μέρα, το βλέμμα πέφτει στις σειρές με τις διχρωμίες: κόκκινο-λευκό, ασπρόμαυρο, μπλε με άσπρο. Ο Γιάννης δανείζεται ως γνήσιος Σκυριανός κεραμίστας, στοιχεία από την παραδοσιακή εικονογραφία, εμπνέεται όπως ο πατέρας του από τα κεντήματα, χρησιμοποιεί επιλεγμένα πλουμίδια, και τα μπολιάζει με τη δική του αισθητική γλώσσα, χαράσσοντας παράλληλα τη δική του αρμονική διαδρομή. Πρόκειται για έργα που επανερμηνεύουν την παράδοση και καθίστανται η προσωπική του σφραγίδα, κάνοντας τις δημιουργίες του να ταξιδεύουν ως την Αμερική.
Όταν φεύγοντας ρωτάμε, τι είναι τελικά αυτό που κάνει τα σκυριανά κεραμικά να ξεχωρίζουν, η απάντηση έρχεται σαν αυτονόητη – «δεν είναι απλά τα χρώματα και τα μοτίβα, είναι η αρχοντιά, η αισθητική, η αγάπη των Σκυριανών για το καλαίσθητο». Η εκτίμηση για το αυθεντικό θα προσθέταμε εμείς, και ο σεβασμός στη λαϊκή παράδοση. Η αναγνώριση της αξίας επιστροφής στο χειροποίητο, σε ό,τι φέρει μέρος της ψυχής του δημιουργού, που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην εποχή της ταχύτητας, της μαζικής παραγωγής και της εύκολης κατανάλωσης.
Διαβάστε ακόμα:
Best of Σκύρος: Αξιοθέατα, παραλίες, διαμονή και διευθύνσεις για φαγητό
Σκύρος: Μυστηριώδης γοητεία, ερημικές παραλίες με σμαραγδένια νερά και μια Χώρα-κομψοτέχνημα

