Στο Παρίσι, ο Maelig Sebillotte είχε ήδη χαράξει έναν δρόμο διαφορετικό από τους άλλους. Εργαζόταν ως σκηνοθέτης σε καλλιτεχνικά projects, ενώ παράλληλα οργάνωνε φεστιβάλ μουσικής σε εντυπωσιακά γαλλικά μεσαιωνικά κάστρα. Χωρίς επίσημη εκπαίδευση, διδάχτηκε το επαγγελματικό του αντικείμενο πράττοντας, στο πεδίο, μέσα από την εμπειρία.

20

Όταν αποφάσισε να φύγει από τη Γαλλία, είχε στο μυαλό του ένα συγκεκριμένο οπτικοακουστικό project: το γύρισμα μιας ταινίας μικρού μήκους που επρόκειτο να διαδραματιστεί στην Ανατολική Ευρώπη. Καθώς η αναχώρηση θα γινόταν με το βαν τους τον Μάρτιο, αποφάσισε να περάσει πρώτα από την Ελλάδα, για να απολαύσει το ήπιο κλίμα της εποχής. Στην πορεία, όμως, η Πελοπόννησος και ειδικά η περιοχή της Καλαμάτας, άρχισε να αποκτά για εκείνον πολύ μεγαλύτερη σημασία.

Όλα ξεκίνησαν με ένα ταξίδι μαζί με τη σύντροφό του, τον Φεβρουάριο του 2023. Σκοπός τους ήταν να γυρίσουν την Ευρώπη, ενώ εκείνη την περίοδο περίμεναν ήδη το πρώτο τους παιδί. Βρέθηκαν στην Πελοπόννησο και έφτασαν στην Καλαμάτα, έναν τόπο που έμελλε να συνδεθεί με μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της ζωής τους. Εκεί έγιναν γονείς, με τη βοήθεια μιας Ελληνίδας μαίας που τους συνόδεψε με φροντίδα σε αυτή τη σημαντική εμπειρία.

Η μαία τούς μίλησε για την Καλαμάτα και για τη δυνατότητα να τους υποστηρίξει εκεί, σε αυτή την τόσο ιδιαίτερη στιγμή της ζωής τους. Ήταν Μάρτιος και όλα άρχισαν να ανθίζουν. Όπως και η απόφασή τους να μείνουν στην Ελλάδα. Κοιτάχτηκαν και είπαν: «Εδώ θα μείνουμε». Αυτό συνέβη έπειτα από ένα κάλεσμα του πεπρωμένου, που ήρθε μέσα από μια απρόβλεπτη συγκυρία. Το βαν με το οποίο ταξίδευαν έμεινε από μπαταρία. Και έτσι παρέμειναν για λίγο περισσότερο στην Καλαμάτα, μέχρι η πόλη και ο τόπος γύρω της να αρχίσουν να αποκτούν διαφορετική σημασία για εκείνους. «Όσα είναι καλά για εσένα και για το σύμπαν συμβαίνουν» μου είπε ο Maelig, σχολιάζοντας το συμβάν. Η καθημερινότητά του στην Καλαμάτα μοιάζει να επιβεβαιώνει αυτή τη φράση. Ο Γάλλος κινηματογραφιστής νιώθει την ευλογία της ζωής κοντά στη φύση και του στοχασμού που πάει μαζί με αυτήν. Μου είπε χαρακτηριστικά: «Νιώθω ότι είμαι περαστικός και ότι όλα είναι προσωρινά και δανεικά».

Υπήρξαν στιγμές που αναρωτήθηκε αν είχε πάρει τη σωστή απόφαση. Ήταν ένα μέρος ήσυχο, μακριά από τους ρυθμούς που γνώριζε. Ενώ ο ίδιος δεν είχε μέχρι τότε κανέναν δεσμό με την Ελλάδα. Άρχισε να μαζεύει ελιές. Απαθανάτισε σε βίντεο ολόκληρη αυτή την εμπειρία. Μετά όμως, τον πήραν τα κλάματα. Κάθισε κοιτάζοντας τον κόλπο της Καλαμάτας και έκλαιγε, γιατί αποχωριζόταν στην ουσία, όπως μου είπε, τον παλιό του, παρισινό εαυτό. Ανακάλυψε τον χειμώνα στην Ελλάδα, ειδικά στην ύπαιθρο, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Νάουσα, και θυμάται ένα βράδυ, μόνος, να αναρωτιέται πώς βρέθηκε τόσο μακριά από τη ζωή που γνώριζε.

Η απόσταση από τη ζωή που είχε στα κοντινά προάστια του Παρισιού ήταν μεγάλη, όμως μέσα σε αυτή την απόσταση άρχισε να διαμορφώνεται μια νέα σχέση με τον τόπο και με τον ίδιο του τον εαυτό. Στην αρχή σκεφτόταν με τη σύζυγό του να ζήσουν σε ένα ορεινό χωριό των Πυρηναίων, στη Γαλλία. Η Καλαμάτα όμως, που συνδέθηκε τελικά με την πατρότητα και με μια προσωπική μετατόπιση, τον βοήθησε να συνειδητοποιήσει τι σημαίνει να είσαι υπεύθυνος.

