Μπορεί πλέον να μην την πελεκάει χτίζοντας σπίτια, όπως έκανε από παιδί και σχεδόν για όλη τη ζωή του, αλλά με τη βαριοπούλα του σπάει βράχους και συντηρεί τις παραδοσιακές, και ιδιαίτερα πολύτιμες για τον τόπο του, ξερολιθιές. Σε ένα χωριό φημισμένο για τους χτίστες του, τον Μεσότοπο Λέσβου, ο Λουκάς Κοντός συνεχίζει στα 85 χρόνια του να δουλεύει την πέτρα. Από παιδί ακόμα, έχτιζε σπίτια. Έχτισε και το δικό του με τα χέρια του, με τη βοήθεια του πατέρα του. Η γυναίκα του έφτιαχνε τη λάσπη μέχρι την τελευταία ημέρα της εγκυμοσύνης της: δεν πρόλαβε να φτάσει μέχρι το μαιευτήριο και γέννησε, μια νύχτα του χειμώνα, στον δρόμο για το μοναδικό νοσοκομείο του νησιού.
Σε ένα οδικό ταξίδι στη Λέσβο, καθώς απομακρύνεσαι από την πόλη, τη Μυτιλήνη, το τοπίο αλλάζει ξαφνικά μετά τον κόλπο της Καλλονής, γίνεται σχεδόν απόκοσμο: η πλούσια βλάστηση δίνει τη θέση της σε πλαγιές με διάσπαρτη χαμηλή βλάστηση, ξερές τους καλοκαιρινούς μήνες. Αν επισκέπτεσαι για πρώτη φορά αυτό το νησί του βόρειου Αιγαίου, ίσως νομίσεις ότι εδώ τελειώνει ο ανθρώπινος πολιτισμός – πώς μπορεί κάποιος όχι απλώς να επιβιώσει αλλά να χτίσει ολόκληρη τη ζωή του σε έναν τέτοιο τόπο;
Αρκεί όμως να κάνεις λίγη υπομονή και να συνεχίσεις τη διαδρομή για να αρχίσεις να συναντάς, ανάμεσα στις έρημες πλαγιές, παραδοσιακά χωριά ολοζώντανα ως τις μέρες μας – φωλιασμένα σε νησίδες πράσινου, να τροφοδοτούνται από τις φλέβες νερού που διατρέχουν το εύφορο έδαφος της καλντέρας. Γιατί αυτή η, βορειοδυτική, πλευρά της Λέσβου πήρε τη σύγχρονη μορφή της από εκρήξεις ηφαιστείου πριν από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια.
Ένα από τα χωριά είναι ο Μεσότοπος Λέσβου, φημισμένος για τους χτίστες του, που στο παρελθόν χρησιμοποιούσαν πέτρα επεξεργασμένη στο χέρι. Συναντάμε τον τελευταίο, ίσως, πετρά στον Μεσότοπο, Λουκά Κοντό, πάνω από το σπίτι του, πλάι στο οικογενειακό μποστάνι και τη στάνη με τα ζώα, να σπάει βράχους με τη βαριοπούλα του. Το πρόσωπό του είναι σκαμμένο σαν τη γη, από τον ήλιο και τις αντιξοότητες, αλλά το μυώδες σώμα και το σπινθηροβόλο βλέμμα του συγκρατούν το νήμα που τον συνδέει με τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του – όταν άρχισε να δουλεύει, σε ηλικία δέκα ετών περίπου, πλάι στον πατέρα του.
