Το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι της Χίου τις πρώτες πρωινές ώρες, με το φως ακόμα γκρίζο. Η προκυμαία ξυπνά. Τα καφέ ανοίγουν τις τέντες τους, ένας ψαράς ξεφορτώνει τα δίχτυα, κάποιος σέρνει καρέκλες έξω από ένα μαγαζί που πουλάει μαστίχα σε κάθε πιθανή εκδοχή.
Μαζί με τον φίλο και συνεργάτη, τον φωτογράφο Κωνσταντίνο Σοφικίτη, περπατάμε στα στενά. Από το πρώτο κιόλας λεπτό, κυνηγά το πρωινό φως που πέφτει πάνω στις προσόψεις των κτηρίων. Το φως περνά λοξά ανάμεσα στα μπαλκόνια και αυτή η ιδιαίτερη όψη του διαρκεί μόλις μία ώρα.
Περπατάμε αργά, αφήνουμε πίσω τα νεοκλασικά της παραλιακής και στρίβουμε προς τα μέσα, εκεί όπου ο αστικός ιστός πυκνώνει και τα σοκάκια στενεύουν. Από ψηλά, η πόλη μοιάζει με μια θάλασσα από κεραμοσκεπές που κατηφορίζουν ως το νερό. Το είδαμε αργότερα σε ένα πλάνο από το drone που τράβηξε ο Κωνσταντίνος, και τότε γίνεται αμέσως σαφές γιατί η αρχοντιά της Χίου δεν μπορεί να χωρέσει σε μία φωτογραφία.
Η αγορά: Η καθημερινή ζωή της πόλης
Πριν φτάσουμε στα πιο γνωστά αξιοθέατα, η πόλη μάς οδηγεί στους δρόμους της αγοράς. Σε ένα μικρό ιχθυοπωλείο, ο ψαράς δουλεύει κάτω από τρεις λάμπες, με τα ντόπια ψάρια της ημέρας απλωμένα σε άσπρα τελάρα. Γαλάκια, σαφρίδια, τσιπούρες, κουτσομούρες, με τις τιμές γραμμένες βιαστικά σε μικρά κομμάτια χαρτιού.
Δίπλα, από την πρόσοψη ενός οπωροπωλείου κρέμονται τσαμπιά με μπανάνες, ενώ τα κιβώτια με μήλα Καστοριάς, ροδάκινα και πορτοκάλια ξεχειλίζουν στο πεζοδρόμιο. Τίποτα εδώ δεν είναι σκηνοθετημένο για τον επισκέπτη. Είναι η αγορά μιας πόλης που συνεχίζει να ψωνίζει, να δουλεύει και να συναντιέται στους ίδιους δρόμους.
Λίγο πιο πέρα, σε ένα ιστορικό κατάστημα ποτοποιίας, ο χρόνος μοιάζει να έχει μείνει στις χειρόγραφες τιμές πάνω σε κίτρινο χαρτόνι: μαστίχα το κιλό, μπράντι, Μεταξά, ανθόνερο, ρετσίνα, βερμούτ. Στους πάγκους βρίσκονται μπουκάλια με την ετικέτα «Απαλαρίνα», του ιστορικού οίκου που ιδρύθηκε το 1863 και εξακολουθεί να παράγει λικέρ μαστίχας και ούζο. Στις ετικέτες ζουν ακόμα εικόνες από την παλιά Χίο, όπως εκείνη μιας γυναίκας που σκύβει για να μαζέψει τη μαστίχα κάτω από έναν σχίνο. Ο Ανδρέας Σεραφείμ μάς μιλάει για το προϊόν, την ιστορία της ποτοποιίας και τη σημερινή της πορεία. Ο χώρος διατηρεί κάτι από μια άλλη εποχή, παραμένει όμως ένα κανονικό μαγαζί, με προϊόντα που εξακολουθούν να φτάνουν καθημερινά στον πάγκο του.