Εκεί άρχισε να γυρίζει βίντεο με τη ζωή των ντόπιων, κυρίως αγροτών, όπως ενός ανθρώπου που μάζευε ελιές και διατηρούσε μύλο. «Η ποίηση ενός όντος», μου είπε στα γαλλικά, και είχε δίκιο, αφού ο καθένας μας έχει μια ποιητική πλευρά. «Δεν υπάρχει σύγκριση με τους άλλους, γιατί κάθε δρόμος είναι μοναδικός».

Ήταν Παριζιάνος και η μετάβαση από τη γαλλική μητρόπολη στην ελληνική ύπαιθρο ήταν μεγάλη. Μένοντας όμως περισσότερο, άρχισε να γνωρίζει την κουλτούρα, τους ανθρώπους και την τοπική κοινότητα από μέσα. Και αυτό που έλεγε επανερχόταν στη συζήτησή μας σαν συμπέρασμα: «Δεν το επέλεξα. Η ζωή μού έθεσε την ερώτηση αν θα ζήσω στην Καλαμάτα και της απάντησα “ναι”».

Σήμερα συνεχίζει να δουλεύει ως κινηματογραφιστής, ενώ ασχολείται και με τη φωτογραφία, κυρίως με πορτραίτα ανθρώπων της περιοχής όπου ζει. Δεν έψαχνε να ζήσει εκτός Παρισιού. Έχει την εντύπωση ότι του συνέβη αβίαστα, φυσιολογικά. Απλά κάτι τον ωθούσε να ανακαλύψει μια διαφορετική πραγματικότητα. Η ζωή που θα έκανε στο Παρίσι θα ήταν πιο συμβατική. Ήθελε να βρεθεί σε τόπους λιγότερο προβλέψιμους, πιο κοντά στην καθημερινότητα των ανθρώπων και μακριά από τα γνώριμα αστικά περιβάλλοντα, και να μαγνητοσκοπεί. Είναι 28 χρονών και ήρθε στην Καλαμάτα στα 25, αλλά έχει την εντύπωση ότι παραμένει πάντα σε ταξίδι.

Τα μαθήματα του τρόπου ζωής της ελληνικής υπαίθρου

Θυμάται έναν κύριο που τον έλεγαν «ο Ινδιάνος», τον άνθρωπο που τον ξενάγησε στην «ψυχή» του κτήματος με τις ελιές, αλλά τελικά και της Ελλάδας, σύμφωνα με τον Maelig. Ενώ έβρεχε, του είπε κάτι απλό: «Κάτσε λίγο». Και μετά: «Νιώσε το αεράκι». Οι κουβέντες μαζί του ήταν πάντα γεμάτες σοφία και απλότητα. «Αυτή η φράση απέκτησε μια άλλη έννοια εκείνη τη στιγμή» μου είπε στη συνέντευξή μας.

Ήταν η πρώτη χρονιά που βρισκόταν στην Καλαμάτα. Τότε σκέφτηκε ότι τέτοιοι άνθρωποι έχουν ποίηση, γιατί έχουν τον τέλειο έλεγχο της σιωπής. Αυτή η κυριαρχία πάνω στον λόγο, αλλά και στην απουσία του, τον μάγεψε. Όπως και ο σεβασμός των ανθρώπων στον διαφορετικό του ορίζοντα, που ήταν ένα από τα πιο ωραία πράγματα που έζησε στην Ελλάδα. Η Αθήνα, αντίθετα, δεν είναι ο τόπος όπου φαντάζεται τον εαυτό του να ζει, καθώς τη συνδέει περισσότερο με έναν τρόπο ζωής πιο κοντά σε όσα είχε ήδη γνωρίσει.

Τώρα θέλει να συνεχίσει να εμβαθύνει στα φιλμ ντοκιμαντέρ μέσα από πορτραίτα. Βρίσκει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο να μιλά με Έλληνες που έφυγαν στη Γαλλία ή τη Γερμανία και επέστρεψαν. Όταν ο ίδιος ξαναπήγε στη Γαλλία, αισθάνθηκε σαν κάποιος άλλος. Αυτή η εμπειρία έγινε μια γέφυρα ανάμεσα στις δύο κουλτούρες, μια μορφή δώρου που ξεκίνησε σαν προαίσθημα. Θέλει να συνεχίσει να γυρνά φιλμ. Χωρίς την Ελλάδα, λέει, θα ήταν ένας πολύ πιο πρακτικός και πιο συμβατικός άνθρωπος. Γιατί, όπως ο ίδιος σημειώνει με ένα χαμόγελο, η Ελλάδα τον έφερε σε επαφή με έναν τρόπο ζωής λιγότερο προβλέψιμο, πιο ζωντανό και πιο ανοιχτό στο απρόοπτο.

Τα projects του Maelig Sebillotte μπορείτε να δείτε στον προσωπικό του ιστότοπο εδώ, καθώς και στον λογαριασμό του στο Instagram εδώ.

Διαβάστε ακόμα:

O Έλληνας που προμηθεύει με αγνά προϊόντα τους πιο γνωστούς Γάλλους chef στο Παρίσι

Αρτεμισία Μεσσηνίας: Ο 30χρονος Μιχάλης αναβιώνει την ψυχή του ελληνικού καφενείου στον Ταΰγετο

Μια ιστορία 175 ετών: Επισκεφθήκαμε την παλαιότερη ποτοποιία της Ελλάδας στην Καλαμάτα