Από τον βράχο μέχρι την τοιχοποιία
Αφού καθόμαστε κάτω από μια συκιά, φορτωμένη με καρπούς, αραδιάζει στο έδαφος τα εργαλεία που χρησιμοποιεί απαράλλακτα εδώ και δεκαετίες: βελόνι (μυτερό εργαλείο), καλέμι (με επίπεδες επιφάνειες), γωνία (μεταλλικό χάρακα 90 μοιρών), ματρακά (είδος σφυριού), βαριοπούλα, ξύλινο πήχη. Την πρώτη ύλη του δεν την αγοράζει ποτέ: την αφαιρεί κατευθείαν από τους ηφαιστειογενείς βράχους που αφθονούν στην περιοχή. «Κρατάμε με το βελόνι και χτυπάμε με τον ματρακά ανοίγοντας στενόμακρο σφηνοειδή χώρο μέσα στον βράχο, που καταλήγει σε βάθος περίπου επτά, οκτώ εκατοστών», λέει, περιγράφοντας τη διαδικασία. «Μια σφήνα εδώ, μια πιο πέρα, όλες σε ευθεία. Από τα πλάγια βάζουμε δυο παλιά πέταλα, μεταλλικές λάμες, πάνω στις οποίες προχωράει η σφήνα. Μετά αρχίζουμε και χτυπάμε με τη βαριοπούλα, σιγά σιγά, δεν θέλει δυνατά. Κάποια στιγμή η πέτρα, επειδή δεν έχει ελαστικότητα και δεν αντέχει στην πίεση, ανοίγει, σπάει».
Παίρνει μια πέτρα από την πλαγιά, ήδη αποκομμένη από τον βράχο αλλά ασήκωτη για έναν άνθρωπο της πόλης, και την ακουμπάει μπροστά του. Μου δείχνει πώς σπάει ένα κομμάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ξερολιθιά. Στοχεύει σε ένα σημείο που μόνο εκείνος διακρίνει ότι είναι πιο ευάλωτο –το είχε διαπεράσει νερό κάποτε, όπως εξηγεί– και, καταφέρνοντας μερικά χτυπήματα με ακρίβεια, την ανοίγει στα δυο. Συνεχίζει όσες φορές χρειαστεί, μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό μέγεθος. Όταν ζητάω τη βαριοπούλα να δοκιμάσω κι εγώ, μου τη δίνει διστακτικά. Αμέσως καταλαβαίνω το γιατί: δυσκολεύομαι να τη σηκώσω αρκετά ψηλά για να της δώσω ορμή, πόσο μάλλον να την κατευθύνω με ακρίβεια στην πέτρα.
«Για να χρησιμοποιήσουμε μια πέτρα στο χτίσιμο ενός σπιτιού ή άλλου κτίσματος (εφόσον βέβαια το είδος της προσφέρεται γι’ αυτό, γιατί δεν είναι όλες οι πέτρες για κάθε χρήση), πρέπει να της δώσουμε ομοιόμορφο ορθογώνιο σχήμα. Να αφαιρέσουμε τα εξογκώματά της και να ευθυγραμμίσουμε τις πλευρές της», προσθέτει. «Βάζουμε στην άκρη έναν πήχη, χαράζουμε μια ευθεία γραμμή και πελεκάμε με το καλέμι, τσάκα τσάκα, ευθυγραμμίζοντας τη μία πλευρά». Αφού ολοκληρώσουμε από τη μία, τη γυρίζουμε και επαναλαμβάνουμε από την άλλη. Την ανώμαλη, εσωτερική επιφάνεια την πελεκάμε με το βελόνι «μέχρι να στρώσει. Αν θέλουμε να την κάνουμε πιο επίπεδη, υπάρχει και ένα ειδικό, οδοντωτό καλέμι. Τη χτυπάμε με αυτό». Την μπροστινή, στενή πλευρά της, το λεγόμενο «κεφάλι», τη σημαδεύουμε και την ισιώνουμε χρησιμοποιώντας το εργαλείο της γωνίας.
Κάθε πέτρα ζυγίζει περίπου 100 κιλά («άλλη παραπάνω, άλλη πιο κάτω»). Στην εποχή των παραδοσιακών πετράδων, μέχρι πριν από εξήντα χρόνια περίπου, «όταν κάποιος κατάφερνε να κάνει πέντε-έξι κομμάτια την ημέρα έλεγε, καλά είμαι, έβγαλα το μεροκάματο. Έπρεπε όμως να δουλέψει σκληρά για να τα καταφέρει. Εκείνα τα χρόνια πουλούσαμε κάθε πέτρα δύο-τρεις δραχμές. Δηλαδή και όλη μέρα να δούλευε ένας τεχνίτης, δεκαπέντε δραχμές δεν έβγαζε».