Στα τείχη του Κάστρου
Φτάνουμε στο Κάστρο σχεδόν τυχαία. Η Porta Maggiore, η κεντρική πύλη που έχτισαν οι Ενετοί, ανοίγεται μπροστά μας. Σκοινιά με μπουγάδα ανάμεσα σε γενοβέζικους τοίχους, μια γάτα κοιμισμένη πάνω στις παλιές πέτρες, παιδιά που παίζουν εκεί όπου κάποτε κρατούνταν αιχμάλωτοι. Ο Κωνσταντίνος Σοφικίτης σταματάει συχνά και φωτογραφίζει τις λεπτομέρειες που θυμίζουν ότι το Κάστρο παραμένει κατοικημένο.
Στην κεντρική πλατεία περνάμε από το παλιό οθωμανικό κοιμητήριο, με τα ταφικά μνημεία να στέκονται ακόμα ανάμεσα στα σπίτια, και προχωράμε προς το βορειοδυτικό άκρο των τειχών, όπου βρίσκονται τα Οθωμανικά Λουτρά. Στην κεντρική αίθουσα του χαμάμ, το φως περνά μέσα από τις αστεροειδείς οπές των θόλων και φτάνει στους μαρμάρινους πάγκους.
Ταμπάκικα: Η βιομηχανική μνήμη της πόλης
Το απόγευμα περπατάμε βόρεια, προς τα Ταμπάκικα. Η πόλη αλλάζει χαρακτήρα σχεδόν αμέσως. Σπίτια μισοεγκαταλειμμένα στέκονται δίπλα σε άλλα αναστηλωμένα, ενώ στο βάθος υψώνονται οι πέτρινοι ανεμόμυλοι, μέσα στο νερό, σαν να εξακολουθούν να φυλάσσουν μια βιομηχανία που δεν υπάρχει πια.
Δύσκολα φαντάζεται κανείς, στεκόμενος εδώ σήμερα, τον θόρυβο των δεκάδων βυρσοδεψείων που λειτουργούσαν σε αυτή τη γειτονιά, τους εργάτες στο ισόγειο, μέσα στην υγρασία, και τις γυναίκες στο φωτεινό επάνω πάτωμα. Η σημερινή γαλήνη δύσκολα συμβιβάζεται με όσα γνώρισε κάποτε ο τόπος. Περιμένουμε να χαμηλώσει λίγο ο ήλιος και ο Σοφικίτης φωτογραφίζει τους μύλους, με τα πανιά τους ανοιχτά πάνω από το νερό και την πέτρα να παίρνει το χρώμα του χρυσού. Αυτή είναι ίσως η εικόνα που θα επέλεγε κανείς, αν έπρεπε να χωρέσει τη Χίο σε μία μόνο φωτογραφία.
Βιβλιοθήκη και μουσεία
Πριν κλείσει η μέρα, κάνουμε μια στάση στο κέντρο, στη Βιβλιοθήκη «Κοραής». Εκατόν τριάντα χιλιάδες τόμοι γεμίζουν ράφια που φτάνουν ως το ταβάνι, ενώ την ησυχία διακόπτει μόνο το γύρισμα μιας σελίδας κάπου μακριά. Η βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1792 και η ιστορία της παραμένει παρούσα σε κάθε αίθουσα. Λίγο πιο πέρα, στο Μουσείο Ιστορίας και Φυσικής, το οποίο στεγάζεται στον χώρο όπου λειτουργούσε η περίφημη Σχολή της Χίου, σταματάμε μπροστά σε επιστημονικά όργανα αιώνων. Η αίσθηση είναι σαν να έχουμε περάσει το κατώφλι του γραφείου ενός δασκάλου που έφυγε πριν από εκατό χρόνια, αφήνοντας τα πάντα στη θέση τους.