Η σκληρή δουλειά δεν τελείωνε στην επεξεργασία της πέτρας. Έπρεπε να τις μεταφέρουν στον χώρο της κατασκευής (δουλειά που πριν από τα μηχανοκίνητα οχήματα αναλάμβαναν τα ζώα) και να τις χτίσουν με τα χέρια. Ακόμα και το υλικό αρμολόγησης, συγκόλλησής τους για να σχηματίσουν έναν σταθερό τοίχο, το έφτιαχναν από την αρχή. «Παλιά, πολύ παλιά ανακατεύαμε χώμα με νερό και κάναμε λάσπη. Αργότερα, που ο κόσμος άρχισε να έχει κάποιες δραχμούλες, έπαιρναν πιο καλά υλικά, ασβέστη με λίγο τσιμέντο».
Παιδί μικρότερο από την πέτρα που δούλευε
Όταν άρχισε να μαθαίνει την τέχνη στο πλευρό του πατέρα του, Σταύρου Κοντού, ήταν τόσο μικρός, που «την πέτρα που πελεκούσα δεν μπορούσα να τη γυρίσω, τη γύριζε ο πατέρας μου. Ήμουν και μικροκαμωμένος: στην εφηβεία πήρα ύψος και αναπτύχθηκα». Μια φορά, θυμάται, τη δεκαετία του ’50, είχε πάει με τον πατέρα του να χτίσουν ένα σπίτι στο χωριό. Δώδεκα χρονών εκείνος, είχε αναλάβει τις μεσοτοιχίες, τις οποίες έχτιζαν διαφορετικά, με σκελετό από ξύλα, μικρότερες πέτρες και χώμα για σοβάτισμα. Κάποιος τον είδε να δουλεύει και λέει, περιπαικτικά, «τώρα το χρώμα θα κρατάει τις πέτρες ου [ή] οι πέτρες το χώμα; Θα χαλάσουν, εννοούσε, οι τοίχοι. Κάποιοι υπάρχουν ακόμα».
Το χτίσιμο του σπιτιού τους
Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα καταπιάστηκε με το πιο σημαντικό έργο της ζωής του: το χτίσιμο, εκ θεμελίων, του σπιτιού που θα στέγαζε την οικογένεια που είχε αρχίσει να δημιουργεί με τη γυναίκα του, Βάσω. Ένα πέτρινο κτίσμα με κεραμίδια στη στέγη, γερό και περιποιημένο μέχρι σήμερα, που υποδέχεται τους επισκέπτες του Μεσοτόπου στην είσοδο του χωριού. Οι εξωτερικοί τοίχοι του, πάχους μισού μέτρου, προστατεύουν το εσωτερικό του από τις ζέστες του καλοκαιριού και τα κρύα του χειμώνα, καλύτερα από πολλές σύγχρονες κατασκευές.
Τους πήρε περίπου δύο χρόνια να το χτίσουν, γιατί έκαναν παράλληλα αγροτικές εργασίες για να βιοπορίζονται. Καθώς όμως περνούσαν οι μήνες, ο χρόνος άρχισε να πιέζει. Ενώ είχαν ήδη ένα κοριτσάκι, νήπιο ακόμα, την Άντζελα, η γυναίκα του έμεινε έγκυος στο δεύτερο. Άρχισαν λοιπόν έναν αγώνα δρόμου για να τελειώσουν το ένα έστω δωμάτιο πριν να έρθει το μωρό και να εγκατασταθούν εκεί, ώστε να έχουν τη βοήθεια της μητέρας του, Αγγέλας Κοντού, που έμενε στο διπλανό σπίτι, στην ανατροφή των παιδιών.
«Έσκαβα χώμα και έναν μαλακό, άσπρο βράχο. Είχα ένα κόσκινο, λίγο γερτό πάνω σε ξύλα. Πετούσα το χώμα πάνω στο κόσκινο με το φτυάρι. Ανακατεύαμε το κοσκινισμένο χώμα με νερό, κάναμε λάσπη και χτίζαμε». Η γυναίκα του βοηθούσε με τη λάσπη μέχρι την τελευταία ημέρα της εγκυμοσύνης της. «Είχαμε δουλέψει μέχρι τις εννιά περίπου το βράδυ οι δυο μας: εγώ σοβάντιζα, εκείνη μού έδινε τη λάσπη. Με φως από μπαλαντέζα». Κάποια στιγμή της λέει, «φτάνει ό,τι κάναμε σήμερα». Μετά από λίγο, αρχίζουν οι ωδίνες.
Τοκετός στον δρόμο
Αυτοκίνητο δεν είχαν και στο χωριό υπήρχε μόνο ένας αγροτικός γιατρός. «Πηγαίνω και τον φωνάζω. Έρχεται, τη βλέπει και λέει: μάλλον δεν θα γεννήσει απόψε, αύριο πια». Αλλά το μωρό, που θα ονόμαζαν Μυρσίνη, δεν μπορούσε να περιμένει πολύ ακόμα. Όταν πια η Βάσω άρχισε να φωνάζει από τον πόνο, γύρω στις δύο το πρωί, βρίσκουν έναν συγχωριανό τους, τον Χαράλαμπο Βαλελή, που είχε φορτηγάκι – το χρησιμοποιούσε για να πηγαίνει από χωριό σε χωριό και να προβάλλει ταινίες με την κινηματογραφική μηχανή του. Στριμώχνονται στη μοναδική θέση, δίπλα του, και αρχίζει το μακρύ, νυχτερινό ταξίδι προς το νοσοκομείο της Μυτιλήνης, που τότε διαρκούσε δυόμιση με τρεις ώρες, καθώς ένα μεγάλο μέρος του δρόμου ήταν ακόμα χωμάτινος.
Προλαβαίνουν να φτάσουν μόνο μέχρι το γειτονικό χωριό, την Άγρα. Η Βάσω ζητάει να σταματήσουν το αυτοκίνητο. Γεννάει στον δρόμο. «Ήταν 12 Νοεμβρίου, ένα κρύο!» θυμάται σήμερα η ίδια. Ο συγχωριανός τους τυλίγει το μωράκι με κάποια ρούχα που έτυχε να βρίσκονται μέσα στο φορτηγό. Ενώ είναι ακόμα ενωμένο με τον ομφάλιο λώρο, συνεχίζουν τον δρόμο μέχρι το νοσοκομείο της Μυτιλήνης, όπου διαπιστώνεται ότι λεχώνα και νεογέννητο χαίρουν άκρας υγείας. Αργότερα ο Χαράλαμπος έγινε ο νονός της μικρής.
Σκληρή ζωή για όλα τα ζωντανά
Η δουλειά του πετρά θεωρούνταν δύσκολη και χαμηλά αμειβόμενη ακόμα και στην εποχή της άνθησής της, μέχρι πριν από εξήντα, εβδομήντα χρόνια («στο χωριό την έκαναν δύο συνεργεία, συνολικά μόλις έξι, επτά άνθρωποι»). Τα πενιχρά μέσα τότε δεν απαιτούσαν μόνο μυϊκή δύναμη αλλά και ευρηματικότητα.
Ο Λουκάς Κοντός θυμάται έναν αυτοσχέδιο αραμπά, μια καρότσα, που είχε φτιάξει για να μεταφέρει τις πέτρες που έσπαζε από τον βράχο στο βουνό πάνω από το σπίτι του. Ένωσε ξύλινες σανίδες με έναν σωλήνα για άξονα, έντυσε τις ρόδες με παλιά λάστιχα φορτηγού. Έδενε τα δύο μπράτσα της καρότσας με το σαμάρι του γαϊδάρου του. «Όπως ήταν κατηφόρα, τραβούσα το γαϊδούρι και τα έφερνα κάτω. Μπορεί να έβαζα και 300 κιλά φορτίο». Μια φορά, με τον μικρότερο αδερφό του, τον Παναγιώτη, τόλμησαν να φορτώσουν περίπου μισό τόνο. «Λίγο λίγο το φέραμε κάτω, αλλά στο τέλος η καρότσα κάνει ένα “γκρατς”, διαλύεται και πέφτουν όλα».