Το τραπέζι της πόλης
Το βράδυ, η πρώτη στάση είναι αναπόφευκτη: ο Χότζας. Σε έναν χώρο που κάποτε στέγαζε το οικογενειακό ποτοποιείο, με τον χάλκινο άμβυκα να δεσπόζει ακόμα κάτω από την ψηλή οροφή, καταλαβαίνεις γιατί το μαγαζί λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1882. Ο Γιάννης Λινός και η σύζυγός του, Όλγα, μας περίμεναν. Ετοίμαζαν ένα τραπέζι για την επόμενη ημέρα και έκαναν ένα μικρό διάλειμμα για να καθίσουν μαζί μας. Δοκιμάσαμε ένα από τα πιάτο-σφραγίδα του Γιάννη, τα σμυρναίικα σουτζουκάκια, καθώς και φασόλια γιαχνί με πουρέ μανταρινιού, ένα πιάτο που από μόνο του αρκεί για να σε φέρει μέχρι τη Χίο. Οι πολίτικες επιρροές στο μενού αποτελούν μέρος της ταυτότητας της κουζίνας μιας πόλης που κοιτάζει συνεχώς προς την απέναντι ακτή.
Τη δεύτερη βραδιά την περνάμε στο Βραδύπους, σε μια αυλή κρυμμένη στο εσωτερικό του Κάστρου. Ξεκινάμε με τυρόμπαλες από κατσικίσιο μαστέλο, σκορδόμελο και φρέσκο κρεμμυδάκι, συνεχίζουμε με φάβα, συνοδευμένη από νιφάδες καπνιστής παλαμίδας, παντζάρι και λάδι άνηθου, και κλείνουμε με μια ιδιαίτερη εκδοχή του γαλακτομπούρεκου. Καθισμένοι ανάμεσα στα γενοβέζικα τείχη, αντιλαμβανόμαστε ότι η επίσκεψη στο Κάστρο ολοκληρώνεται ιδανικά γύρω από αυτό το τραπέζι.
Ανάμεσα στα δύο γεύματα, μια στάση στο κέντρο για σουβλάκι στον Αιμίλιο είναι σχεδόν υποχρεωτική. Χοιρινό «απ’ όλα», με τζατζίκι και πατάτες, που το τρώμε όρθιοι ανάμεσα σε δύο επισκέψεις. Και νωρίς το πρωί, πριν καλά καλά ξυπνήσει η πόλη, σταματάμε ξανά, αυτή τη φορά στο μικρό μπουγατσάδικο του Χούλη. Πίσω από τη βιτρίνα, ο τεχνίτης, με μια μαύρη ποδιά, σκύβει πάνω από τον λαμαρινένιο πάγκο και κόβει με τη σπάτουλα μια ολόκληρη μπουγάτσα σε λωρίδες, με την κρέμα να ξεχειλίζει ζεστή ανάμεσα στα φύλλα. Δίπλα, οι χρυσαφένιοι λουκουμάδες βγαίνουν με την τσιμπίδα από το καζάνι με το λάδι και απλώνονται σε ένα τελάρο για να στραγγίξουν. Η μπουγάτσα σερβίρεται με άχνη ζάχαρη και κανέλα, ενώ είναι ακόμη ζεστή από τον φούρνο.
Φεύγοντας από το λιμάνι, με τον Κωνσταντίνο να ελέγχει τις τελευταίες φωτογραφίες στην οθόνη της μηχανής, σκεφτόμαστε πόσα από όσα είδαμε θα περνούσαν απαρατήρητα από κάποιον που διασχίζει την πόλη γρήγορα. Η Χίος αφηγείται την ιστορία της σε κάθε γωνιά της για όποιον θέλει να την νιώσει.
Διαβάστε ακόμα:
Λιμένας Μεστών: Το άγνωστο λιμάνι της Χίου με το νόστιμο φαγητό και τη μουσική
Αποστολή στη Χίο: Εκεί που μία ολόκληρη οικογένεια καθαρίζει γαριδάκι στη σάλα της ταβέρνας