Μια τέχνη προς εξαφάνιση
Όταν άρχισαν να έρχονται τα σύγχρονα οικοδομικά υλικά μαζί με το πρώτο φορτηγό, η ζωή των ανθρώπων, και των ιπποειδών, του Μεσοτόπου έγινε πιο εύκολη. Αλλά η τέχνη της πέτρας μπήκε σε τροχιά εξαφάνισης. Παρόλο που η πέτρα χρησιμοποιούνταν ακόμα ως οικοδομικό υλικό -για την αντοχή, τη φυσική μόνωση, την ανεπιτήδευτη αισθητική της- η επεξεργασία δεν γινόταν πια στο χέρι αλλά με μηχανήματα.
«Αυτές οι δουλειές ανήκουν σε μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί» επιβεβαιώνει ο Λουκάς Κοντός. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί να δαμάσει την πέτρα. Στην ένατη δεκαετία της ζωής του μπορεί να μην κάνει πλέον τη λεπτοδουλειά του πελεκήματος, αλλά συνεχίζει να φτιάχνει ξερολιθιές για το κτήμα του. Όταν το παρέλαβε, οι παλαιότερες ξερολιθιές είχαν γίνει χαλάσματα. Κανένας από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, για τρεις-τέσσερις γενιές όπως λέει, «δεν είχε σκύψει να διορθώσει κάτι: έπεφτε μια πέτρα, έμενε εκεί. Και βρέθηκα εγώ -αστειεύεται- ο Λουκάς ο χαζούλης, να τα διορθώνω».
Η ξερολιθιά είναι ένα τρισδιάστατο παζλ μεγάλης κλίμακας για γερά μπράτσα. Καθώς δεν χρησιμοποιείται υλικό αρμολόγησης, πρέπει να συνταιριάξεις τις πέτρες τόσο καλά ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι αρκετά ψηλό και ανθεκτικό. Σήμερα, αν καταρρεύσει ένα τμήμα παλιάς ξερολιθιάς, «το ξανακλείνουν με ένα πλέγμα ή με κλαδιά, δεν κάθονται πια να χτίσουν». Ωστόσο η παραδοσιακή αυτή κατασκευή, εκτός του ότι οριοθετεί τα χωράφια, έχει και μια ακόμα πιο πολύτιμη λειτουργία, ειδικά καθώς εντείνονται τα καιρικά φαινόμενα και οι πυρκαγιές: προστατεύει από τη διάβρωση του εδάφους.
Αλλά ο Λουκάς Κοντός συνεχίζει και για έναν ακόμα, λιγότερο προφανή λόγο να δουλεύει την πέτρα: για τη χαρά που του δίνει η τέχνη. «Ενώ χτυπάς έναν ογκόλιθο με τη βαριοπούλα, κάποια στιγμή ακούς έναν κραδασμό, ένα τράνταγμα. Η πέτρα ραΐζει και ανοίγει στα δύο. Αυτό είναι οπωσδήποτε ικανοποίηση: ένα άχρηστο πράγμα το έκοψες για να το μικρύνεις, να το πελεκίσεις, να το γωνιάσεις και να το κάνεις χρήσιμο».
Διαβάστε ακόμα:
Η καθηγήτρια Αρχαιολογίας Νένα Γαλανίδου μας ξεναγεί στην Παλαιολιθική εποχή της Λέσβου
Ταξίδι στη Μυτιλήνη: Χρονοκάψουλα στο Αιγαίο
Λέσβος: Ο αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που παραδίδει αφιλοκερδώς μαθήματα ξυλογλυπτικής σε παιδιά

